Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Η ανάστασις - αποκλειστικότης του Χριστιανισμού

 



Η ανάστασις - αποκλειστικότης του Χριστιανισμού
ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ
Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ - ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ
(Α-8) 
Ποτέ καί πουθενά, σέ καμμία θρησκεία ψεύτικη ἤ φιλοσοφία ἀνθρώπινη, ποτέ κανείς δέν ἐσκέφθηκε, εἴτε στά σοβαρά, εἴτε στά ἀστεῖα, πώς ἦταν δυνατόν νά νικηθῆ ὁ πιό ἀνεπιθύμητος παρείσακτος στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός μας, ὁ θάνατος, πού ἀναμφισβήτητα ἀποτελεῖ τήν κορυφαία ὀδύνη τῆς παρούσης ζωῆς.
Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ, πού κατήργησε τόν θάνατο, ἔχει ὡς ἄμεσο ἀποτέλεσμα τήν κοινή ἀνάστασι τῶν νεκρῶν. Αὐτό εἶναι ἀλήθεια ἀκραιφνῶς χριστιανική. Δέν τήν ἐπενόησαν οἱ Μαθηταί τοῦ Χριστοῦ, αὐτοί οἱ ἁπλοί ψαράδες, πού προφανῶς δέν εἶχαν καμμία διάθεσι γιά φιλοσοφίες καί θεωρίες. Ἡ νίκη κατά τοῦ θανάτου δέν εἶναι ἀνθρώπινη ἐπινόησι, ἀλλά ἔργο καί ἀποκάλυψι τοῦ Ἁγίου Ἐνδόξου Τριαδικοῦ Θεοῦ πρός τόν πεσμένο ἄνθρωπο.
Ποτέ κανείς στήν ἀρχαιότητα, ἀπό τόν πιό σοφό, διανοούμενο, ἐπιστήμονα, φαντασιόπληκτο, ρομαντικό, μέχρι τόν πιό ἀφελῆ, ψεύτη, παραμυθᾶ, ποτέ κανείς δέν ἐσκέφθηκε πώς ἦταν δυνατόν νά νικηθῆ ὁ θάνατος. Δέν εἶχε γραφεῖ οὔτε στά παραμύθια. Δέν ὑπῆρχε κἄν σάν νοσταλγία, ὄχι διότι οἱ ἄνθρωποι δέν θά τό ἐπιθυμοῦσαν, κάθε ἄλλο. Ἁπλῶς τούς ἦταν τόσο ἄπιαστο πρᾶγμα, πού οὔτε κἄν ἐτόλμησαν νά τό ἐπιθυμήσουν, ἤ νά τό διανοηθοῦν. Καί ὅλοι γνωρίζομε καλά, ὅτι στήν ζωή ἐπιθυμοῦμε ἐκεῖνα τά πράγματα πού ἔχομε κάποια, ἔστω ἐλαχίστη, πιθανότητα νά τά ἐπιτύχωμε ἤ ἔχομε δεῖ ἄλλους νά τά ἔχουν ἐπιτύχει.
Ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι ἁπλῶς μία διδασκαλία, ἀλλά πρωτίστως εἶναι γεγονότα χειροπιαστά καί κατοχυρωμένα, ἀπό τά ὁποῖα ἐκπηγάζει αὐτομάτως χωρίς λόγια ἡ ἀλήθεια τῆς κεντρικῆς του τουλάχιστον διδασκαλίας περί Θεοῦ, ἀνθρώπου, κόσμου, κλπ. Ἐν προκειμένῳ, ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν εἶναι συνέπεια τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἐφ᾽ ὅσον ὁ Χριστός προεῖπε ὅτι θά ἀναστηθῆ, καί ἔτσι ἔγινε, καί ὁ ἴδιος εἶπε ὅτι θά ἀναστηθοῦμε, τότε, ἐφ᾽ ὅσον ἐπραγματώθη τό ἕνα, εἶναι βέβαιο ὅτι θά συμβῆ καί τό ἄλλο, ἐφ᾽ ὅσον καί τά δύο εἶναι ἐξ ἴσου ἀνθρωπίνως ἀδύνατα.
Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ ἔχει διπλῆ κατοχύρωσι, προφητική καί ἱστορική, ἄρα εἶναι τό πιό βέβαιο γεγονός στήν ἀνθρώπινη ἱστορία. Γι᾽ αὐτό, πάλιν καί πολλάκις, Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!
ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Ι. Μ. ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ ΕΓΚΩΜΙΑ ΣΤΑΣΗ Γ'



ΕΓΚΩΜΙΩΝ ΕΓΚΩΜΙΟΝ



ΕΓΚΩΜΙΩΝ  ΕΓΚΩΜΙΟΝ
π. Β. Σπηλιόπουλος

    Έχουμε ήδη κάνει αναφορά, σε προγενέστερο άρθρο, σε λειτουργικά λάθη και λειτουργικές καινοτομίες κατά την Μ. Εβδομάδα που αλλοιώνουν το γνήσιο λειτουργικό και εν γένει ορθόδοξο φρόνημα.  Ένα από τα στοιχεία της Μ. Εβδομάδος όπου το τυπικό παραβιάζεται, ενίοτε δε βάναυσα, με αποτέλεσμα να χάνεται η ιεροπρέπεια της Ιεράς Ακολουθίας, η οποία ολισθαίνει και τείνει να μετατραπεί σε κοσμική σύναξη, είναι ο Όρθρος του Μ. Σαββάτου που τελείται συνήθως στις ενορίες το εσπέρας της Μ. Παρασκευής.  Η σοβαρότερη παρατυπία έγκειται και αφορά στην ψαλμωδία των λεγομένων εγκωμίων.
 Η παλαιά και ορθή τάξη έχει σχεδόν ολοκληρωτικά λησμονηθεί, αν και εσχάτως υπάρχουν αισιόδοξα και παρήγορα σημάδια επιστροφής ακόμη και σε ενοριακούς ναούς, με αποτέλεσμα το σημείο αυτό της Ακολουθίας να έχει υπερτιμηθεί, να έχει παραγκωνίσει τα υπόλοιπα θεόπνευστα άσματα και αναγνώσματα και να θεωρείται ως η ουσία και το «είναι» της Μ. Παρασκευής.
Πρώτη παρατυπία είναι η θέση των εγκωμίων.  Η ορθή θέση των εγκωμίων είναι η αρχή του όρθρου. Αμέσως μετά το Θεός Κύριος και τα απολυτίκια ψάλλεται, όπως άλλωστε κάθε Σάββατο, ο Άμωμος (17ο κάθισμα- 118ος ψαλμός) και σε κάθε στίχο του Αμώμου παρεμβάλλεται ένα από τα τροπάρια των εγκωμίων.  Άλλωστε ο ποιητής των εγκωμίων συνέταξε τόσα εγκώμια όσα και οι στίχοι του Αμώμου.  Συνηθίζεται, όμως, σήμερα να ψάλλοντα τα εγκώμια μετά από την ενάτη ωδή των κανόνων, προς το τέλος του όρθρου, και λίγο μόνο πριν την έξοδο και λιτάνευση του Επιταφίου.  Αυτό προφανώς συμβαίνει για να έχει προσέλθει το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου.
Η μετάθεση, λοιπόν, αυτή από μόνη της ωθεί τα πράγματα ώστε να θεωρηθούν τα εγκώμια, κακώς κάκιστα, ως το κύριο μέρος της Ακολουθίας αλλά και να παραγκωνίζονται άλλα μέρη πολύ πιο σημαντικά και ουσιώδη.  Γιατί ο κόσμος να ακούσει τα εγκώμια και όχι τον κανόνα που, σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, είναι το πιο διδακτικό μέρος του όρθρου; 
Φρονούμε μάλιστα ότι η υπερτίμηση αυτή του μέρους αυτού της ακολουθίας, συνοδευομένη από τον στείρο συναισθηματισμό που καλλιεργείται τις ημέρες αυτές κατά μίμηση  των παπικών, οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι τα εγκώμια θεωρήθηκαν θρήνος και μοιρολόι για τον εκουσίως παθόντα Κύριο.  Ευνόητο τυγχάνει ότι κάτι τέτοιο και δεν συνάδει με τον πανηγυρικό χαρακτήρα του Μ. Σαββάτου, οπότε ψάλλεται θεός κύριος και όχι αλληλούια, μεγάλη δοξολογία και αναστάσιμα ευλογητάρια, και πάσχει από διδακτικής και δογματικής επόψεως αφού μεταβάλει την εις Άδου Κάθοδο και το εκεί κήρυγμα του Κυρίου σε γεγονός όχι σωτηριολογικό αλλά θλιβερό.  Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον δυτικό συναισθηματισμό που αδυνατεί να ξεπεράσει τη Μ. Παρασκευή, την οποία θεωρεί κορωνίδα των εορτών, και να φτάσει στο Πάσχα.  Ατυχώς παραθεωρείται το γεγονός της Αναστάσεως και υπερτονίζεται η Θυσία του Κυρίου η οποία όμως χωρίς την Ανάσταση, κατά τον Παύλο, μεταβάλει το κήρυγμα σε κενό ρήμα και ματαιότητα.  Μιλούμε, στην πραγματικότητα, για την νοοτροπία του αποστόλου Πέτρου, ο οποίος προσπαθούσε, από υπερβάλοντα ζήλο και αγάπη για τον Χριστό, να ματαιώσει    το εκούσιο Πάθος.  Νοοτροπία φυσικά που καταδικάζει η Εκκλησία μας αφού ο ίδιος ο Κύριο κατεδίκασε λέγοντας „Υπαγε οπίσω μου, Σατανά Ότι ού φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων” (Μαρκ. η΄, 33).
 Ας δούμε τι λέει ο π. Δοσίθεος, ηγούμενος της μονής Τατάρνης, στον υπομνηματισμό του στο τυπικό του Αγίου Σάββα που εξέδωσε η παραπάνω Ιερά Μονή:
«’Εγκώμιον=ὕμνος ἤ λόγος πανηγυρικός καί ἐπαινετικός ἐν κώμοις ἤγουν ἐν πανηγύρει, ἐν πομπή μετά συνοδείας.  Τά πρός εὐφημίαν καί ἔπαινον ἀδόμενα ἐγκώμια μετεβλήθησαν ἐνταῦθα εἰς ἐπιτάφιον θρῆνον, καίτοι τά τυπικά οὐδόλως ὁμιλοῦσι περί θρήνου.  Εἰσί δέ τά ἐγκώμια μετρίας ποιητικῆς ἀξίας μόλις μετά τόν ΙΒ΄αἰῶνα ἀναφερόμενα.  Διό καί αἱ σλαυικαί Ἐκκλησίαι, αἱ ἐνωρίτερον λαβοῦσαι τάς λειτουργικάς δέλτους, ἀγνοοῦσι ταῦτα.  Ποιητικῶς καί θεολογικῶς εἰσίν ὑποδεέστερα τῆς λοιπῆς ἱερᾶς ἀκολουθίας, ὄντα δέ καί τινα παράχορδα καί ἄῤῥυθμα.  Ὁ ἀνώνυμος ποητής ἀγωνιᾶ ἵνα κατασκευάση ἐγκώμια κατά ἀριθμόν τῶν στίχων τοῦ Ἀμώμου (185, ἐάν δέν ἀπατῶμαι) διό καί δέν ἐπιτυγχάνετει πάντοτε τό ποθούμενον.  Ἐμπεριέχουσι θρήνους καί οἰμωγάς, καταξέσεις παρειῶν καί ἀπομαδαρώσεις, σχετλιασμούς καί ἀράς, ξένα πάντα πρός το θεολογικόν βάθος τοῦ ἐπακολουθῦντος θεσπεσίου κανόνος.  Ὅμως ἐπειδή ἔχουσιν ἁπλότητα σκέψεων καί πλοῦτον συναισθηματικόν, εἰσί λίαν προσφιλῆ παρά τῶ εὐσεβοῦντι λαῶ». (σελ. 412-13 υποσημείωση 5).  Καί βέβαια ούτε εμείς ούτε ο π.Δοσίθεος υποστηρίζουμε την απάλειψη των εγκωμίων αλλά τα λόγια του π.Δοσιθέου εκφράζουν την πίστη, την θεολογία της Εκκλησίας σχετικώς με τα γεγονότα του εκουσίου Πάθους και της Ταφής του Κυρίου.  Εκείνο που προτείνουμε είναι η επιστροφή στο ορθό φρόνημα και συνεπώς η μετρίαση της σημασίας που έχει αποδοθεί στα εγκώμια με ταυτόχρονο τονισμό άλλων μερών της ακολουθίας όπως ο κανόνας ή ακόμα, ευχής έργον θα ήταν, των υπέροχων Πατερικών αναγνώσεων.
Για τη θέση δε των εγκωμίων και την μετάθεσή τους στο τέλος λέει αριστουργηματικά ο άγιος ηγούμενος : «...Τοῦτο ὅμως  κατακρήμνησις ἐστιν.  Ἀπό τοῦ ὕψους τοῦ κανόνος εἰς τό βάθος τῶν ἐγκωμίων» (σελ.423 υποσημείωση 14).
Ένα δεύτερο λάθος, μια επόμενη παρατυπία, απόρροια ασφαλώς της πρώτης, είναι ότι στους ενοριακούς Ναούς γίνεται προσπάθεια ώστε τα εγκώμια να τα ψάλλει όλος ο λαός μαζί.  Δε θα αναφερθούμε στο θέμα της συμψαλμωδίας γενικώς  το οποίο έχουν εξαντλήσει οι άγιοι Πατέρες και οι Κανόνες της Εκκλησίας μας που απαιτούν στην εκκλησία να ψάλλουν μόνον οι κανονικοί, μάλιστα κανονικώς χειροτονημένοι, ψάλτες και από «διφθέρας» από μουσικό δηλαδή κείμενο.   Θα διατυπώσουμε όμως την θέση ότι η προσπάθεια αυτή, τις ημέρες μάλιστα κατά τις οποίες οι πλείστοι για εθιμοτυπικούς και πολιτιστικούς λόγους θυμούνται να περάσουν το κατώφλι του Ναού, δεν ωφελεί κανένα.   Η προσπάθεια αυτή γίνεται εις βάρος του τυπικού, και άρα της θεολογίας όπως είπαμε παραπάνω,  αφού μεταθέτουμε την θέση των εγκωμίων για να προλάβει ο κόσμος. Γίνεται εις βάρος της ποιμαντικής αφού άνθρωποι που δεν έχουν καμία εκκλησιαστική παιδεία ξαφνικά γίνονται ψάλτες και το καυχώνται μάλιστα.  Αντί να μεταδώσουμε στους ανθρώπους αυτούς, που θα ξαναδούμε την επόμενη Μ. Εβδομάδα, το ταπεινό φρόνημα της ορθοδόξου παραδόσεως τους βαπτίζουμε αυτομάτως διδασκάλους, κήρυκες και μελωδούς.  Αντί να κάνουμε μια ελάχιστη προσπάθεια να τους βοηθήσουμε να αντιληφθούν την αρρώστιά τους, του δίνουμε άλλοθι και ευκαιρία να θεωρήσουν εαυτούς όχι μόνον πιστούς και ενεργά μέλη του εκκλησιαστικού Σώματος αλλά και ανθρώπους με εκκλησιαστικό διακόνημα.   Και πέρα από όλα αυτά η στάση και η προσπάθεια αυτή οδηγεί στο τρίτο λάθος που είναι η ψαλμώδηση των εγκωμίων και η κατακρεούργηση της εκκλησιαστικής μας μουσικής. 
Τρίτο  λάθος, λοιπόν είναι το μέλος με το οποίο αποδίδονται οι συγκεκριμένου ύμνοι.  Πέρα από την χάβρα που δημιουργείται αφού οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν το μέλος των ύμνων, πολλοί είναι παράφωνοι, απουσιάζει ο στοιχειώδης συντονισμός και η πλειοψηφία αδυνατεί ακόμα και να αναγνώσει την γλώσσα των ύμνων, υφίσταται τρομερό πρόβλημα, ακόμη κι αν ψάλλον μόνον οι ψάλτες, με την ψαλμωδία ιδιαιτέρως της τρίτης στάσεως των εγκωμίων.   Το παραδοσιακό, βυζαντινό μέλος του τρίτου ήχου έχει σχεδόν πανταχού αντικατασταθεί με κανταδίστικο μέλος γεμάτο συναισθηματισμό και θηλυπρέπεια.  Η ιεροπρέπεια χάνεται και νομίζει κανείς ότι βρίσκεται σε κάποιο παράθυρο των Ιονίων Νήσων και τραγουδάει περιμένοντας την καλή του να προβάλλει στο παραθύρι.  Η θεολογία πάει περίπατο και οι οδυρμοί, για τους οποίου έκανε λόγο ο π. Δοσίθεος, αποκτούν και το κατάλλληλο μέλος.  Το σοβαρό, ρεαλιστικό, θεολογικό, ιεροπρεπές μέλος των αγίων μας δίνει τη θέση του στο μέλος του Γαϊτάνου και αντίστοιχα τα βιώματα των αγίων τη θέση τους στα βιώματα του τραγουδιστού.  Ας προσπαθήσουν οι ιερείς και οι ψάλτες να μάθουν τον σωστό τρόπο ψαλμωδίας για να μην γελοιοποιείται η στιγμή και να μην μεταβάλλεται ο Ναός σε αίθουσα συναυλίας.
Ένα τέταρτο λάθος, λάθος που έχει εμποτίσει τη λειτουργική ζωή όχι μόνο της Μ. Εβδομάδος αλλά του όλου ενιαυτού, είναι η περικοπή Σε κάθε Μητρόπολη, σε κάθε ενορία, κάθε δεσπότης και παπάς, αλλά και κάθε εκδότης, τυπώνει, για να επιτευχθεί ο παραπάνω σκοπός της συμψαλμωδίας, ή της χάβρας επί το ορθώτερο, φυλλάδια με μερικά από τα εγκώμια.  Τα εγκώμια από 185 γίνονται ξαφνικά  σαράντα ή πενήντα και τα υπόλοιπα, μαζί με πολλά άλλα μέρη των ακολουθιών, περνούν στην λήθη της ιστορίας.  Η λογική ότι είμαι ο άρχων της ακολουθίας και αυτός που κρίνει τι θα ειπωθεί, πώς θα ειπωθεί και πότε θα ειπωθεί εδραιώνεται και με αυτήν την ευκαιρία.  Με μεγάλη ευκολία ο δεσπότης ή ο παπάς κάθεται στο γραφείο του και αποφασίζει τι χρειάζεται και τι δεν χρειάζεται, τι προτιμά και τι δεν τον αναπαύει.  Μόνο κριτήριο το προσωπικό του βίωμα.  Νοοτροπία καταστροφική για την λειτουργική μας ζωή αλλά κα γενικώς για την εκκλησιαστική μας πορεία. 
Ένα πέμπτο λάθος, στο οποίο ακροθιγώς μόνον αναφερθήκαμε, είναι ότι ψάλλουμε μεν τα εγκώμια, έστω και κουτσουρεμένα, παραλείπουμε όμως τους στίχους του Αμώμου επί των οποίων συντάχθηκαν.  Ο Άμωμος, που αναγιγνώσκεται με ελάχιστες εξαιρέσεις καθημερινά όλο τον χρόνο είτε στο μεσονυκτικό είτε στον όρθρο ως κάθισμα (Σάββατο και Κυριακή) είναι ένας από τους θεολογικώτερους και πιο ωφέλιμους ψαλμούς οπότε καλώς υποστηρίζει ο π.Δοσίθεος «κρείτον ἐστι καταλεῖψαι τα εγκώμια ἤ τόν Ἄμωμον» (σελ 143).
Εν κατακλείδι τα λεγόμενα εγκώμια έχουν επικρατήσει και τα περιλαμβάνουν και όλα τα τυπικά οπότε ορθώς λέγονται αλλά ας κάνουμε μία προσπάθεια να λέγονται με τρόπο και διάθεση που θα ωφελεί και δεν θα ξεθεμελιώνει την όλη θεολογία.  Ας γίνει κατανοητό ότι δεν είναι το αρτιότερο ποιητικό και θεολογικό δημιούργημα της λειτουργικής μας ζωής και ας βρουν την πραγματική τους αξία μέσα σε αυτήν χωρίς υπερτιμήσεις και υπερβολέςΑς ψάλλονται ταπεινά, λιτά όμορφα από τους ιερείς και τους ψάλτες, όπως ορίζει το τυπικό, με τους στίχους του Αμώμου που είναι έγκλημα να απαλείφουμε και σε μέλος ιεροπρεπές και σοβαρό που δεν θα μεταβάλει την χαρμολύπη της ακολουθίας σε ηπειρώτικο μοιρολόι ή σε συναυλία και χάβρα.  Μόνο με τον τρόπο αυτό οι πιστοί που θα προσέλθουν θα πάρουν μαζί τους κάτι λίγο από το γνήσιο λειτουργικό φρόνημα και ίσως κάτι να τους αγγίξει πραγματικά και όχι συναισθηματικά και επιφανειακά. 
ΈΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΟΡΘΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΤΩΝ ΕΓΚΩΜΙΩΝ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ Ι.Μ.ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ
Πηγή Φωτό: http://www.parapolitikaargolida.gr/2012/04/ek.html


Read more: http://www.egolpion.com/egkomia.el.aspx#ixzz3Whh57Igp

Ο ΝΥΜΦΙΟΣ ΣΤΟΥΣ «ΝΥΜΦΙΟΥΣ»

 



Ο  ΝΥΜΦΙΟΣ
ΣΤΟΥΣ   «ΝΥΜΦΙΟΥΣ»
π. Β. Σπηλιόπουλος
 
     Οι ακολουθίες της Μ. Εβδομάδος ξεκινούν στην πραγματικότητα από την ακολουθία του Όρθρου της Μεγάλης Δευτέρας η οποία είθισται, όπως και οι όρθροι της Μ.Τρίτης και της Μ.Τετάρτης, να αποκαλούνται «ακολουθία του νυμφίου»  ή απλά «νυμφίος» ακριβώς διότι σε αυτούς ψάλλεται το γνωστό τροπάριο «ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός».  Και αυτή, όμως , η ιερή ακολουθία δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τον έντονο συναισθηματισμό ο οποίος έχει ποτίσει όλο το σύγχρονο ενοριακό, και όχι μόνο, λειτουργικό κύκλο.  Το κοσμικό φρόνημα έχει και εδώ επικρατήσει και γίνεται αντιληπτό από συγκεκριμένα στοιχεία της ακολουθία όπως:
          α) Το ωράριο τελέσεως των ακολουθιών.  Είθισται ο όρθρος αυτός αλλά και όλοι οι όρθροι της Μεγάλης Εβδομάδος να τελούνται το εσπέρας της προηγουμένης για να μπορεί ο πιστός λαός να συμμετάσχει.  Αυτό βέβαια, ως κατ’ οικονομίαν πράξη της Εκκλησίας, δεν αποτελεί το πιο σημαντικό «ολίσθημα» όμως γεννάται εύλογο το ερώτημα: γιατί αυτή η μετάθεση; Γιατί να μην τελείται κανονικά ο όρθρος το πρωί και ο Εσπερινός το απόγευμα αλλά γίνονται εντελώς αντίστροφα;  Γιατί ο κόσμος πρέπει να μετάσχει μόνον στον όρθρο και όχι στον Εσπερινό αφού μάλιστα τα τροπάρια και στις δύο περιπτώσεις, τουλάχιστον μέχρι και την Μ. Πέμπτη, είναι τα ίδια; Γιατί να μην έχουν οι πιστοί την ευκαιρία να ακούσουν τα ίδια τροπάρια κατά τον Εσπερινό που είναι συνημμένος με την ακολουθία της προηγιασμένης λειτουργίας που ο πολύς κόσμος παντελώς αγνοεί την ύπαρξη της;
Βέβαια η οικονομία αυτή και η μετάθεση του ωραρίου προστατεύει από ένα μεγαλύτερο, ίσως, ατόπημα και σφάλμα που θα λάμβανε χώρα αν ο κόσμος δεν αρκούταν στην απλή συμπροσευχή κατά την Εσπερινή προηγιασμένη αλλά προσερχόταν και στο Άγιο Ποτήριο να μεταλάβει ενώ ήταν φαγωμένος.  Ούτως ή άλλως όμως αυτό συμβαίνει, κακώς, όλη την διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής όπου οι πιστοί κοινωνούν σε εσπερινές προηγιασμένες αγνοώντας ότι οι Κανόνες της Εκκλησίας, το Τυπικό και η Ιερά Παράδοση απαιτεί για την συμμετοχή στη Θεία Κοινωνία ΠΛΗΡΗ αποχή από φαΐ και νερό από το μεσονύκτιο της προηγουμένης. Και η ευθύνη μεν για την φοβερή αυτή αταξία βαραίνει εμάς τους κληρικούς που τελούμε εσπερινές προηγιασμένες χωρίς να υπενθυμίζουμε στους πιστούς την περί ασιτίας προϋπόθεση αποδεικνύει δε ότι δεν είναι αυτός ο λόγος της μετάθεσης των ακολουθιών αλλά λόγοι καθαρώς κοσμικοί την επιβάλλουν. 
Ταπεινώς φρονούμε ότι δεν είναι αδύνατη η επιστροφή στην τάξη και μάλιστα θα βοηθούσε πολύ αν οι όρθροι των πρώτων ημερών τελούνταν κανονικά το πρωΐ και οι εσπερινοί το απόγευμα, μαζί με την Προηγιασμένη, ενώ η ακολουθία των Παθών, κατά το τυπικό, αργά το βράδυ της Μ. Πέμπτης, οι Ώρες το πρωί της Μ. Παρασκευής, ο εσπερινός της Αποκαθηλώσεως, χωρίς τα θέατρα και τα δρώμενα φυσικά, το μεσημέρι της Μ. Παρασκευής (όπως ακόμα είθισται να τελείται σε χωριά της πατρίδος μας), ο όρθρος του Μ. Σαββάτου ξημερώματα της ημέρας  (όπως ευτυχώς σε μερικά ακόμη μέρη της πατρίδος μας γίνεται), ο εσπερινός του Πάσχα με τη λειτουργία του Μ. Βασιλείου το μεσημέρι του Σαββάτου, γεγονός που θα απέτρεπε, σε συνδυασμό με την απαίτηση για νηστεία, την αθρόα προσέλευση εντελώς απροετοίμαστων ανθρώπων που κοινωνούν για «το καλό», ενώ η παννυχίδα της Αναστάσεως, ο Όρθρος του Πάσχα και η Θεία Λειτουργία τα ξημερώματα της Κυριακής όπως συνέβαινε πριν από μερικά χρόνια σε όλη την επαρχία.  
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι όλη αυτή η καινοφανής τελετή γίνεται κατά παράβασιν ακόμα και του ισχύοντος τυπικού του Βιολάκη το οποίο, όπως έχουμε ξανατονίσει, είναι το πιο ανεκτικό, το πιο «ελαστικό», το πιο «επιεικές» ως προς την τήρηση της ακριβούς τάξεως και το πιο καινοτόμο.  Κι όμως ούτε καν αυτό το τυπικό δεν περιλαμβάνει έξοδο νυμφίου και εμείς συνεχίζουμε κανονικά, ή μάλλον αντικανονικά, να την τελούμε τόσο σε ενοριακούς ναούς όσο και αυτό είναι το χειρότερο, και σε Ιερές Μονές.
Κανένα λοιπόν παλαιό τυπικό, ούτε καν του Βιολάκη, δεν αναφέρεται σε λιτάνευση της εικόνος του νυμφίου.  Ας δούμε όμως τι μας λέει και ο π. Δοσίθεος, ηγούμενος της Μονής Παναγίας Τατάρνης και λάτρης της τάξεως της Εκκλησίας, σχετικώς με την εικόνα αυτή του νυμφίου:
«Τά ἐν τοῖς ἐνοριακοῖς Ναοῖς τελούμενα, καθ’ ἅ ψαλλομένου τοῦ Ἰδού ὁ Νυμφίος, εἰσοδεύει ὁ ἱερεύς κρατῶν εἰκόνα τοῦ „Νυμφίου” ἤ καί ὁλόσωμον „Νυμφίον” φοροῦντα χλαμύδα κοκκίνην, ἔχοντα ἐμπεπαρμένον ἀκάνθινον στέφανον καί βαστάζοντα κάλαμον καί μονονουχί γοερῶς κράζοντα, ξένα ὄντα παντάπασι πρός τήν λογικήν λατρείαν, οὐ δεῖ τελεῖσθαι καί ἐν ταῖς ἱεραῖς Μοναῖς.  Οἶμαι δέ οὐδ’ ἐν τοῖς ἐνοριακοῖς Ναοῖς.  Ἡ εἰκών αὕτη τοῦ πάθους προέρχεται ἀπό τό Ecce homo τῶν Λατίνων.  
Ἐξ’ ἄλλου τί Ἰδοῦ ὁ νυμφίος ἔρχεται ὀλίγην σχέσιν ἔχει πρός τό πάθος τοῦ Κυρίου.  Ἀναφέρεται εἰς τήν παραβολήν τοῦ πιστοῦ καί φρονίμου οἰκονόμου (Λουκᾶ ΙΒ, 35-48) καί προτρέπει εἰς ἐγρήγορσιν τούς πιστούς.  Ὡς ἐκ τούτου τό Ἰδοῦ ὁ νυμφίος λέγεται εἰς τά μεσονυκτικά παντός τοῦ ἐνιαυτοῦ καί οὐχί μόνον κατά τάς πρώτας ἡμέρας τῆς Μ. Ἑβδομάδος.  Γίνεται οὕτω πως σύγχυσις μεταξύ τοῦ νυμφίου τῆς παραβολῆς καί τοῦ Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας τοῦ ιε΄ἀντιφώνου τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων Παθῶν (ὄρθρος τῆς ἁγίας καί Μεγάλης Παρασκευῆς).  Ὑπάρχει δέ καί ἀνακολουθία.  Δεδεμένος καί ἐν πορφύρα καί μετά ἀκανθίνου στεφάνου ὡράθη ὁ Κύριος εἰς τό πραιτώριον τό πρωΐ πρωΐ τῆς Μεγ. Παρσκευῆς καί οὐχί τῆ Μεγ. Δευτέρα.  Τότε εἰσήρχετο καί ἐξήρχετο τῆς Ἱερουσαλήμ καταρώμενος ἅμα καί ξηραίνων τήν ἄκαρπον συκῆν.  Ὅθεν ξένα ταῦτα καί ἀλλότρια των ἀρχαίων τυπικῶν διατάξεων, ἀλλά γε καί τοῦ πνεύματος τῶν ἡμερῶν»  (Τυπικόν τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Σάββα τοῦ ἡγιασμένου, διορθωθέν μέθ’ὅσης ἐπιμελείας καί ὑπομνηματισθέν τό κατά δύναμιν ὑπό ἀρχιμ. Δοσιθέου ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης, ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Παναγίας Τατάρνης, σελ. 380, ὑποσημείωση 4)
        β) Η Εικόνα του νυμφίου και η περιφορά της. Γιατί λοιπόν αυτή η μετάθεση; Γιατί αυτή η βαρύτητα στον όρθρο; Μα για να παρακολουθεί ο κόσμος τα νεωτερίστικα εφευρήματα όπως την έξοδο του Εσταυρωμένου και την Αποκαθήλωση ή για να ψάλει τα εγκώμια την Μ. Παρασκευή το βράδυ, να προλάβει να κοινωνήσει το Σάββατο, πριν τα ψώνια του, και να προετοιμαστεί για το ταξίδι του.  Και γιατί και ο Όρθρος της Μ. Δευτέρας βράδυ; Μα για να παρακολουθήσουμε την έξοδο του νυμφίου, της εικόνος δηλαδή που είθισται στις ενορίες με στόμφο και καμάρι να περιφέρουμε εντός του Ναού κατά την ψαλμωδία του αντιστοίχου τροπαρίου ή,  σε πολλούς πλέον Ναούς, την έξοδο όχι της εικόνος αλλά του ολόσωμου αγαλματιδίου. 
        γ) Παράλειψη το Ψαλτηρίου. Ένα λάθος που δεν αφορά βέβαια μόνον την Μεγάλη Εβδομάδα αλλά όλο τον λειτουργικό κύκλο του χρόνου και όλες τις Ιερές ακολουθίες.  Το ψαλτήρι, η βάση της λειτουργικής ζωής, έχει πέσει σε πλήρη αχρησία.  Ενώ θα έπρεπε να αναγιγνώσκεται κατά την διάρκεια των ιερών ακολουθιών ολόκληρο άπαξ της εβδομάδος τον υπόλοιπό χρόνο, δις της εβδομάδος κατά την Μ. Τεσσαρακοστή και άπαξ την Μ. Εβδομάδα ως και την Τετάρτη οπότε σχολάζει μέχρι την Κυριακή του Θωμά (αυτό το σχολάζει είναι και το μόνο που τηρείται απαρεγκλίτως) βρίσκεται, στην καλύτερη των περιπτώσεων και αν βρίσκεται, ερμητικά κλειστό στα ντουλάπια του αναλογίου.
Ακόμα και το τυπικό του Βιολάκη το περιλαμβάνει κανονικά και όμως καμιά διάθεση για επαναφορά στην τάξη!  Μάλιστα σε υποσημείωση του τυπικού γράφονται τα εξής «Συνήθως παραλείπεται το Ψαλτήριον τῆς ἡμέρας ἐν ταῖς πλείσταις τῶν Ἱερῶν Ἐκκλησιῶν κα΄τα τούς ὄρθρους τούτους, εἴτε χάριν τῆς συντομίας εἴτε καί διότι είσί πέντε Καθίσματα ὡρισμένα καθ’ἑκάστην ταῶν τριῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς Μ. Ἑβδομάδος, καί ἀναγιγνώσκεται ιδιαιτέρως τό πρωΐ ὑπό τοῦ Ἱερέως» (σελ.354-355).  Και αφήνοντας ασχολίαστο το κατά πόσο ωφέλιμη αλλά και το κατά πόσο τηρείται η τάξη αυτή, να αναγιγνώσκει δηλαδή μόνος του ο ιερέας το Ψαλτήρι διαβάζουμε παρακάτω μια πολύ εύκολη και διακριτική λύση ώστε τουλάχιστον να μην κατακρημνίζεται ο σκελετός και η όλη διάρθρωση της ακολουθίας του όρθρου γενικώς αλλά και ειδικώς τη Μεγάλη εβδομάδα:
„...ἀλλ’ εὐχῆς ἔργον ἐστίν ἵνα ἀναγινώσκεται μέρος τουλάχιστον τῶν πέντε Καθισμάτων εἰς ἀκρόασιν καί τοῦ λαοῦ, καθ’ὅσον μάλιστα τό Ψαλτήριον ἐθεωρήθη ἀνέκαθεν ἡ βάσις τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν προσευχῶν καί ἡ ἐπιούσιος πνευματική τροφή ἑκάστου χριστιανοῦ, ὡς ἐσημειώθη ἐν τῆ προθεωρία” (σελ.355).
        Ας προσπαθήσουμε λοιπόν όλοι να επιστρέψουμε στην ανόθευτη λειτουργική παράδοση που αποτελεί και συνέχεια αλλά και βάση της όλης πνευματικής ζωής.  Ας μη νοθεύουμε μα αλλότριο πυρ το καθαρό πυρ της Θεοπατροπαράδοτης Παραδόσεως.  Δεν είναι τα καινοτόμα εφευρήματα αυτά που κάτι έχουν να δώσουν στους πιστούς, δεν είναι η γαρνιτούρα αυτή που χορταίνει, αλλά η βίωση της λιτότητος, της απλότητος, της ταπείνωσης.
 
Πηγές φωτογραφιών εδώ, εδώ και εδώ
 
 
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον      www.egolpion.com 
13  ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014


Read more: http://www.egolpion.com/nymfios_spiliopoulos.el.aspx#ixzz3WhfWyvLQ

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Ο Θεός μας στέλνει ανθρώπους , αλλά εμείς ζούμε στο παρελθόν η στο μέλλον…

 


dokimasia
Το λάθος μας πάντα είναι ότι δεν παίρνουμε στα σοβαρά αυτό που είναι η δεδομένη, η παρεχομένη σημερινή ημέρα της ζωής μας, το ότι ζούμε στο παρελθόν ή στο μέλλον και το ότι όλο και περιμένουμς κάποιαν ιδαίτερη μέρα,
οπότε η ζωή μας θα ξεδιπλωθεί και θα αποκτήσει όλη την σημασία και σπουδαιότητά της και δεν προσέχουμε ότι η ζωή μας κυλάει και φεύγει σα νερό, που διαρρέει μέσα από τα δάκτυλα του χεριού, ή όπως τον πολύτιμο σπόρο, που διαπερνά και πέφτει από μη σφιχτοδεμένο σακκί.

Συνεχώς, την κάθε μέρα και την κάθε ώρα, ο Θεός μας στέλνει ανθρώπους είτε περιστάσεις είτε καθήκοντα, που πρέπει να χρησιμεύσουν σαν αφετηρία στην αναγέννησή μας, αλλά εμείς δεν του δίνουμε προσοχή, με αποτέλεσμα την κάθε ώρα να εναντιωνόμαστε στο θέλημα Του Θεού για μας. Και πράγματι, πως μπορεί ο Θεός να μας βοηθήσει; Μόνο στέλλοντάς μας στην καθημερινή μας ζωή συγκεκριμένους ανθρώπους και συγκεκριμένες συγκυρίες περιστάσεων. Αν δε την ώρα της ζωής μας την δεχόμαστε σαν την ώρα, όπου εκδηλώνεται του Θεού το θέλημα για μας και σαν την αποφασιστική, την σπουδαιότατη και μοναδική ώρα της ζωής μας, οποίες ως την ώρα εκείνη κρυμμένες πηγές χαράς, αγάπης και δύναμης θα ξεπηδούσαν και θα ανέβλυζαν από τα βάθη της ψυχής μας!
Να δεχόμαστε, λοιπόν, με σοβαρότητα κάθε άνθρωπο, που συναπαντούμε στον δρόμο της ζωής μας και να παίρνουμε στα σοβαρά κάθε ευκαρία και δυνατότητα να κάνουμε έργο καλό και νάστε βέβαιοι ότι μ’ αυτό τον τρόπο κάνετε αυτό, που θέλει ο Θεός για σας στις συγκεκριμένες εκείνες περιστάσεις, την δεδομένη εκείνη ημέρα και ώρα.
Αν αγαπούσαμε τον Θεό περισσότερο, πόσο εύκολα θα Του εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας και τον κόσμο ολόκληρο με όλες τις αντινομίες του και τις ακατανόητες πλευρές του! Όλες οι δυσκολίες οφείλονται στο ότι οι άνθρωποι δεν αγαπούν ο ένας τον άλλον αρκετά. Εκεί όπου υπάρχει αγάπη δεν μπορούν να υπάρχουν δυσκολίες.
Πολλή από την σύγχυση, που υπάρχει ανάμεσα στους σύγχρονους Χριστιανούς, θα διαλύοταν, αν είμαστε πραγματικά Χριστιανοί με την κυριολεκτική, Ευαγγελική σημασία της λέξης, θα λυόταν, ανάμεσα σ’ άλλα, και το θέμα της σημασίας του πόνου στη ζωή,του να υποφέρουμε “όπως ο Κύριος υποφέρει”… και άλλα πολλά. Λαμβάνοντας υπόψη την ακόρεστη και άπληστη προσκόλλησή μας στα αγαθά του κόσμου τούτου – όταν η ίδια η προσκόλληση στα αγαθά του κόσμου τούτου – όταν αυτή η ίδια η προσκόλληση γίνεται πρόξενος πολλού πόνου – για ποιο θρησκευτικό και πνευματικό νόημα της ζωής μας, περιλαμβανομένου και του δικού μας πόνου, μπορούμε να μιλούμε;
πρεσβ. Αλεξάνδρου Ελτσιανίνωφ

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

«Νηστεία σημαίνει πείνα για το Θεό» π. Αλέξανδρος Σμέμαν.


«Νηστεία σημαίνει πείνα για το Θεό». 
«Μόνο αυτός που ευχαριστεί ζει αληθινά».


Όταν διψάσεις, θα ανακαλύψεις τη γεύση του νερού, που αγνοούσες λόγω της συνήθειας. Βάλε το στόμα σου στο τρεχούμενο νερό και γεύσου τις σταγόνες που σου έκαναν τη χάρη να μείνουν για να σε δροσίσουν.

Όταν πεινάσεις, θα ανακαλύψεις τη γεύση του ψωμιού, που αγνοούσες λόγω της συνήθειας. Φάε το ψωμί σου αργά και ταπεινά. Δέξου το με ευγνωμοσύνη ως δώρο και θα σου είναι πιο γλυκό κι από το μέλι.

Με τη νηστεία που μας διατηρεί σε κατάσταση πείνας, ασκούμαστε να λαμβάνουμε την τροφή και τη ζωή ευχαριστιακά. Να τη λαμβάνουμε ως δώρο από τα χέρια του Θεού. 

Η νηστεία -ως πείνα και δίψα- ανοίγει άλλες προοπτικές, άγνωστες παντελώς στον κορεσμένο άνθρωπο. Το ψωμί, τα φρούτα, το νερό γίνονται ξαφνικά τόσο όμορφα…εμπνέουν τόσο σεβασμό που θέλεις να τα φιλήσεις… Τα απλά ακτινοβολούν μια αγνή ομορφιά που τα κάνει πιο ποθητά από τα πολυποίκιλα και επιτηδευμένα…
Η νηστεία, ως πείνα και δίψα, δίνει στην τροφή και τη ζωή τη γεύση της ευλογίας και της ευχαριστίας. Βλέποντας το ψωμί και το νερό ως δώρο του Θεού, ανακαλύπτεις τελικά παντού γύρω σου τα κρυμμένα Του δώρα… Έχει δίκιο ο π. Αλέξανδρος. “Μόνο αυτός που ευχαριστεί ζει αληθινά”!
Η πείνα και η δίψα της νηστείας είναι στο βάθος της πείνα και δίψα για τον Θεό. Αυτό το ζεις πραγματικά στην εσπερινή λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, όταν όλη μέρα πεινάς και διψάς τον Άρτο και τον Οίνο της Ευχαριστίας...

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Μεγάλη Παρασκευή

 








Από το φως της Μεγάλης Πέμπτης – με το Μυστικό Δείπνο: την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας – μπαίνουμε στο σκοτάδι της Μεγάλης Παρασκευής, στην ημέρα δηλαδή του Πάθους του Κυρίου, του Θανάτου και της Ταφής Του.Στην πρώτη Εκκλησία αυτή η ημέρα, η Μεγάλη Παρασκευή, ονομαζόταν «Πάσχα του Σταυρού». Πραγματικά, αυτή η ημέρα, είναι η αρχή της Διάβασης, του Περάσματος, του οποίου το βαθύτερο νόημα θα μάς αποκαλυφθεί σιγά – σιγά, πρώτα στη θαυμαστή ησυχία του Μεγάλου και Ευλογημένου Σαββάτου και ύστερα, στη χαρά της Αναστάσιμης Ημέρας.

Ας δούμε πρώτα τι είναι αυτό το Σκοτάδι. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι το σκοτάδι της Μεγάλης Παρασκευής δεν είναι απλά και μόνο συμβολικό ή αντικείμενο ανάμνησης. Πολύ συχνά, όταν συμμετέχουμε στις όμορφες και κατανυκτικές ακολουθίες αυτής της ημέρας, νιώθουμε την επιβλητική θλίψη που τις διακατέχει, αλλά ταυτόχρονα βιώνουμε και κάποιο αίσθημα αυτοθαυμασμού και αυτοδικαίωσης. Πριν από δυο χιλιάδες χρόνια κάποιοι «κακοί» άνθρωποι θανάτωσαν το Χριστό. Σήμερα εμείς, οι «καλοί» Χριστιανοί, στολίζουμε πολυτελείς Τάφους στις Εκκλησίες μας! Δεν είναι αυτό τρανό σημάδι της καλοσύνης μας;... Ναι, αλλά η Μεγάλη Παρασκευή δεν ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με το παρελθόν. Δεν είναι μια απλή ανάμνηση γεγονότων, αλλά είναι ημέρα που αποκαλύπτεται η Αμαρτία και το Κακό, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία μάς καλεί ν’ αναγνωρίσουμε την τραγική πραγματικότητά τους και τη δύναμή τους στον «κόσμο τούτο». Γιατί η Αμαρτία και το Κακό δεν εξαφανίστηκαν, αλλά, αντίθετα, αποτελούν ακόμα το βασικό νόμο του κόσμου και της ζωής μας. Αλλά μήπως και μεις, οι αυτοκαλούμενοι Χριστιανοί, συχνά δεν έχουμε τη λογική του κακού που είχαν οι Αρχιερείς των Εβραίων, ο Πόντιος Πιλάτος, οι Ρωμαίοι στρατιώτες και όλο εκείνο το πλήθος που μισούσε, βασάνιζε και φόνευε τον Χριστό;

Ποια στάση θα κρατούσαμε άραγε αν ζούσαμε στα Ιεροσόλυμα την εποχή του Πιλάτου; Αυτή είναι μια ερώτηση που απευθύνεται στον καθένα μας μέσα από τις λέξεις των ύμνων της Μεγάλης Παρασκευής. Τούτη η ημέρα είναι πραγματικά η «ημέρα του κόσμου τούτου», κρίνεται ο κόσμος μας, αληθινά και όχι συμβολικά, και καταδικάζεται. Είναι μια πραγματική και όχι τελετουργικά καταδίκη της ζωής μας... Είναι η αποκάλυψη της αληθινής φύσης «του κόσμου τούτου» που προτίμησε τότε, αλλά και τώρα συνεχίζει να προτιμάει, το σκοτάδι αντί το φως, το κακό αντί το καλό, το θάνατο αντί τη ζωή. Έχοντας καταδικάσει τον Χριστό σε θάνατο ο «κόσμος τούτος» καταδίκασε ταυτόχρονα και τον εαυτό του σε θάνατο. Στο μέτρο που και μεις αποδεχόμαστε το πνεύμα του «κόσμου τούτου», την αμαρτία του, την προδοσία του κατά του Θεού, είμαστε και μεις επίσης καταδικασμένοι. Αυτό είναι το πρώτο και φοβερά ρεαλιστικό νόημα της Μεγάλης Παρασκευής: μια καταδίκη σε θάνατο...

Αλλά αυτή η ημέρα, οπότε φανερώθηκε και θριάμβευσε το Κακό, είναι επίσης και ημέρα Λύτρωσης. Ο Θάνατος του Χριστού αποκαλύπτεται σωτήριος για μάς, γίνεται πηγή λύτρωσης. Και είναι αυτός ο Θάνατος σωτήριος γιατί είναι η πλήρης, η τέλεια και η υπέρτατη Θυσία. Ο Ιησούς Χριστός προσφέρει το Θάνατό Του στον πατέρα Του, τον προσφέρει επίσης και σε μάς. Στον πατέρα Του γιατί, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να «πατήσει» (να καταστρέψει) το θάνατο, να σώσει τους ανθρώπους από το θάνατο. Αυτό είναι και το θέλημα του πατέρα: οι άνθρωποι να σωθούν από το θάνατο δια του θανάτου. Σε μάς προσφέρει ο Χριστός το Θάνατό Του γιατί στην πραγματικότητα ο Χριστός πεθαίνει αντί για μας. Ο θάνατος είναι ο φυσικός καρπός της αμαρτίας, είναι η τιμωρία σαν φυσική συνέπεια της αποστασίας. Ο άνθρωπος διάλεξε να αποξενωθεί από τον Θεό, αλλά μη έχοντας ζωή αφ’ εαυτού του, πεθαίνει. Στον Χριστό δεν υπάρχει αμαρτία, επομένως δεν υπάρχει θάνατος. Δέχεται όμως να πεθάνει για μάς, μόνο και μόνο γιατί μάς αγαπάει. Προσλαμβάνει και μοιράζεται μαζί μας την ανθρώπινη φύση μέχρι τέλους. Παίρνει επάνω Του την τιμωρία (θάνατος) που η ανθρώπινη φύση έχει να πληρώσει, γιατί ο Χριστός προσλαμβάνει ολόκληρη τη φύση μας μαζί με το φορτίο του ανθρώπινου ξεπεσμού. Πεθαίνει ο Χριστός γιατί έχει ουσιαστικά ταυτίσει τον Εαυτό Του με μάς, έχει κυριολεκτικά επωμιστεί την τραγωδία της ανθρώπινης ζωής. Ο Θάνατος Του, λοιπόν, είναι η μεγαλειώδης αποκάλυψη της φιλανθρωπίας και της αγάπης Του. Και επειδή ο Θάνατός Του είναι αγάπη, ευσπλαχνία, φιλανθρωπία, αλλάζει αυτόματα η φύση του θανάτου. Από τιμωρία γίνεται πράξη που αντανακλά αγάπη και συγχώρεση, δηλαδή ο θάνατος γίνεται το τέλος της αποξένωσης από τον Θεό και της μοναξιάς. Η καταδίκη μετατρέπεται σε συγγνώμη, σε ζωή...

Τελικά, ο Θάνατος του Ιησού Χριστού είναι σωτήριος θάνατος επειδή εκμηδενίζει την πηγή του θανάτου: το Κακό. Ο Χριστός δέχεται το θάνατο από αγάπη για τον άνθρωπο, και προσφέρει τον Εαυτό Του στους φονευτές Του, οι οποίοι κερδίζουν φαινομενικά τη νίκη. Όμως στην ουσία αυτή η νίκη είναι η ολοκληρωτική και αποφασιστική ήττα του Κακού.

Για να θριαμβεύσει το Κακό θα πρέπει να εκμηδενίζεται το Καλό και να αποδεικνύει το Κακό σαν τέλεια αλήθεια για τη ζωή, να δυσφημίζεται το Καλό και, με μια λέξη, να φανερώνει το Κακό την υπεροχή του. Αλλά ύστερα από όσα έπαθε ο Χριστός, είναι ο μόνος που θριαμβεύει. Το Κακό δεν έχει την παραμικρή δύναμη επάνω Του, γιατί δεν είναι δυνατόν ο Χριστός να δεχτεί το Κακό σαν αλήθεια. Έτσι με τον Χριστό η υποκρισία αποκαλύπτει το αληθινό πρόσωπό της σαν υποκρισία, ο φόνος σαν φόνος, ο φόβος σαν φόβος, και καθώς ο Ιησούς Χριστός σιωπηλά πορεύεται προς το Σταυρό και το Τέλος, η ανθρώπινη τραγωδία φτάνει στην αποκορύφωσή της. Ο θρίαμβος του Χριστού, η νίκη Του κατά του Κακού, η δόξα Του γίνονται όλο και περισσότερο εμφανή. Βλέπουμε δε σταδιακά αυτή τη νίκη να την αναγνωρίζουν, να την ομολογούν και να την διακηρύσσουν πρώτα η γυναίκα του Πιλάτου, ύστερα ο συσταυρωμένος ληστής και ο κεντηρίωνας. Και καθώς ο Χριστός πεθαίνει στο Σταυρό, αφού αποδέχτηκε ολόκληρη τη φρίκη του θανάτου: την απόλυτη μοναξιά («Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειπες;»), δεν έμεινε παρά να ακουστεί η τελευταία ομολογία: «αληθώς Θεού Υιός ην ούτος»... Αυτός, λοιπόν, είναι ο Θάνατος, αυτή είναι η Αγάπη, η Υπακοή και η πληρότητα της Ζωής που καταστρέφει ό,τι έκανε το θάνατο παγκόσμιο μοιραίο προορισμό. «Και τα μνημεία ανεώχθησαν, και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ηγέρθη...» (Ματθ. 27, 53). Ήδη αρχίζει να ακτινοβολεί η ανάσταση... Αυτό είναι το διπλό μυστήριο της ημέρας αυτής, της Μεγάλης Παρασκευής, και οι ακολουθίες με τους υπέροχους ύμνους το αποκαλύπτουν και μάς καλούν να συμμετέχουμε σ’ αυτό.

Στους ύμνους της ημέρας αυτής βλέπουμε από τη μια μεριά τη διαρκή έμφαση στο πάθος του Χριστού σαν την αμαρτία των αμαρτιών, το έγκλημα των εγκληματιών. Στον Όρθρο, που γίνεται τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ, διαβάζονται τα δώδεκα Ευαγγέλια των Παθών του Κυρίου. (Συνηθίζουμε να λέμε έτσι δώδεκα Ευαγγελικά αναγνώσματα διαλεγμένα από τα Ευαγγέλια των τεσσάρων Ευαγγελιστών της Καινής Διαθήκης). Τα δώδεκα, λοιπόν, αυτά Ευαγγελικά αποσπάσματα μάς βοηθούν να παρακολουθήσουμε βήμα με βήμα όλα τα πάθη του Χριστού. Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί διαβάζονται οι Ώρες στη θέση της Θείας Λειτουργίας. Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μοναδική ημέρα του έτους κατά την οποία δεν τελείται Θεία Λειτουργία. Και αυτό ακόμα δείχνει πως το Ιερό Μυστήριο της Παρουσίας του Χριστού (η Θεία Ευχαριστία) δεν ανήκει στον «κόσμο τούτο», στον κόσμο της αμαρτίας, του σκότους και του θανάτου, αλλά είναι το Μυστήριο του «κόσμου που έρχεται». Μετά τις Ώρες ακολουθεί ο Εσπερινός και στο τέλος γίνεται η Αποκαθήλωση του Κυρίου από το Σταυρό και ο ενταφιασμός Του.

Οι ύμνοι, στις ακολουθίες αυτές, και τα αναγνώσματα είναι γεμάτα από σοβαρές κατηγορίες εναντίον αυτών που με τη θέλησή τους και ελεύθερα αποφάσισαν να φονεύσουν τον Χριστό δικαιολογώντας αυτόν το φόνο με τη θρησκεία τους, την υπακοή στην πολιτεία τους και για λόγους πρακτικούς ή για λόγους επαγγελματική υπακοής.

Από την άλλη μεριά βλέπουμε, στους ύμνους της Μεγάλης Παρασκευής, τη θυσία της αγάπης που προετοιμάζει την τελική νίκη, να είναι επίσης παρούσα εντελώς από την αρχή. Το πρώτο από τα δώδεκα Ευαγγέλια του Όρθου (Ιω. 13, 31 -18, 1) αρχίζει με τη γεμάτη ιεροπρέπεια αναγγελία του Χριστού: «Νυν εδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου, και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ». Στο παρακάτω στιχηρό –ένα από τα τελευταία του Εσπερινού της ημέρας- διαφαίνεται καθαρά η ανατολή του φωτός, ζωντανεύει η ελπίδα και η βεβαιότητα ότι με το θάνατο θα νικηθεί ο θάνατος...

Ότε εν τω τάφω τω κενώ,
υπέρ του παντός κατετεθής,
ο Λυτρωτής του παντός,
Άδης ο παγγέλαστος, ιδών σε έπτηξεν
οι μοχλοί συνετρίβησαν,
εθλάσθησαν πύλαι,
μνήματα ανοίχθησαν, νεκροί ανίσταντο.
Τότε ο Αδάμ ευχαρίστως, χαίρων ανεβόα σοι
Δόξα τη συγκαταβάσει σου Φιλάνθρωπε.

Όταν στο τέλος του Εσπερινού μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου και αφού γίνει η αποκαθήλωση, βάζουμε στο κέντρο του ναού τον Επιτάφιο με την εικόνα του Κυρίου στον τάφο, όταν πια η μεγάλη αυτή ημέρα βρίσκεται στο τέλος, ξέρουμε ότι και μεις βρισκόμαστε στο τέλος της μακράς ιστορίας της σωτηρίας και της λύτρωσης. Η Έβδομη Ημέρα, «Ημέρα της αναπαύσεως», το ευλογημένο Σάββατο έρχεται. Μαζί του έρχεται η αποκάλυψη του Ζωηφόρου Τάφου...




Από το Βιβλίο
«Μικρό Οδοιπορικό της Μεγάλης Εβδομάδος»
Αλέξανδρος Σμέμαν
Εκδ. Ακρίτας
Από το Ενοριακά


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2009/04/blog-post_940.html#ixzz3V1KJmyWU

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Ἡ Εἰς Ἄδου Κάθοδος τοῦ Κυρίου

 



Η Εις Άδου Κάθοδος του Κυρίου
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου
Ο ΑΔΗΣ: Με την υποταγή του κόσμου στην εξουσία του Διαβόλου, αμέσως μετά την Πτώση των Πρωτοπλάστων, ο άνθρωπος αποκόπηκε από το Θεό και φυλακίσθηκε στον Άδη. Στον Άδη ο άνθρωπος “ζούσε” δυστυχισμένα επειδή ήταν αποκομμένος από το Θεό που είναι η πηγή της πραγματικής ζωής. Σ' αυτόν τον τραγικό χώρο της δυστυχίας και απελπισίας κατέβηκε ο Χριστός για να ελευθερώσει τους αιωνίους αιχμαλώτους, που βρίσκονταν εκεί χωρίς τη θέλησή τους. Ο Άδης δεν ταυτίζεται με την κόλαση. Οι θύρες του Άδη, όπου κατέβηκε ο Κύριος άνοιξαν για να μπορέσουν να διαφύγουν οι αιχμάλωτοί του, ενώ όταν ο κολασμένος κατεβαίνει στην κόλαση η πόρτα της κλείνει πίσω του και δε θα ανοίξει ποτέ.
Ο Άδης κι η κόλαση είναι το βασίλειο του θανάτου καί χωρίς το Χριστό, θα υπήρχε στον κόσμο μία μόνο κόλαση κι ένας μόνο θάνατος και αυτός πανίσχυρος. Όμως με το θάνατό Του ο Κύριος συνέτριψε τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστιν τόν διάβολον (Εβρ. β´ 14). Έτσι οι άνθρωποι θα γνωρίσουν τον πρώτο θάνατο, αυτόν τον σωματικό, που δεν θα έχει συνέπειες στη σωτηρία τους, και μόνο ο άπιστος, κι αυτός εκουσίως, θα γνωρίσει και τον δεύτερο θάνατο, το χωρισμό του δηλαδή από το Θεό και το σκότος της κόλασης. Αντίθετα ο πιστός θα ζει αιωνίως, και εν σώματι μετά τη Δευτέρα Παρουσία, στο νέο παράδεισο της τρυφής, τη Βασιλεία των Ουρανών.


Ο ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ: Διαβάζουμε από το κέιμενο του Αγίου Επιφανίου για τη σημερινή μέρα: “Γιατί απέραντη σιωπή βασιλεύει σήμερα στη γη; Μεγάλη σιωπή, γιατί ο βασιλεύς κοιμάται. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, γιατί ο Θεός  με το σώμα (...) πέθανε και ο Άδης ετρόμαξε. Ο Θεός αυτούς που κοιμόνταν αιώνες, από τον Άδη ανέστησε (…). Σήμερα σώζεται όλος ο κόσμος, ορατός και αόρατος.
Σήμερα είναι διπλή η παρουσία του Δεσπότου Χριστού. Από τον ουρανό στη γη και από τη γη στα κατοχθόνια κατεβαίνει ο Χριστός. Οι πύλες του Άδου ανοίγονται. Χαρήτε όλοι εσείς που κοιμάσθε από τους πανάρχαιους αιώνες. Από επάνω φωνές που διέταζαν: Άρατε πύλας όχι ανοίξετε, αλλά ξερριζώστε τις από τα θεμέλια, βγάλτε τις τελείως από τον τόπο τους. ώστε να μην μπορούν πια να ξανακλείσουν. Άρατε πύλας, γιατί ήρθε ο Χριστός, η ουράνια θύρα. Ο Αδάμ ο πρωτοδημιούργητος και πρωτόπλαστος και πρωτόθνητος που βρισκόταν δεμένος γερά, άκουσε τα βήματα του Κυρίου, και αμέσως ανεγνώρισε την φωνή Του, καθώς επερπατούσε μέσα στη φυλακή.
Εισέρχεται ο Κύριος, κρατώντας το νικηφόρο όπλο του Σταυρού. Ύστερα τον πιάνει από το χέρι, τον σηκώνει επάνω και του λέει: Σήκω συ που κοιμάσαι και ανάστα από τους νεκρούς! Εγώ ο Θεός, που για χάρι σου έγινα υιός σου, δίνω ελευθερία και λέω στους φυλακισμένους: εξέλθετε. Αδάμ, δεν σε έπλασα, για να μένεις φυλακισμένος στον Άδη. Ανάστα εκ των νεκρών. ”
Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ: η Κάθοδος του Χριστού στον Άδη κατέχει εξέχουσα θέση στην διδασκαλία της πίστεώς μας. Ο θρίαμβος του Θεανθρώπου κατά του Άδου και του θανάτου, άρχιζε ακριβώς από εκεί, όπου οι εχθροί του νόμισαν ότι Τον νίκησαν και Τον εξαφάνισαν. Τα όργανα του ανθρωποκτόνου Διαβόλου, ησφαλίσαντο τον τάφον του Ιησού, σφραγίσαντες τον τάφον μετά της κουστωδίας (Ματθ. κζ΄ 66). Όμως η νίκη που εκέρδισε ο Κύριος επί του σταυρού, επεκτεινόταν στον Άδη. Ο θάνατος γεννήθηκε από την αμαρτία. Οικεία τροφή και κατάλληλος θανάτου της αμαρτίας η φύσις. Εντεύθεν ετέχθη, εντεύθεν ριζώθη, εντεύθεν και τρέφεται. (Ιωάννης Χρυσ.) Εάν βρισκόταν κάποιος τελείως αναμάρτητος, ο θάνατος δεν θα μπορούσε να τον κρατήσει δέσμιο. Και τέτοιος ακριβώς, υπήρξε κατά την ανθρώπινη φύση του, ο Κύριος, ο οποίος αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού. (Α΄ Πέτ. β΄ 22). Έτσι, ο Άδης, όχι μόνο δεν μπόρεσε να τον κρατήσει, αλλά το βασίλειό του κατελήθη. Στο πρόσωπο του Χριστού, δικαιώθηκε και λυτρώθηκε, ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Γι’ αυτό άλλωστε ο Σταυρός του Κυρίου έγινε τρόπαιον της κατά της θανάτου τυρρανίδος (Ιω. Χρυσόστομος). Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, τονίζει: Δια του θανάτου έστησεν, (σταμάτησε) της φθοράς την ενέργειαν, και τούτο εστιν η του θανάτου κατάλυσις, το ανενέργητον γενέσθαι την φθοράν. Η αφθαρσία του σώματος του Κυρίου στον τάφο, είχε προφητευθεί και από τον Δαυίδ: Ουκ εγκαταλείψεις την ψυχήν μου εις Άδην, ουδέ δώσεις τον όσιόν σου ιδείν διαφθοράν (Ψαλμ. ιστ΄ 10 ). Ο πρώτος κίνδυνος που αφορούσε την ψυχή του, ήταν η εγκατάλειψή του στον Άδη. Ο δεύτερος κίνδυνος αφορούσε την σάρκα του ήταν η φθορά και η αποσύνθεση στον τάφο.
Αυτοί οι κίνδυνοι έβρισκαν μέχρι τότε απόλυτη εφαρμογή σε όλους τους ανθρώπους. Αντίθετα, ο Κύριος θα υπερνικήσει και τους δύο. Η ανάσταση του Χριστού το βεβαιώνει περίτρανα. Διπλή λοιπόν η νίκη του Χριστού: Κατέλυσε το κράτος της φθοράς εισάγοντας τον άνθρωπο στην εποχή της αφθαρσίας, και κατέβηκε στον Άδη, μα εξήλθε νικητής καταλύοντας το βασίλειο του θανάτου, χαρίζοντας στον άνθρωπο την αθανασία. Ο απόστολος Πέτρος γράφει: Ότι και ο Χριστός, άπαξ περί αμαρτιών έπαθεν, δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσαγάγει τω Θεώ, θανατωθείς μεν σαρκί, ζωοποιηθείς δε πνεύματι. Εν ο και τοις εν φυλακή πνεύμασιν πορευθείς εκήρυξε. (Α΄ Πέτ. γ΄ 18-20). Δηλώνει με σαφήνεια την εις Άδου κάθοδον του Κυρίου, αναφέροντας το κήρυγμα προς τις ψυχές των προαποθανόντων, όπως ακριβώς εκήρυξε νωρίτερα στον κόσμο των ζώντων. Για την ίδια σωτηριώδη αλήθεια, διαβάζουμε: αναβάς εις ύψος, ηχμαλώτευσεν αιχμαλωσίαν. Έδωκε δώματα τοις ανθρώποις. Το δε ανέβη τι εστίν, ει μη ότι και κατέβη εις τα κατώτερα μέρη της γης; (Εφεσ. δ΄8,9) για να προσθέσει ο Απ. Παύλος: Εις τούτο γαρ Χριστός απέθεναν και έζησεν, ίνα και νεκρών και ζώντων κυριεύσει (Ρωμ. ιδ΄ 9). Διαβάζουμε στην Αποκάλυψη τα λόγια του Κυρίου: Μη φοβού. Εγώ ειμι ο Πρώτος και ο Έσχατος και ο Ζων. Και εγενόμην νεκρός, και ιδού, ζων ειμί εις τους αιώνας των αιώνων. Και έχω τας κλεις του θανάτου και του Άδου (Αποκ. α΄ 17,18).
Τα κλειδιά του θανάτου και του Άδου τα απέκτησε ως άνθρωπος, όταν κατέβηκε στα δώματά του, και τον κατέλυσε, παίρνοντας και τα κλειδιά του, όπως ένας ισχυρός βασιλιάς κυριεύει πλήρως μια πόλη. Τη νίκη Του κατά του Άδη προφήτεψε ο ίδιος ο Κύριος και την παρέβαλλε με την τριήμερη παραμονή του προφήτου Ιωνά, στην κοιλιά του κήτους: Ώσπερ γαρ ην Ιωνάς εν τη κοιλία του κήτους, τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, ούτως έσται ο Υιός του Ανθρώπου εν τη καρδία της γης τρεις ημέρας και τρεις νύκτας (Ματθ. ιβ΄ 40). Όταν λοιπόν ο Χριστός εμφανίσθηκε στον Άδη, ζωοποίησε τους νεκρούς που πίστεψαν στο κήρυγμά του και περισσότερο, αυτούς που τον ανέμεναν, όπως οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος τονίζει: οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, όντες πνευματικοί μαθητές του Χριστού, τον προσδοκούσαν σαν διδάσκαλο. Και γι’ αυτό, αυτόν τον οποίο δικαίως ανέμεναν, όταν παρουσιάσθηκε, τους ήγειρε εκ νεκρών.1”. Κατά την Καινή Διαθήκη έπρεπε ο Κύριος να πάθει και να πεθάνει: Επεί(δη) ουν τα παιδία (οι άνθρωποι) κεκοινώνηκε σαρκώς και αίματος, και αυτός παραπλησίως μετέσχεν των αυτών, ίνα δια του θανάτου καταργήσει τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστιν τον διάβολο, και απαλλάξει τούτους, όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζην ένοχοι ήσαν δουλείας.” (Εβρ. β΄ 14,15). Το κήρυγμα του Χριστού στους ζώντες, διαίρεσε τους ανθρώπους, και άλλοι τον δέχθηκαν, και μετεφέρθησαν με την πίστη, στη βασιλεία του Υιού του Θεού, και άλλοι πάλι τον απέρριψαν και διάλεξαν το σκότος, διότι ήταν πονηρά τα έργα τους (Ιωάν. γ΄ 19). Έτσι και στον Άδη, η παρουσία του Κυρίου με ασώματη ψυχή, και το κήρυγμά του προς τις ασώματες ψυχές, επέφερε διαίρεση, και κατάλυση του Άδου ενώ έσωσε τους πιστεύσαντες εκεί, από την εξουσία του σκότους, και μετέστησεν εις την βασιλεία του (Κολοσ. α΄ 13). Στον διάλογο του Ιουστίνου Μάρτυρος, που θέλει να αποδείξει σε έναν Εβραίο τη θεότητα του Χριστού διαβάζουμε : Από των λόγων του Ιερεμίου ταύτα περιέκοψαν: Εμνήσθη δε Κύριος ο Θεός από Ισραήλ των νεκρών αυτού, των κεκοιμημένων εις γην χώματος, και κατέβη προς αυτούς, ευηγγελίσασθαι αυτούς, το σωτήριον αυτού2. Ένας άλλος Πατέρας των πρώτων μ.Χ. αιώνων, ο Ειρηναίος Λουγδούνου γράφει ερμηνεύοντας τον Προφήτη Ιερεμία: Ο Χριστός, έμεινε τρεις ημέρες εκεί όπου ήσαν οι νεκροί, όπως λέει γι’ αυτόν ο προφήτης, Εμνήσθη Κύριος Άγιος, των νεκρών αυτού, των προκεκοιμημένων εις γην χώματος, και κατέβη προς αυτούς, ρύσασθαι αυτούς, και σώσαι αυτούς. Μ' αυτά αντιλαμβανόμαστε πως είναι ξεκάθαρη και αγιογραφικά τεκμηριωμένη η κοινή πίστη των πρώτων Χριστιανών στην κάθοδο του Χριστού στον Άδη, και η λύτρωση των μέχρι τότε δεσμίων νεκρών, όσων επίστευσαν στον Χριστό ως Σωτήρα. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας γράφει: “Νομίζω πως ο Σωτήρας ενεργεί, επειδή ακριβώς έργο του είναι να σώζει. Αυτό ακριβώς έκανε. (...) Για κανέναν άλλο λόγο δεν κατέβηκε στον Άδη, παρά να κηρύξει και εκεί3. Εύκολα μπορούμε, όμως, να αναρωτηθούμε: “Πού πήγαν οι εν Άδη πιστεύσαντες;” Κατά τους Αγίους Πατέρες αυτό που συνέβη στους αποθανόντας δικαίους δεν είναι η τελική ανάσταση, δηλαδή η ανάσταση των σωμάτων, αλλά η πρώτη ανάσταση, που αφορά την ψυχή του ανθρώπου, που όταν ενωθεί με τη ζωή του Χριστού, λυτρώνεται από τον θάνατο της αμαρτίας, και ανίσταται πνευματικά. Όλοι αυτοί οι εν Άδη, που απεδέχθησαν το κήρυγμα του Ευαγγελίου πιστεύοντας στον Χριστό, συναριθμήθηκαν και συνενώθηκαν στο οικοδόμημα του Χριστού, στη θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Η ΕΟΡΤΗ: Την Κάθοδο του Κυρίου στόν Άδη εορτάζει πανηγυρίζοντας η Εκκλησία κατά τό Μέγα Σάββατο. Η Κάθοδος του Χριστού στόν Άδη εἶναι ένα άρθρο πίστης, και ένα βέβαιο δεδομένο. Έπρεπε να γίνει αυτή η φοβερή κάθοδος για να μπορέσει ο Χριστός να πληρώση τά πάντα και να βασιλεύσει ως Κύριος στό Σύμπαν (Εφεσ. δ´ 6). Η Εκκλησία ομολογεί, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος στον ουρανό μετά την ανάβασή του εκ νεκρών. Συνέπεια της ταφής του Κυρίου για τον άνθρωπο είναι η αφθαρσία και η καινοποίησι της φύσης του. Όπως η αμαρτία έφερε τη φθορά, σαν νέκρωση και χωρισμό από το Θεό, έτσι η ανακαίνιση και η αφθαρσία υπήρξαν ο καρπός, μέσω της Καθόδου του Κυρίου στον Άδη, της θείας ενανθρώπησης. Τα λόγια που ο Κύριος είπε στον αποθανόντα Αδάμ, κατά τον Επιφάνιο Κύπρου, ηχούν και σε μας “τους περιλειπόμενους” την Άγια αυτή μέρα:
“Για σένα ο Κύριος έλαβε τη δική σου μορφή του δούλου. Κύτταξε στο πρόσωπο μου τα φτυσίματα, που καταδέχθηκα προς χάριν σου, για να σε αποκαταστήσω στην παλαιά δόξα, που σου είχα δώσει με το εμφύσημά μου. Κύτταξε στα μάγουλά μου τα ραπίσματα που καταδέχθηκα, για να επανορθώσω την διεστραμμένη μορφή σου και να την φέρω στην όψι που είχε σαν εικόνα μου. Κύτταξε στη ράχη μου τη μαστίγωσι που καταδέχθηκα, για να διασκορπίσω το φορτίο των αμαρτημάτων σου. Κύτταξε τα καρφωμένα χέρια μου, που τα άπλωσα καλώς επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να συχωρεθής συ που άπλωσες κακώς το χέρι σου στο απαγορευμένο δένδρο. Γι’ αυτό σηκωθείτε, ας φύγουμε από τον θάνατο στη ζωή. Από την φθορά στην αφθαρσία. Από το σκοτάδι στο αιώνιο φως. Από την οδύνη στην ελευθερία. Από τη φυλακή του Άδη στην άνω Ιερουσαλήμ.
Από τη σκλαβιά στην τρυφή του Παραδείσου. Από τη γη στον ουρανό. Γι’ αυτόν τον σκοπό ο Χριστός απέθανε και ανέστη, για να γίνη Κύριος και νεκρών και ζώντων. Ο ουράνιος Πατέρας περιμένει με λαχτάρα το χαμένο πρόβατο. Το μεγάλο εορταστικό δείπνο είναι στρωμένο.”
……………………………………………………………
1. Προς Μαγνησιείς, θ΄ 2
2 Διάλογος προς Τρύφωνα, κ. 72.
3. Στρωματείς.
………………………………………………………………..
Βιβλιογραφία:
-Αγίου Επιφανίου Κύπρου, Λόγος εις την θεόσωμον ταφήν και εις την εν τω άδη κατάβασιν του Κυρίου παραδόξως γενομένην.
-Μητρ. Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ, Η εις Άδου Κάθοδος,
http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/passionweek
-Περιοδικό «ΣΥΝΑΞΗ» Τεύχος 3