Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Ερμηνεία του Αποστολικού Αναγνώσματος του Ψυχοσαββάτου κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη

 



Ερμηνεία του Αποστολικού Αναγνώσματος του Ψυχοσαββάτου κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ  ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΥ (Α΄ ΘΕΣ. 4, 13-18) ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ

Ἐν Πειραιεῖ 21-2-2014
πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ν. Καλλιπόλεως Πειραιῶς

Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, ποῦ ἐμμελῶς ἐπαγγέλλεται στή Θεία Λειτουργία τοῦ Ψυχοσαββάτου, προέρχεται ἀπό τήν A΄ Θεσ. ἐπιστολή τοῦ Ἄπ. Παύλου καί συγκεκριμένα ἀπό τό Δ΄ κεφ. καί περιλαμβάνει τούς στίχους 13 ἕως 17. Ἡ περικοπή αὐτή κάνει λόγο περί τῶν κεκοιμημένων καί περί ἀναστάσεως. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας καθόρισε νά ἀναγινώσκεται σέ κάθε ἐξόδιο ἀκολουθία, ὅπως ἐπίσης καί στά δύο ψυχοσάββατα, τό Σάββατο πρό τῶν Ἀπόκρεω καί τό Σάββατο πρό τῆς Πεντηκοστῆς.
Θά προσπαθήσουμε, λοιπόν, νά ἀναλύσουμε αὐτούς τούς πέντε στίχους μέ τήν βοήθεια ἑνός ἀπό τούς ἀρίστους ἑρμηνευτές τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἄπ. Παύλου, τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.
Ὁ πρῶτος στίχος λέει : «οὐ θέλομεν δέ ὑμᾶς ἁγνοεῖν, ἀδελφοί, περί τῶν κεκοιμημένων».
Ἐδῶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος ξεκινᾶ τόν περί ἀναστάσεως λόγο, διότι, ἄν καί πρότερον εἶχε μιλήσει στούς Θεσσαλονικεῖς γι’ αὐτόν, τώρα, ὅμως, φανερώνει καί ξεσκεπάζει σ’ αὐτούς ἕνα μυστηριῶδες νόημα περί τῆς ἀναστάσεως. Διότι, οἱ Θεσσαλονικεῖς, ἄν καί εἶχαν ὅλη τήν γνώση περί ἀναστάσεως, ἐντούτοις θρηνοῦσαν ὑπέρ τό πρέπον τούς κεκοιμημένους καί ἀποθανόντας ἀδελφούς. Γι’ αὐτό τώρα ὁ Ἄπ. Παῦλος διορθώνει αὐτό τό σφάλμα. Ἐπειδή πολλά πράγματα, ὅταν δέν τά ξέρουμε, μᾶς λυποῦν, ἀφοῦ, ὅμως, τά μάθουμε, ἐλευθερωνόμαστε ἀπό τήν λύπη τους, γι’ αὐτό ὁ Ἄπ. Παῦλος λέει ὅτι «δέν θέλω νά μήν ξέρετε, ἀδελφοί». Δέν εἶπε «περί τῶν ἀποθανόντων», ἀλλά «περί τῶν κεκοιμημένων», γιά νά δείξει ὅτι καί ἀπό αὐτό τό ὄνομα, πού λαμβάνουν οἱ ἐν Χριστῷ κοιμηθέντες, φανερώνουν ὅτι πρόκειται νά ἀναστηθοῦν˙ διότι, φυσικά, ὅποιος κοιμᾶται, αὐτός πρόκειται νά σηκωθεῖ.
Ἐν συνεχεία, ὁ δεύτερος στίχος λέει: «ἵνα μή λυπῆσθε, καθώς καί οἱ λοιποί οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα».
Ἐκεῖνοι, λέει ὁ Ἄπ. Παῦλος, πρέπει νά λυποῦνται καί νά θρηνοῦν μέ ὑπερβολή τούς ἀποθανόντας, ὅσοι δέν ἔχουν ἐλπίδα. Τίνος πράγματος δέν ἔχουν ἐλπίδα; Τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. Ποιοί δηλ. εἶναι αὐτοί; Οἱ ἄπιστοι καί οἱ ἀσεβεῖς. Καί ὄχι ἐσεῖς οἱ Χριστιανοί, πού ἔχετε ἐλπίδα ὅτι πρόκειται νά ἀναστηθεῖτε μέ ἀφθαρσία καί δόξα.
Ἄς ἀκούσουμε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, μᾶς παροτρύνει ὁ ἅγιος Νικόδημος, αὐτά τά λόγια του Ἄπ. Παύλου καί ἄς τρομάξουμε, διότι κλαίοντας τούς ἐν Χριστῷ κοιμηθέντας ἀδελφούς μας, κατά μέν τόν ἱερό Χρυσόστομο, πικρῶς, κατά δέ τόν Θεοδώρητο, ἀμέτρως, γινόμαστε ὅμοιοι μέ τούς ἀσεβεῖς καί ἀπίστους, πού δέν ἔχουν ἐλπίδα ἀναστάσεως. Ρωτάει, λοιπόν, ὁ ἅγιος Νικόδημος τόν Ἄπ. Παῦλο : «Τί, λοιπόν, ὦ μακάριε Παῦλε; Γι’ αὐτό δέν θέλεις νά ἀγνοοῦν περί τῶν κεκοιμημένων οἱ Θεσσαλονικεῖς, μόνο γιά νά μή λυποῦνται; Καί πῶς δέν λές καλύτερα, ὅτι δέν θέλεις νά ἀγνοοῦν, γιά νά μήν κολαστοῦν, ἀλλά γιά νά μήν λυποῦνται»; Καί ἀποκρίνεται ὁ Ἄπ. Παῦλος : «Ναί, ἐγώ τούς λέω νά μήν λυποῦνται γιά τούς κεκοιμημένους, γιατί αὐτή ἡ λύπη ἡ ὑπερβάλλουσα προξενεῖ σ’ αὐτούς τήν κόλαση».
Καί ἐξακολουθεῖ ὁ Ἄπ. Παῦλος στόν τρίτο στίχο τῆς ἀποστολικῆς περικοπῆς, λέγοντας: «Εἰ γάρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καί ἀνέστη, οὕτω καί ὁ Θεός τούς κοιμηθέντας διά τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σύν αὐτῶ».
Καθώς, λέει, ὁ Θεός ἀνέστησε τόν Κύριον Ἰησοῦν, που ἔπαθε καί ἀπέθανε σωματικῶς, ἔτσι θά ἀναστήσει κι ἐμᾶς.
Μᾶς προτρέπει ὁ ἅγιος Νικόδημος γι’ ἄλλη μιά φορά νά προσέξουμε ὅτι ἐπί μέν τοῦ Κυρίου, ἐπειδή ἔγινε ἤδη ἡ ἀνάστασή Του, γι’ αὐτό λέει ὁ Ἄπ. Παῦλος μέ θάρρος ὅτι «ἀπέθανε»˙ ἐπί ἡμῶν δέ, για’ μᾶς ὅμως, ἐπειδή ἡ ἀνάστασή μας δέν ἔγινε ἀκόμη, ἀλλά πρόκειται νά γίνει, γι’ αὐτό λέει «τούς κοιμηθέντας», γιά νά φανερώσει μέ τό ὄνομα αὐτό τῆς κοιμήσεως, ὅτι πρόκειται νά σηκωθοῦν καί   ν’ ἀναστηθοῦν.
Ἡ φράση τοῦ στίχου «τούς κοιμηθέντας διά τοῦ Ἰησοῦ ἄξει» νοεῖται κατά δύο τρόπους, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Νικόδημο. Πρῶτον, ὅτι θά τούς φέρει «διά τοῦ Ἰησοῦ», δηλ. ὅτι ὁ Ἰησοῦς θά γίνει ὁ μεσίτης τῆς ἀναστάσεώς τους καί θά τούς παραστήσει στό πρόσωπο τοῦ Πατρός. Δεύτερον, ὅτι τό «κοιμηθέντας» ἑνώνεται μέ τό «διά τοῦ Ἰησοῦ», δηλ. ὅτι ὁ Θεός θά φέρει στή δόξα καί τήν βασιλεία Του «τούς κοιμηθέντας διά τοῦ Ἰησοῦ», δηλ. τούς πιστούς καί δικαίους Χριστιανούς. Ἐπειδή οἱ δίκαιοι Χριστιανοί, ἔχοντας κάτοικο στήν καρδιά τους τόν Χριστό, μέσω τῆς πίστεως καί τῆς χάριτος, κοιμοῦνται καί ἀποθνήσκουν «διά τοῦ Ἰησοῦ».
Κατά τόν ἅγιο Νικόδημο, ὁ Ἄπ. Παῦλος ἐδῶ ὁμιλεῖ περί μερικῆς ἀναστάσεως, δηλ. περί τῆς μετά δόξης ἀναστάσεως τῶν πιστῶν, που θά γίνει μαζί μέ τόν Κύριο, δηλ. περί τῆς ἀναστάσεως τῶν δικαίων τῶν ἐν πίστει καί χάριτι τελειωθέντων. Γιατί, αὐτούς ὁ Θεός «ἄξει σύν αὐτῶ τῷ Ἰησοῦ», δηλ. θά ἁρπάξει ἀπό κάθε μέρος τοῦ κόσμου μέ τίς νεφέλες «σύν τῷ Κυρίω». Περί μερικῆς, λοιπόν, ἀναστάσεως ὁμιλεῖ ἐδῶ ὁ Ἄπ. Παῦλος, περί τῆς ὁποίας δέν ἤξεραν οἱ Θεσσαλονικεῖς, καί ὄχι περί τῆς καθολικῆς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδή περί αὐτῆς ἤξεραν. Θέλει, λοιπόν, τώρα ὁ Ἄπ. Παῦλος νά παρηγορήσει τούς Χριστιανούς, μέ τό νά τούς ἀποδείξει ὅτι ἡ ἀνάσταση τῶν πιστῶν θά γίνει ἔντιμος καί ἔνδοξος καί ἀπό αὐτό νά τούς πείσει νά μήν λυποῦνται γιά τούς κεκοιμημένους. Διότι, ὅλοι μέν οἱ ἄνθρωποι, καί οἱ πιστοί καί οἱ ἄπιστοι, θά ἀναστηθοῦν, ἀλλά δέν θά ἀναστηθοῦν ὅλοι μέ δόξα καί τιμή, παρά μόνο οἱ πιστοί, δηλ. αὐτοί πού ἔχουν τήν πίστη συνδεδεμένη μέ τά καλά ἔργα, δηλ. οἱ δίκαιοι.
Πιό κάτω λέει ὁ Ἄπ. Παῦλος : «Τοῦτο γάρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγω Κυρίου».
Ἐπειδή πρόκειται ὁ Ἄπ. Παῦλος νά πεῖ ἕνα παράδοξο πράγμα, γι’ αὐτό τό κάνει ἀξιόπιστο μέ τόν λόγο τοῦ Κυρίου. «Δέν σᾶς λέω», λέει, «ἀπό τοῦ λόγου μου, ἀπό τό μυαλό μου, αὐτό πού πρόκειται νά πῶ˙ ὄχι, ἀλλά τό ἔμαθα ἀπό τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν». Ἐπειδή ὁ θεόπνευστος Παῦλος, τόσο αὐτόν τόν λόγο ἄκουσε ρητῶς καί αὐτολεξεί ἀμέσως ἀπό τόν Διδάσκαλό του Χριστό, δηλ. δι’ ἀποκαλύψεως καί θείας ἐμπνεύσεως, ὅσο καί ἐκεῖνον τόν λόγον, δηλ. τό «μακάριόν ἐστι διδόναι μᾶλλον ἤ λαμβάνειν», καθώς ἀναφέρεται στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (Πράξ. 20, 35). Τά ἄλλα λόγια, πού ἔλεγε ὁ Ἄπ. Παῦλος, τά ἔλεγε μέν διά τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὄχι, ὅμως, καί ρητῶς καί μέ αὐτές τίς ἴδιες λέξεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ποιό εἶναι, λοιπόν, αὐτό τό παράδοξο πράγμα, πού πρόκειται νά πεῖ ὁ Ἄπ. Παῦλος καί τοῦ τό ἀποκάλυψε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός;
«Ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τήν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μή φθάσωμεν τούς κοιμηθέντας».
Ἐκεῖνο πού λέει ὁ μέγας Παῦλος στήν Α΄ Κορ. 15, 51, δηλ. τό «ἐν ἀτόμω, ἐν ριπῆ ὀφθαλμοῦ», αὐτό τό ἴδιο λέει κι ἐδῶ μέ ἄλλες λέξεις. Ἐπειδή φαινόταν πώς εἶναι δύσκολο καί ὑπέρ τούς ὅρους τῆς φύσεως νά ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σαπήσει καί διαφθαρεῖ πρό πολλοῦ, γι’ αὐτό λέει ὁ Ἄπ. Παῦλος ὅτι αὐτοί, πού θά ζοῦν τότε (στήν δευτέρα Παρουσία), δέν θά προλάβουν στήν ἀνάσταση τούς νεκρούς, πού ἔχουν πεθάνει καί διαλυθεῖ πρό πολλοῦ, δηλ. οἱ τότε ζῶντες δέν θά προφθάσουν νά ἀλλάξουν καί νά ἀφθαρτισθοῦν, προτύτερα ἀπό τούς πάλαι ποτέ ἀποθανόντας, ἀλλά ἐξίσου καί τά δύο μέρη τήν ἴδια στιγμή θά ἀφθαρτισθοῦν˙ ἐπειδή, καθώς εἶναι εὔκολο στόν Θεό νά ἀφθαρτίσει αὐτούς, πού ζοῦν ἀκόμη καί εἶναι ὁλόκληροι, ἔτσι ἐξίσου εὔκολο εἶναι σ’ Αὐτόν καί νά ἀφθαρτίσει στήν ἴδια ροπή καί αὐτούς, πού ἔχουν πεθάνει πρίν πολλά χρόνια καί ἔχουν διαλυθεῖ σέ τέσσερα στοιχεῖα.
Λέγοντας ὁ Ἄπ. Παῦλος «ἡμεῖς οἱ ζῶντες», δέν τό ἐννοεῖ αὐτό γιά τόν ἑαυτό του (ἐπειδή δέν ἐπρόκειτο νά ζήσει μέχρι τήν κοινή ἀνάσταση), ἀλλά τό λέει γιά τούς ἄλλους Χριστιανούς, πού πρόκειται τότε νά βρεθοῦν ζωντανοί. Γι’ αὐτό πρόσθεσε καί τό «οἱ περιλειπόμενοι εἰς τήν παρουσίαν τοῦ Κυρίου». Στό δικό του, λοιπόν, πρόσωπο φανερώνει ὁ Ἄπ. Παῦλος τούς Χριστιανούς, πού θά ζοῦν τότε.
Ὁ προτελευταῖος ἑρμηνευόμενος στίχος ἀναφέρει: «Ὅτι αὐτός ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῆ Ἀρχαγγέλου καί ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ».
Μήν ἀπιστεῖτε, λέει, σ’ αὐτό πού σᾶς λέω, Χριστιανοί, γιατί κι αὐτός ὁ Κύριος θά τό προστάξει. Πῶς θά τό προστάξει; Μέ φωνή Ἀρχαγγέλου (πιθανῶς τοῦ ἄρχοντος Μιχαήλ), ὁ ὁποῖος στέκεται πάνω ἀπό τούς ἄλλους κατωτέρους Ἀγγέλους καί θά τούς πεῖ : «Ἑτοίμους ποιήσατε πάντας», δηλ. ἑτοιμάστε ὅλους τούς νεκρούς˙ «πάρεστι γάρ ὁ Κριτής», γιατί ἔφθασε ὁ Κριτής. Πολλές εἶναι οἱ σάλπιγγες, ἀλλά στήν τελευταῖα σάπλιγγα θά κατέβη ὁ Κριτής.
Αὐτό λέει ὁ Ἄπ. Παῦλος καί στήν Α΄ Κορ. 15, 51 : «Πάντες μέν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δέ ἀλλαγησόμεθα ἐν ἀτόμω, ἐν ριπῆ ὀφθαλμοῦ, ἐν τῆ ἐσχάτη σάλπιγγι˙ σαλπίσει γάρ καί οἱ νεκροί ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι καί ἡμεῖς ἀλλαγησόμεθα»˙ διότι, καθώς ὁ Πατήρ, ὅταν κατέβηκε στό ὅρος Σινᾶ εἶχε ὑπηρέτες Ἀγγέλους καί σάλπιγγες, ἔτσι καί ὁ Υἱός, ὡς Βασιλεύς καί Θεός, θά ἔχει ὑπηρέτες στήν δευτέρα Του παρουσία καί κατάβαση Ἀγγέλους καί σάλπιγγες. Ἡ μέν προσταγή τοῦ Θεοῦ θά κάνει τή γῆ νά δώσει τά σώματα τῶν νεκρῶν, πού θά ἔχουν ἀφθαρτισθεῖ, ἡ δέ φωνή τοῦ Ἀρχαγγέλου θά ἐνεργήσει, μέσω ἄλλων ὑπηρετῶν Ἀγγέλων, στό νά συναχθοῦν σέ ἕνα τόπο ὅλοι οἱ νεκροί, πού βρίσκονται σέ ὅλα τά μέρη τῆς γῆς, ἀφοῦ ἀναστηθοῦν ἀπό τά μνήματα.
«Καί οἱ νεκροί ἐν Χριστῷ, ἀναστήσονται πρῶτον».
Οἱ νεκροί, λέει, οἱ ἐν Χριστῷ, δηλ. οἱ πιστοί καί δίκαιοι Χριστιανοί, αὐτοί θά ἀναστηθοῦν πρῶτα, ἐπειδή πρόκειται νά ἁρπαχθοῦν ἀπό τίς νεφέλες καί νά ἀναληφθοῦν στό ὕψος, γιά νά προϋπαντήσουν τόν Βασιλέα Χριστό, πού θά ἔλθει μέ δύναμη καί δόξα πολλή. Γι’ αὐτό καί αὐτοί πρῶτοι θά ἀναστηθοῦν. Οἱ δέ ἄπιστοι καί ἁμαρτωλοί ὕστερα θά ἀναστηθοῦν, ἐπειδή αὐτοί οἱ ταλαίπωροι, δέν θά ἁρπαχθοῦν μέ τίς νεφέλες, οὔτε θά πάνε σέ προϋπάντηση τοῦ φοβεροῦ Κριτοῦ, ἀλλά θά μείνουν κάτω, προσμένοντας τήν παρουσία Του.
Τελειώνουμε, ἀγαπητοί μου, μέ τόν τελευταῖο στίχο τῆς ἀποστολικῆς περικοπῆς, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο: «Ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σύν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα καί οὕτω πάντοτε σύν Κυρίω ἐσόμεθα».
Ἄν καί οἱ νεκροί θά ἀναστηθοῦν πρῶτοι, ἀλλ’ ὅμως κι ἐμεῖς, λέει, οἱ ζωντανοί, δηλ. οἱ δίκαιοι καί ἄξιοι Χριστιανοί, πού θά ζοῦν τότε, παρευθύς, ἀφοῦ ἀλλαχθοῦν, θά ἁρπαχθοῦν κι αὐτοί, ὅπως καί οἱ νεκροί, πού ἀναστήθηκαν, μέ νεφέλες καί θά προϋπαντήσουν τόν Κύριο στόν ἀέρα. Γιατί, καθώς ὁ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε, ἀνελήφθη στούς οὐρανούς μέ νεφέλη, ἔτσι καί οἱ Χριστιανοί, πού ἔζησαν κατά Χριστόν, ὄχι μόνο θά ἀναστηθοῦν, ἀλλά καί θά ἀναληφθοῦν, καί μέ τό ἴδιο «ἁμάξι», δηλ. μέ τίς ἴδιες νεφέλες, μέ τίς ὁποῖες ἀνελήφθη καί ὁ Χριστός.
Στό σημεῖο αὐτό ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐκφράζει μιά ἀπορία : «Ἄν ὁ Χριστός πρόκειται νά κατέβη κάτω, γιά ποιά αἰτία ἁρπάζει τούς δικαίους Χριστιανούς πάνω»; Ἀποκρίνεται ὁ ἴδιος, λέγοντας ὅτι «διά τιμήν καί δόξαν» τούς ἀνεβάζει. Διότι, καθώς, ὅταν ἕνας βασιλιάς πρόκειται νά μπεῖ σέ κάποια πόλη, ὅσοι μέν εἶναι ἔντιμοι καί ἔνδοξοι, πηγαίνουν καί προϋπαντοῦν τόν βασιλιά, ὅσοι δέ εἶναι κατάδικοι, δέν βγαίνουν ἔξω, ἀλλά προσμένουν μέσα τόν βασιλιά, γιά νά τούς κρίνει, ἔτσι παρομοίως θά γίνει καί τότε. Οἱ μέν δίκαιοι θά ἁρπαχθοῦν ἀπό τίς νεφέλες, θά πάνε μέ παρρησία νά προϋπαντήσουν τόν Κύριο, καί, μετά τήν κρίση, θά μένουν πάντοτε ἑνωμένοι μέ τόν Βασιλέα Χριστό, συμβασιλεύοντες καί συνδοξαζόμενοι μ’ Αὐτόν αἰωνίως (ἡ ἕνωση αὐτή εἶναι τό κεφάλαιο ὅλων τῶν ἀγαθῶν). Οἱ δέ ἁμαρτωλοί, παρ’ ὅλο πού εἶναι Χριστιανοί, μένουν, ὅμως, οἱ ἄθλιοι κάτω ντροπιασμένοι καί ἀπαρρησίαστοι, καί, ἀφοῦ κριθοῦν, θά πάνε στήν αἰωνία κόλαση.
Μέ αὐτά, λοιπόν, τά λόγια νά παρηγοριόμασθε κι ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, καί νά μήν θρηνοῦμε τούς ἐν Χριστῷ κοιμηθέντας συγγενεῖς μας ὑπέρ τό πρέπον, καθώς, δηλ. θρηνοῦν τούς νεκρούς τους οἱ ἄπιστοι, οἱ ὁποῖοι δέν ἐλπίζουν οὔτε σέ ἀνάσταση οὔτε σέ ἀφθαρσία οὔτε σέ αἰώνια δόξα.
«Ὥστε παρακαλεῖτε ἀλλήλους ἐν τοῖς λόγοις τούτοις». Ἀμήν!

Ο Ουρανοφάντωρ Μέγας Βασίλειος

 

Ο Ουρανοφάντωρ Μέγας Βασίλειος. o Φωστήρ της Καισαρείας
Ο Ουρανοφάντωρ Μέγας Βασίλειος
Ο Φωστήρ της Καισαρείας
Υπό  (†) Βασιλείου Λ. Δεντάκη, Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Ο μέγας και οικουμενικός διδάσκαλος εγεννήθη πλησίον της Νεοκαισαρείας του Πόντου περί το 330 μ.Χ. Ο πατήρ του, Βασίλειος επίσης καλούμενος, η μήτηρ του Εμμέλεια και η μάμμη του Μακρίνα, επεμελήθησαν της ανατροφής αυτού. Εσπούδασεν εις τας σχολάς Καισαρείας, Βυζαντίου και Αθηνών ρητορικήν, γραμματικήν, φιλοσοφίαν, φυσικήν, γεωμετρίαν, ιατρικήν και θεολογίαν. Εγκατασταθείς εν συνεχεία εις την Καισάρειαν, έδρασεν επ’ ολίγον ως καθηγητής της ρητορικής, ησπάσθη εις ώριμον ηλικίαν τον μοναχικόν βίον, ανέλαβε δε μετά ταύτα ταξίδιον εις Συρίαν, Παλαιστίνην, Μεσοποταμίαν και Αίγυπτον προς γνωριμίαν των περιφημοτέρων ασκητών της εποχής του και του τρόπου της ζωής αυτών. Επανελθών διένειμε την περιουσίαν του όλην εις τους πτωχούς, εμόνασεν εις τον Πόντον και επεδόθη μεγάλως εις την ανάπτυξιν του μοναχικού βίου. Μετά φόβου ατενίζων την ιερωσύνην εχειροτονήθη μόλις το 362 εις διάκονον, είτα δε εις πρεσβύτερον.
Κατά το έτος 370 εξελέγη επίσκοπος Καισαρείας, αναδείξας εαυτόν εις υπόδειγμα και πρότυπον επισκόπου, πλήρους πίστεως και ευσεβείας, αληθούς πατρός και γνησίου  ποιμένος, ανυστάκτως ενδιαφερομένου διά τον πιστόν λαόν του Θεού, αγωνιστού ιεράρχου και προασπιστού των δικαίων της Εκκλησίας και φύλακος αγρύπνου έναντι των αιρετικών. Η εν γένει υπέρ του ποιμνίου διαρκής προσπάθεια ωδήγησεν αυτόν προώρως εις την μετάστασιν προς την αιώνιον ζωήν, πριν ή συμπληρώση το 50ον έτος της ηλικίας του (379). Πλήθος, πρωτοφανές εις όγκον και αριθμόν πιστών, εξεδήλωσε την προς αυτόν αγάπην του κατά την κήδευσιν του.
Συνδυάσας ως άριστα, τον ασκητικόν-μοναχικόν και τον κοινωνικόν βίον, τους οποίους καλλιεργεί περιοδικώς μεν, αλλά κατά μεγάλα εκάτερον διαστήματα, μορφώνει οριστικώς τον χαρακτήρα του, αναπτύσσει τεραστίαν εις έκτασιν κοινωνικήν δράσιν και αναδεικνύεται εις εξαίρετον και μοναδικόν συγγραφέα, του οποίου τα έργα, μεστά πίστεως και ορθοδόξου θεολογίας, φιλοσοφικής σκέψεως και ακριβείας, τοποθετούν αυτόν, κατ’ έκτασιν και ποιότητα και ποικιλίαν θεμάτων, εις την πρώτην γραμμήν των εκκλησιαστικών συγγραφέων όλων των εποχών.
Εκ της λίαν περιληπτικώς αναφερθείσης ανωτέρω δράσεως αναφέρομεν ελάχιστά τινα χαρακτηριστικά σημεία, κατ’ επιλογήν, επί τη ευκαιρία της αγίας μνήμης του.
* * *
Δια τον Μέγαν Βασίλειον οι ποιμένες γενικώς και οι επίσκοποι ιδιαιτέρως είναι «πατέρες και τροφοί ιδίων τέκνων, εν πολλή διαθέσει της εαυτών αγάπης ευδοκούντες μεταδούναι ου μόνον το ευαγγέλιον, αλλά την εαυτών ψυχήν». Είναι, ούτως ειπείν, μία «δευτέρα κατηγορία πατέρων» των Χριστιανών, ως γράφει εις μίαν παραμυθητικήν επιστολήν του.
Ο Μέγας Βασίλειος είναι ο θεωρητικός κήρυξ και πρακτικός εφαρμοστής της προς τον πλησίον αγάπης, ο αναδείξας κατ’ εξοχήν τον κοινωνικόν αυτής χαρακτήρα, υπό την αληθή αυτού όψιν. Διατυπώνει τούτο συνοπτικώς ο ίδιος διά της φράσεως «χρήζειν αλλήλων και αγαπάν αλλήλους». Απευθύνει την αγάπην του κατ’ ισομοιρίαν προς πάντας και ζητεί να επουλώση τας κοινωνικάς πληγάς, θεωρών τας αλλοτρίας συμφοράς ως ιδικάς του. Κατά την παγίαν πράξιν του, η άσκησις του έργου της διακονίας της κοινωνίας δεν είναι η ελεημοσύνη των φιλανθρώπων κυρίων και κυριών, ουδέ η επαναστατική διεκδίκησις ανυπάρκτων δικαιωμάτων. Αύτη είναι έκφρασις εσωτερικής τινος ταυτίσεως προς τον στερούμενον και πάσχοντα αδελφόν, εις το πρόσωπον του οποίου βλέπει τον Κύριόν του. Ολόκληρον πόλιν, την βραδύτερον αποκληθείσαν Βασιλειάδα, απετέλεσαν τα πολυειδή φιλανθρωπικά καταστήματα, τα οποία ίδρυσε προς περίθαλψιν και ανακούφισιν της ανθρωπίνης δυστυχίας. Πτωχοκομείον, νοσοκομείον, ορφανοτροφείον, ξενών διά τους ταξιδεύοντας, λεπροκομείον κεχωρισμένως, διδακτήριον ιδιαίτερον διά τα μικρά και ορφανά, ειδικά εργαστήρια προς εκμάθησιν τεχνών και επαγγελμάτων. Υπήρχον επί πλέον ιδιαίτερα οικήματα διά τους ιατρούς, διά το λοιπόν προσωπικόν και τους νοσοκόμους. Ακόμη και βουστάσιον διέθετε προς εξυπηρέτησιν των αναγκών των ιδρυμάτων τούτων.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο αδελφικός φίλος του Μεγάλου Βασιλείου, ο υπέρ πάντα άλλον γνωρίζων καλώς αυτόν, χαρακτηρίζει τα της Βασιλειάδος, ως μάρτυς αυτήκοος και αυτόπτης, αφ’ ου ο ίδιος υπηρέτησεν εις το Ίδρυμα εκείνο, αρχικώς ως απλούς νοσοκόμος, βραδύτερον δε ως διευθύνων. Παραθέτομεν εν μεταφράσει μερικά εξ όσων ούτος λέγει περί αυτής.
«Πόσον ωραία αρετή είναι η φιλανθρωπία, η διατροφή των πτωχών και η ανακούφισις του ανθρωπίνου πόνου! Έξελθε ολίγον εκ της πόλεως και παρατήρησον την νέαν πόλιν, το ταμείον της ευσεβείας, το κοινόν θησαυροφυλάκιον των πλουσίων, ένθα ούτοι καταθέτουν τα περισσεύματα του πλούτου των, τα περισσεύματα, τα οποία διά των προτροπών και συμβουλών του Βασιλείου εγένοντο χρήσιμα και απετίναξαν την σκωρίαν και δεν ευφραίνουν πλέον τους κλέπτας και εκφεύγουν του φθόνου και του χρόνου την φθοράν.
Εκεί εξετάζεται και περιθάλπεται η ασθένεια δι’ οφθαλμού γεγυμνασμένου υπό της χριστιανικής φιλοσοφίας, απαλύνεται ο πόνος… Χάρις εις τα φιλανθρωπικά έργα του Βασιλείου δεν έχομεν πλέον ενώπιόν μας το φοβερόν εκείνο και ελεεινόν θέαμα ανθρώπων, εχόντων νεκρά και άχρηστα πολλά μέλη του σώματός των, πριν ή ούτοι αποθάνουν… Ο Βασίλειος όμως –συνεχίζει ο Γρηγόριος περαιτέρω-  υπέρ πάντα άλλον ηδυνήθη να πείση ότι, αφού και ημείς είμεθα άνθρωποι, δεν πρέπει να περιφρονώμεν τους συνανθρώπους μας… Και δεν εθεώρει ταπεινωτικόν να τιμά τους αρρώστους και να τους ασπάζεται ακόμη, αν και δεν ήτο άσημός τις άνθρωπος, αλλ’ ευγενής και εξ ευγενούς οικογενείας και υπέρλαμπρος διά την δόξαν του».
* * *
Ο Μέγας Βασίλειος, ως άλλως τε και πάντες οι Πατέρες της Εκκλησίας, μετ’ εξαιρετικού ενδιαφέροντος, μετ’ αγωνίας, δύναταί τις να είπη, παραμένει άγρυπνος, ως προς το θέμα της διατηρήσεως της Ορθοδόξου Πίστεως, συμφώνως προς την εντολήν του αποστόλου Παύλου, «την παραθήκην φύλαξον». Ουδ’ επί στιγμήν ευρίσκει ησυχίαν υπερασπιζόμενος αυτήν από των επιθέσεων και επιβουλών των αιρετικών, τους οποίους ο αυτός Απόστολος καλεί «λύκους βαρείς, μη φειδομένους του ποιμνίου και άνδρας λαλούντας διεστραμμένα». Η ευαίσθητος καρδία του Μεγάλου Βασιλείου επιθυμεί βεβαίως την επικράτησιν της ειρήνης μεταξύ των Χριστιανών. Καταβάλλει προς τούτο πάσαν προσπάθειαν. Αι επιστολαί του μαρτυρούν σαφώς περί τούτου. Μετεχειρίζετο προς τούτο παν μέσον· συμβουλάς, προτροπάς, διαφώτισιν, αυστηρότητα γλώσσης· ούτω λ.χ. γράφων προς τον επίσκοπον Σαμοσάτων Ευσέβιον παρατηρεί, ότι προετίμα να προσφέρη και την ζωήν του ακόμη, προκειμένου να κατασβέση την φλόγα του μίσους, την οποίαν είχον ανάψει οι αιρετικοί. Αλλ’ όταν διαπιστώνη ότι οι λύκοι ούτοι καθίστανται αμετάπιστοι, τότε χωρίζεται απ’ αυτών. «Τότε δη, γράφει προς τον επίσκοπον της Νικοπόλεως Θεόδοτον, προς τον χωρισμόν εβεβαιώθημεν, λογισάμενοι ότι ούτε Αιθίοψ αλλάσσει ποτέ το δέρμα αυτού, ούτε πάρδαλις τα ποικίλματα αυτής, ούτε ο εν διαστρόφοις δόγμασι συντραφείς αποτρίψασθαι δυνατόν το κακόν της αιρέσεως».
Συνεπή προς τα ανωτέρω είναι και το θάρρος και η παρρησία, την οποίαν επέδειξεν, ότε ο αυτοκράτωρ Ουάλης, εν τη προσπαθεία του να επιβάλη τον Αρειανισμόν, απέστειλε προς τον Βασίλειον τον Ύπαρχον του Πραιτωρίου, πρωθυπουργόν Μόδεστον, προκειμένου δι’ απειλών να εκβιάση αυτόν. Την υποταγήν του Βασιλείου εζήτησεν ο Ύπαρχος και εξέφρασε την απορίαν του προ της αρνήσεώς του. Ποίος ήτο ο θρασύς ούτος, ο οποίος ετόλμα να αυθαδιάζη ενώπιον του απεσταλμένου του αυτοκράτορος και να ανθίσταται εις τα προστάγματά του; Δεν είναι πρόσφορον νε εκτεθή εδώ πλήρης ο μεταξύ των δύο ανδρών διάλογος, ο οποίος δεικνύει ποίαν στάσιν υποδειγματικήν οφείλει να τηρή ο πιστός επίσκοπος, ο αντλών από περιουσίας πνευματικής, ο διατυπών απόψεις γνησίως εκκλησιαστικάς, αι οποίαι είναι έκφρασις σκέψεων και γνωμών, αποκρυσταλλωθεισών, κατόπιν εντατικής και γνησίας μελέτης των θεμάτων. Δεν είναι όμως περιττή η αυτολεξεί, και για το γλωσσικόν κάλλος, παράθεσις μιας παραγράφου, ίσως της πλέον χαρακτηριστικής· «Τ’ άλλα μεν γαρ επιεικείς ημείς, Ύπαρχε, και παντός άλλου ταπεινότεροι, τούτο της εντολής κελευούσης· και μη ότι τοσούτω κράτει, αλλά μηδέ των τυχόντων ενί την οφρύν αίροντες. Ου δε Θεός το κινδυνευόμενον και προκείμενον, τ’ άλλα περιφρονούτνες, προς Αυτόν μόνον βλέπομεν· πυρ δε και ξίφος και θήρες, και οι τας σάρκας τέμνοντες όνυχες, τρυφή μάλλον ημίν εισιν ή κατάπληξις. Προς ταύτα ύβριζε, απείλει, ποίει παν ό,τι αν η βουλομένω σοι, της εξουσίας απόλαυε. Ακουέτω ταύτα και βασιλεύς, ως ημάς γε ουχ αιρήσεις, ουδέ πείσεις συνθέσαι τη ασεβεία, καν απειλής χαλεπώτερα».
* * *
Εκ των ελαχίστων, τα οποία ανωτέρω εξετέθησαν και εκ πολλών άλλων, τα οποία ο χώρος και ο χρόνος δεν επιτρέπουν να εκτεθούν, προκύπτει το μεγαλείον της προσωπικότητος του Μεγάλου Βασιλείου, αναδειχθέντος διά της όλης δράσεώς του, ως ελέχθη, εις πρότυπον και υπόδειγμα Ιεράρχου της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, αληθώς μεγάλου εκκλησιαστικού Πατρός.
Συνετός, σοβαρός, ολιγόλογος, μεμετρημένος, ξένος προς πάντα κενόν θόρυβον και την ανόητον επίδειξιν, μηδέν το περιττόν λέγων, αλλά πάντοτε εις την ουσίαν των πραγμάτων εισερχόμενος και μένων, βαθέως σκεπτόμενος, βαθύτερον στοχαζόμενος, πλείστα ως εν ενοράσει διαισθανόμενος και δι’ ολίγων ταύτα εκφράζων· συνεπής εις τας πράξεις του, άκαμπτος εις τας απόψεις, αι οποίαι όμως ήσαν πάντοτε απαύγασμα μελέτης και σοβαράς αντιμετωπίσεως των θεμάτων, είχε καρδίαν εύπλαστον, ως ο κηρός, ιδία οσάκις απηυθύνετο προς τους μικρούς και ταπεινούς. Ο Μέγας Βασίλειος δεν ανήκεν εις την τάξιν των «τα πάντα πάσι χαριζομένων», κατά τον εύκολον και συνήθη τρόπον του ζην και ευδοκιμείν σήμερον· ανήκεν εις την τάξιν εκείνων, οι οποίοι γνωρίζουν να έρχωνται εις αντίθεσιν και εις σύγκρουσιν, προκειμένου να επικρατήση το αληθές, το ηθικόν και το δίκαιον· ανήκεν εις την τάξιν των «έστιν α και προσκρούειν ειδότων υπέρ του βελτίονος». Γνήσιος προασπιστής της Ορθής Πίστεως και των δικαίων της Εκκλησίας, ήτο πάντοτε έτοιμος να θυσιάση υπέρ αυτών και αυτήν την ζωήν του.
Ούτως επεβεβαίωσε διά της βιοτής αυτού το έτυμον του ονόματός του. Βάσις λαού. Βάσις ευσταθής και ακλόνητος. Θεμέλιος πνευματικός, επί του οποίου ο στηριζόμενος δύναται να έχη απόλυτον εμπιστοσύνην και χάρις εις τον οποίον ο προς αυτόν αποβλέπων δύναται μετά βεβαιότητος να αισθάνεται πλήρως ασφαλής. Πάσαι αι ιδιότητές του αύται υπήρξαν η αιτία της εις υπέροχον και μεγάλην προσωπικότητα αναδείξεώς του. Και η τοιαύτη περί αυτού αντίληψις προσέδωκεν εις αυτόν τεράστιον κύρος. Δικαίως απεκλήθη Μέγας, ήδη ζων, υπ’ αυτών των συγχρόνων του. Εφ’ ω και η ιερά μορφή του προσέλαβεν οικουμενικάς διαστάσεις και αιώνιος και αγήρως θα παραμένη η μνήμη του.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Λ. ΔΕΝΤΑΚΗΣ
Ορθόδοξος Τύπος, Έτος ΛΒ’, Αρ. Φύλλου 959, 10 Ιανουαρίου 1992

Αγίου Νικολάου Aχρίδος, †1956«H βασιλεία των ουρανών βιάζεται»


«H βασιλεία των ουρανών βιάζεται»
Αγίου Νικολάου Aχρίδος, †1956

«H βασιλεία των ουρανών βιάζεται»
(Ματθ. 11, 12)
...O Κύριος απαιτεί από τους πιστούς Του να ασκήσουν κάθε δυνατή βία, να καταβάλουν κάθε κόπο, να εργάζονται έως ότου έχουν το φως, να προσεύχονται δίχως διακοπή, να απαιτούν, να ζητούν, να κρούουν, να νηστεύουν, να επιτελούν πολυάριθμα έργα ελεημοσύνης -όλα τούτα με σκοπό να τους ανοιχτεί η βασιλεία των ουρανών, δηλαδή η μεγάλη, φοβερή και ζωοποιός παρουσία του Θεού.

Αγρυπνείτε ουν εν παντί καιρώ δεόμενοι, λέει ο Κύριος, ίνα καταξιωθήτε εκφυγείν πάντα τα μέλλοντα γίνεσθαι και σταθήναι έμπροσθεν του υιού του ανθρώπου (Λκ. 21, 36).

Αγρυπνείτε επάνω στη καρδιά σας για να μην προσκολληθεί στη γη. Αγρυπνείτε επάνω στους λογισμούς σας για να μην σας απομακρύνουν από το Θεό. Αγρυπνείτε επάνω στα έργα σας για να διπλασιάσετε το τάλαντο σας και όχι να το ελαττώσετε και απολέσετε. Αγρυπνείτε επάνω στις ήμερες σας για να μην σας αιφνιδιάσει ο θάνατος και σας αρπάσει αμετανόητους, εν μέσω των αμαρτιών σας.
Τέτοια είναι η ορθόδοξη πίστη μας: εξ ολοκλήρου δημιουργική, καθολικά προσευχητική και νηπτική, με δάκρυα και βία. Καμία άλλη πίστη δεν προτείνει στους πιστούς της τόση βία για να καταξιωθούν να σταθούν ενώπιον του Υιού του Θεού. Όλη αυτή τη βία την έχει προτείνει σε ολόκληρο τον κόσμο και την ενετείλατο στους πιστούς Του ο Ίδιος ο Κύριος και Σωτήρας, ενώ η Εκκλησία διαρκώς την ανανεώνει επαναλαμβάνοντας την από αιώνα σε αιώνα, από γενεά σε γενεά, εξαίροντας στα μάτια των πιστών τον όλο και μεγαλύτερο αριθμό των ηρώων του πνεύματος οι όποιοι επλήρωσαν το νόμο και καταξιώθηκαν δόξης και δυνάμεως ανέκφραστης στον ουρανό μα και στη γη.

Από την άλλη πλευρά όμως, δεν πρέπει να απατώμαστε και να νομίζουμε πώς όλοι οι κόποι και η βία ενός άνθρωπου αποφέρουν από μόνα τους τη σωτηρία. Δεν πρέπει να νομίζουμε πώς ο άνθρωπος μόνο με την ατομική προσπάθεια και βία θα φτάσει στη παρουσία του Ζώντος Κυρίου. Αν ο Κύριος δεν το θελήσει, κανένας θνητός δεν μπορεί να σταθεί προ προσώπου Αυτού. Γιατί ο Ίδιος ο Κύριος ο όποιος έχει θεσπίσει όλα αυτά λέει σε άλλο σημείο: όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι αχρείοι εσμέν, ότι ο οφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν (Λκ. 17, 10). Και πάλι σε άλλο σημείο: ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο πατήρ ο πέμψας με ελκύσει αυτόν (Ιω. 6, 44). Σε άλλο σημείο πάλι λέει: ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν (Ιω. 15, 5). O Απόστολος Παύλος, γράφοντας στην ίδια συνάφεια προς τους Εφεσίους λέει: χάριτι εστέ σεσωσμένοι (Έφ. 2, 5).

Τι μπορούμε να πούμε ύστερα απ' όλα τούτα; μήπως ότι όλοι οι κόποι μας για τη σωτηρία είναι μάταιοι; Μήπως να κατεβάσουμε τα χέρια και να περιμένουμε μέχρις ότου ο Κύριος φανερωθεί και μας τάξει κάτω από τη δύναμη Του και τη παρουσία Του; Μήπως δεν το φωνάζει και ο ίδιος ο προφήτης Ησαΐας ότι ως ράκος αποκαθημένης πάσα η δικαιοσύνη ημών (Ησ. 64, 6); να παραιτηθούμε λοιπόν από τις προσπάθειες και τους κόπους μας; Τότε όμως δεν θα μοιάσουμε με τον δούλο εκείνον ο οποίος παράχωσε στη γη το τάλαντο και άκουσε από τον κύριο του να τον αποκαλεί δούλο οκνηρό και πονηρό;

Οφείλουμε να νήφουμε και να εφαρμόζουμε τις εν¬τολές του Κυρίου οι οποίες είναι ξεκάθαρες σαν τον ήλιο. Θα πρέπει να καταβάλουμε όλη μας τη προσπάθεια αλλά είναι στην εξουσία του Θεού να ευλογήσει τον αγώνα μας και να μάς εισάγει στη παρουσία Του. Υπέροχα το έχει ερμηνεύσει αυτό ο Απόστολος Παύλος όταν λέει: εγώ εφύτευσα, Απολλώς επότισεν, αλλ' ο Θεός ηύξανεν. Ώστε, ούτε ο φυτεύων εστί τι ούτε ο ποτίζων άλλ' ο αυξάνων Θεός (Α' Κορ. 3, 6-7). Από το Θεό λοιπόν εξαρτώνται τα πάντα, από τη δύναμη του Θεού, τη σοφία και το έλεος Του. Σε μάς πάλι ανήκει το να φυτεύουμε και να ποτίζουμε και αυτό μας το καθήκον οφείλουμε να μην το αμελούμε γιατί κινδυνεύουμε να χαθούμε αιωνίως.a

Καθήκον του γεωργού είναι να οργώνει και να αρδεύει μα από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεος του Θεού εξαρτάται το αν ο σπόρος θα βλαστήσει, θα μεγαλώσει και θα αποφέρει καρπό.

Καθήκον του επιστήμονος είναι να έρευνα και να αναζητά μα από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεος του Θεού εξαρτάται το αν θα του αποκαλυφθεί η γνώση.

Καθήκον των γονέων είναι να φροντίζουν και ανατρέφουν τα τέκνα τους εν φόβω Θεού μα από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεος του Θεού εξαρτάται το αν και μέχρι πότε θα ζήσουν τα παιδιά τους.

Καθήκον του ιερέα είναι να διδάσκει τους πιστούς, να τους ενημερώνει, να ελέγχει και διορθώνει μα από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεος του Θεού εξαρτάται το αν ο κόπος του θα φέρει καρπούς.

Καθήκον όλων μας είναι να μοχθούμε και κοπιάζουμε για να γίνουμε άξιοι να παρασταθούμε ενώπιον του Υίού του Θεού μα από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεος του Θεού εξαρτάται το αν θα μάς δεχτεί ο Κύριος.

Δεν πρέπει όμως πάλι να κοπιάζουμε δίχως ελπίδα στο έλεος του Θεού αλλά όλη η προσπάθεια μας να θερμαίνεται από την ελπίδα πώς ο Κύριος είναι δίπλα μας και θα μας δεχτεί στη παρουσία του προσώπου Του. Δεν υπάρχει βαθύτερη και πιο αστείρευτη πηγή από τη πηγή του ελέους του Θεού. Όταν ο άσωτος υίός μετενόησε ύστερα από τη θλιβερή πτώση του στο επίπεδο της ζωής των χοίρων, ο εύσπλαχνος πατέρας βγήκε σε συνάντηση του, τον αγκάλιασε και τον συγχώρησε γιατί ο Θεός βγαίνει ακούραστα προς συνάντηση των μετανοημένων παιδιών Του και απλώνει τα χέρια Του προς όλους εκείνους πού στρέφουν το πρόσωπο τους προς Εκείνον. Επέτασα τας χείρας μου όλην την ημέραν προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα (Ησ. 65, 2), λέει ο Κύριος για τους Εβραίους. Όταν λοιπόν ο Κύριος απλώνει τα χέρια Του προς τους απειθείς, πόσο περισσότερο το κάνει προς τους υποτασσόμενους; Λέει ο υπάκουος προφήτης Δαυίδ: προωρώμην τον Κύριον ενώπιον μου διαπαντός, ότι εκ δεξιών μου εστίν ίνα μη σαλευθώ (Ψ. 15, 8-9). Στους ευπειθείς αγωνιστές για τη σωτηρία λοιπόν, δεν αρνείται ο Κύριος τη παρουσία Του.

Έτσι, ας μην θεωρούμε ανόητη αυτή τη προσπάθεια καθώς το νομίζουν οι άθεοι και οι απαισιόδοξοι αλλά κοπιάζοντας και μοχθώντας στο μέγιστο βαθμό, ας ελπίζουμε στο έλεος του Κυρίου και Θεού μας. "Ας προεκτείνουμε τους κόπους μας και ας μας φωτίζει σ' αυτό και το παράδειγμα εκείνων των τεσσάρων οι όποιοι σκαρφάλω¬σαν στη στέγη της οικίας και κατέβασαν τον πέμπτο και παράλυτο φίλο τους μπροστά στον Κύριο. "Αν το ένα πέμπτο της ψυχής μας είναι παραλελυμένο και σεσηπωμένο από την ασθένεια, ας σπεύσουμε αμέσως με τα υπόλοιπα τέσσερα μέρη προς τον Κύριο και ο Κύριος θα θεραπεύσει το ασθενές πού βρίσκεται μέσα μας.

Εάν μία από τις αισθήσεις μας προσβληθεί σε τούτο τον κόσμο και ασθενήσει, ας προστρέξουμε με τις άλλες αισθήσεις προς το Κύριο για να σπλαχνιστεί ο Κύριος την αρρωστημένη αίσθηση και να το θεραπεύσει. Όταν ασθενήσει ένα μέλος του σώματος, οι γιατροί συνιστούν συνδυασμένη φροντίδα, προφύλαξη και περιποίηση του υπολοίπου σώματος για να καταστεί το υγιές μέρος ακόμα πιο υγιές και ισχυρό, αποβαλόντας την αδυναμία από εκείνο πού είναι άρρωστο.

Έτσι γίνεται και με τη ψυχή μας. Αν ο νους μας έπεσε σε αμφιβολία, ας αγωνιστούμε γρήγορα με τη καρδιά και τη ψυχή μας να ενδυναμώσουμε τη πίστη μας και τον αρρωστημένο νου μας να τον ενισχύσουμε και να τον θεραπεύσουμε εν Κυρίω. Αν σφάλαμε με τη λησμοσύνη της προσευχής, ας σπεύσουμε με έργα ελεημοσύνης να επαναφέρουμε τη χαμένη διάθεση για ικεσία και το αντίστροφο.

O Κύριος θα επιβλέψει στη πίστη μας, στο κόπο και τη προσπάθεια και θα μας σπλαχνιστεί. Κατά το άπειρο έλεος Του θα μας εισάγει στη παρουσία Του η οποία είναι αθάνατη και ζωοποιός. Μέσα σ' αυτή τη παρουσία ζουν, ενισχύονται και αγάλονται οι πολυάριθμες αγγελικές δυνάμεις και οι στρατιές των Αγίων. Στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό ας ανήκει η δόξα και η ευχαριστία, μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιο - την ομοούσιο και αχώριστο Τριάδα, τώρα και πάντοτε σε όλους τους αιώνες. Αμήν.

(Μετάφρασις από τα σερβικά υπό Γεωργίου Κ.)

Περιοδικό "Ο Όσιος Φιλόθεος της Πάρου"
Τεύχος 29

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Σήμερον Χριστός γεννᾶται

 

Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού κ. Αθανασίου
Εἶναι καλό γιά ὅλους μας νά ὑπενθυμίζομε καί στόν ἑαυτό μας, καί στούς ἄλλους ἀνθρώπους τό πῶς στεκόμαστε μπροστά στίς ἅγιες ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας.
Οἱ ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἔχουν ἕνα ἱστορικό λόγο· δηλαδή δέν εἶναι ἁπλῶς ἀναμνήσεις κάποιων ἱστορικῶν γεγονότων γιά νά θυμηθοῦμε, ἄς  ποῦμε, ὅτι πρίν ἀπό 2000 χρόνια γεννήθηκε ὁ Χριστός. Ἀλλά, ἐκεῖνο πού ἡ Ἐκκλησία ζητᾶ μέσα ἀπό τίς ἑορτές, εἶναι πῶς θά μπορέσομε αὐτό τό ἱστορικό γεγονός, πού ἔλαβε χώρα πρίν 2000 νά τό βιώσουμε σήμερα στή ζωή μας καθημερινά.
 
Γιά αὐτό καί ὅλη ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται στό παρόν. Δέν ἀναφέρεται στό παρελθόν. Δέν λέμε, «Χριστὸς ἐγεννήθη δοξάσατε» ἀλλά,  «Χριστὸς γεννᾶται», «σήμερον ἡ Παρθένος τὸν προαιώνιον Λόγον», «σήμερον ἡ Παρθένος τὸν ὑπερούσιον τίκτει», «σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου», σήμερον, ὄχι ἐχθές, ὄχι αὔριον. Σήμερον.
Ὅλα αὐτά τά γεγονότα στήν Ἐκκλησία λαμβάνουν χώρα, σήμερον, αὐτή τήν ὥρα· γιατί ἀκριβῶς δέν ἔχει τόση σημασία γιά τήν Ἐκκλησία ἡ ἱστορική ἀνάμνηση. Πολλοί κατηγοροῦν τήν Ἐκκλησία (Χιλιαστές) καί λένε ὅτι τά Χριστούγεννα δέν ἔγιναν στίς 25 Δεκεμβρίου. Δέν ξέρουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ὅτι γιά μᾶς δέν ἔχει σημασία ἄν ὁ Χριστός γεννήθηκε 25 τοῦ Δεκέμβρη ἤ 25 τοῦ Ἀπρίλη ἤ 25 τοῦ Αὐγούστου. Σημασία ἔχει ὅτι γεννήθηκε ὁ Χριστός καί σημασία ἔχει ὅτι ὁ Χριστός γεννᾶται κάθε μέρα μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἐάν τοποθετήθηκε μία ἡμερομηνία συγκεκριμένη σέ κάποια ἱστορική στιγμή, αὐτό ἔγινε γιά λόγους καθαρά λειτουργικούς, ἑορτολογικούς, ὥστε νά μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία ὡς ἕνα σῶμα νά ἑορτάζει αὐτή τήν ἁγία καί μεγάλη ἑορτή.
Ὁ Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἄσαρκος ὤν, ἔλαβε σάρκα ἔγινε γιά μᾶς ἄνθρωπος καί εἰσέβαλε μέσα στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Καί ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά γίνει Θεός κατά χάρη, νά λάβει αὐτή τή μεγάλη δωρεά πού τοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός.
Γι’ αὐτό λοιπόν στήν Ἐκκλησία ὅλα τά τροπάρια πού ψάλλομε, ἀναφέρονται στό σήμερον, στόν ἐνεστώτα χρόνο, καί καλούμαστε, σήμερα, νά τόν δοξάσουμε, τόν Χριστό, πού γεννᾶται, τόν Χριστό, πού σταυρώνεται, τόν Χριστό, πού ἀνασταίνεται, τόν Χριστό, πού μεταμορφώνεται. Ὅλος ὁ Χριστός εἶναι παρών στήν Ἐκκλησία.
Οἱ γιορτές τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι, ὅπως οἱ πατέρες μας λένε καί ὅπως τό βιώνουμε, ἁπλές, ἑορταστικές τελετές, ὅπου δίδεται μία εὐκαιρία νά χαροῦμε γιά τό γεγονός αὐτό. Ἀλλά εἶναι σταθμοί θείας χάριτος, εἶναι μέρες ὅπου ὄντως ὁ Θεός δίδει ἄφθονη χάρη στούς ἀνθρώπους. Γιά αὐτό οἱ πατέρες μας στούς λόγους τους ἐκφράζουν αὐτή τήν ἐμπειρία. «Σήμερον», λέει, «τὰ ἄνω συνεορτάζει τοῖς κάτω», «σήμερον, ἄγγελοι ἀγάλλονται», «σήμερον, τέρπονται οἱ ἄνθρωποι», σήμερον, ὅλα αὐτά λαμβάνουν χώρα.
Καί εἶναι πραγματικότητα. Δέν εἶναι σχήματα λόγου ἤ ρητορικά σχήματα, ἀλλά, εἶναι ἐμπειρία ζωῆς, εἶναι πραγματικότητα ὅτι τήν ἡμέρα τῆς μεγάλης αὐτῆς δεσποτικῆς ἑορτῆς, ὑπάρχει μία ἰδιαίτερη χάρη, μία μεγάλη χάρη, μία μεγάλη εὐλογία μέσα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Καί ὅλος ὁ ἀγώνας μας εἶναι ἀκριβῶς πῶς αὐτόν τόν πλοῦτο τῆς χάριτος θά μπορέσομε νά κερδίσομε, πώς θά καταφέρομε ἰδιαίτερα τήν ἁγία ἡμέρα τῆς δεσποτικῆς ἑορτῆς, κάθε ἑορτῆς, νά κοινωνήσουμε μέ τή χάρη πού ὑπάρχει ἀπό τόν Χριστό.
Ἡ Ἐκκλησία μας ἐπειδή εἶναι καλή μητέρα, ἀλλά καί καλός ἐπιστήμονας τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, ξέρει πώς νά μᾶς ἑτοιμάσει. Γιά αὐτό βλέπετε, πρό τῶν μεγάλων ἁγίων ἑορτῶν τοῦ Πάσχα καί τῆς Γεννήσεως προηγεῖται νηστεία. Ἡ νηστεία ὡς ἐκκοπή τοῦ θελήματος, ὡς ἐνίσχυση τοῦ ἀνδρείου φρονήματος τοῦ ἀνθρώπου, ὡς πρόσκληση γιά πνευματικά καί ψυχοσωματικά ἀγωνίσματα, γιατί ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μόνο ψυχή, δέν εἶναι μόνο πνεῦμα, εἶναι καί σῶμα καί ψυχή, ἁγιάζει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο ψυχῇ τέ καὶ σώματι, καί τόν εἰσάγει σιγά σιγά  στόν πνευματικό ἀγώνα.
Ἐπίσης ἡ Ἐκκλησία μᾶς προετοιμάζει μέ τήν ὑμνολογία. Ἐάν προσέξει κανείς τά τροπάρια βλέπει ὅλη αὐτή τήν ἑτοιμασία τῶν ἡμερῶν. Καί στόν κόσμο μπορεῖτε νά προμηθευτεῖτε λειτουργικά βιβλία ὅπως, ὁ μέγας συνέκδημος ἤ τό μηναῖο τοῦ Δεκεμβρίου. Κάθε μέρα ἑτοιμαζόμαστε μέσα ἀπό τά τροπάρια, μέσα ἀπό τούς ὕμνους, μέσα ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν ἁγίων, πού μᾶς δίδουν ἕτοιμη τροφή. Μᾶς δίδουν τά βιώματά τους, αὐτά πού οἱ ἴδιοι βίωσαν γιά νά τά προσλάβομε, νά τά ἀφομοιώσομε, νά τά καλλιεργήσομε καί νά μπορέσομε νά φτάσομε σέ ἐκείνη τήν ἁγία ἡμέρα πού θά ζήσομε στήν πνευματική πανδαισία.
 Ἑτοιμαζόμαστε λοιπόν μέ ὅλα τά μέσα πού μας δίδει ἡ Ἐκκλησία. Μέ τή νηστεία, μέ τή μελέτη, μέ τήν ἐλεημοσύνη, μέ τήν προσευχή, μέ τήν ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν μας, μέ τή μετάνοια, ἡ ὁποία πρέπει νά εἶναι καί καθημερινή ἐργασία μας. Ἡ μετάνοια εἶναι ἐργασία πνευματική, ἀδιάλειπτος, στόν κάθε ἄνθρωπο.
Ὅμως πέρα ἀπό ὅλα αὐτά, ἐκεῖνο τό ὁποῖο εἶναι οὐσιαστικό σημεῖο, ὅπου ὁ ἄνθρωπος δέχεται τή χάρη ἀπό τόν Θεό, ἑλκύει τή χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι νά μοιάσει στόν Χριστό, νά μιμηθεῖ τόν Χριστό. Ἡ ζωή τοῦ χριστιανοῦ εἶναι μίμηση Χριστοῦ. Ἡ μίμηση τοῦ Χριστοῦ δέν ἔγκειται στά ἐξωτερικά γεγονότα, ἀλλά στήν καρδία. «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πράος εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ», λέει ὁ Χριστός. Τό νά μιμηθοῦμε τόν Χριστό μέσα στή ζωή μας, εἶναι τό σημεῖο τῆς χάριτος, ὅπου πραγματικά ὁ ἄνθρωπος, ἀνοίγει τίς πόρτες τῆς καρδιᾶς του γιά νά μπεῖ ὁ Χριστός μέσα καί νά κατοικήσει μέσα στήν ὕπαρξή του. Ἡ μετάνοια εἶναι αὐτή ἡ ὁποία θά μᾶς εἰσάγει στή μίμηση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μετάνοια, ἡ ὁποία σημαίνει τόν καθημερινό ἀγώνα μας, νά ἀλλάξουμε νοοτροπία. Νά ἀλλάξομε μυαλό, νά ἀλλάξομε τρόπο πού σκεφτόμαστε, πού κρίνομε, πού ἀξιολογοῦμε τά πράγματα. Αὐτός εἶναι ὁ ἀγώνας τῆς μετανοίας. Αὐτό σημαίνει μετάνοια· ἀλλαγή νοός. Ἀλλαγή τοῦ μυαλοῦ. Ὅλα τά ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, ὅλο τό εὐαγγέλιο, ὅλη ἡ ἀγωγή τῆς Ἐκκλησίας ἔγκειται σέ αὐτό τό σημεῖο, νά ἀλλάξομε τρόπο πού ζοῦμε.
Γι’ αὐτό ὁ Χριστός ἄρχισε τό εὐαγγέλιό του λέγοντας, «μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Ἀλλάξατε τρόπο πού σκέφτεστε. Δέν εἶναι εὔκολο. Γεννιόμαστε καί φέρνομε μέσα μας τόν τρόπο αὐτό, πού καλλιεργοῦμε δυστυχῶς, πού εἶναι κοσμικός, πού εἶναι τρόπος ἰδιοτελής, συμφεροντολογικός, πονηρός, πού ἔγκειται στήν ἐμπαθῆ κατάσταση. Γιά νά ἀλλάξει θέλει ἀγῶνες πολλούς, θέλει ὑπομονή πολλή, θέλει δάκρυα πολλά, θέλει προσευχή πολλή καί θέλει καί πειρασμούς πολλούς. Χωρίς πειρασμούς, χωρίς θλίψεις, ὁ ἄνθρωπος δυστυχῶς δέν ἀλλάζει. Εἶναι ἡ καρδία μας κατά τέτοιο τρόπο διαμορφωμένη, πού πολύ σπάνια νά βρεθεῖ ἄνθρωπος πού ἄνευ πειρασμῶν, ἄνευ θλίψεων μπορεῖ νά μπεῖ μέσα στόν χῶρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Αὐτές οἱ ἑορτές τοῦ Χριστοῦ, ἀδελφοί μου, εἶναι κρίσις γιά μας· ὅλη ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ εἶναι κρίσις. Καί ἡ ζωή τῶν ἁγίων, ἀλλά ἡ ζωή τοῦ Κυρίου μας ἰδιαίτερα, εἶναι κρίσις. Εἶναι μεγάλη κρίσις τό σπήλαιο τῆς Γεννήσεως γιά ὅλους μας. Ὁ παπά-Ἐφραίμ ὅταν ἐπέστρεφε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα στά Κατουνάκια εἶπε: «Ὅταν μπῆκα στό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, ἔλιωσα. Ὅταν εἶδα ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός, ποῦ ἐγεννήθηκε ὁ Θεός, ὅλα μέσα μου διαλύθηκαν. Ἀπό τότε δέν μπορῶ νά ἔχω καμιά ἀπαίτηση γιά τίποτα. Ἐκεῖνο τό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, τά ἔσβησε ὅλα.». Γί αὐτό ὅταν ἔρχονται καί στή ζωή μας διεκδικήσεις μέ τέτοιες ἀπαιτήσεις, τέτοια παράπονα «μά δέν ἔχω, μά δέν κάνω, μά δέν μπορῶ», ἄς κάνομε καί μία στροφή ἐκεῖ. Αὐτό πού ψάλλομε ἐκείνη τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων εἶναι πολύ δυνατός λόγος: «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός».
Μπροστά σέ αὐτό τό γεγονός τῆς ἁγίας καί μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μας, ἄς ἀφήσομε τίς μέρες αὐτές, ἀδελφοί μου, νά μᾶς ἑτοιμάσουν. Ἄς χρησιμοποιήσομε, ἄς ἀξιοποιήσομε, ἄς ἐνεργοποιήσομε ὅλα τά μέσα πού μᾶς δίδει ἡ Ἐκκλησία μας. Τούς ὕμνους, τή νηστεία, τήν προσευχή, τή μελέτη, τήν ἐξομολόγηση, τήν ἐλεημοσύνη, τά ἀγαθά ἔργα. Ἄς πορευθοῦμε νά μιμηθοῦμε τόν Χριστό στήν καρδία μας μέσα ἀπό τήν ταπείνωση, μέσα ἀπό τή μετάνοια, τήν ἀλλαγή τῆς νοοτροπίας· ἄς ἀφήσομε νά δουλέψουν μέσα μας τά θεία γεγονότα, ὅπως ἔλεγε καί ὁ γέρο-Παΐσιος, μέσα στήν ὕπαρξή μας, καί ἡ μεγάλη αὐτή ἑορτή, ἄς γίνει κρίσις τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῶν ἐνεργειῶν μας, τῶν πράξεών μας, τῶν διανοημάτων μας, τῶν ἐνθυμήσεών μας, τῶν διαθέσεών μας γιά τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Καί νά καταλάβουμε ἐπί τέλους ὅτι ἡ λογική του Θεοῦ δέν ταιριάζει μέ τή λογική του κόσμου τούτου. Ἄλλη εἶναι ἡ λογική του Θεοῦ.

Νά εὐχηθῶ σέ ὅλους νά ἔχουμε καλά καί ἅγια Χριστούγεννα καί ὁ Χριστός νά μᾶς ἀξιώσει νά τόν δεχθοῦμε στήν καρδία μας καί ἔστω καί λίγο νά γευθοῦμε ἀπό αὐτή τή χάρη τῶν ἁγίων ἑορτῶν.
 
(απομαγνητοφωνημένη ομιλία)

Θεοφάνεια ή Επιφάνεια

 

 
Βάπτισis2
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Τη διαφορά λοιπόν των βαπτισμάτων τη μάθαμε από αυτά, πρέπει όμως στη συνέχεια να πούμε για ποιo λόγο βαπτίζεται ο Χριστός και ποιό είναι το βάπτισμα που κάνει. Δεν κάνει ούτε το παλιό ιουδαϊκό βάπτισμα, ούτε το δικό μας που καθιερώθηκε στη συνέχεια, καθόσον δεν εί­χε ανάγκη από συγχώρηση αμαρτημάτων· διότι πώς θα συνέβαινε αυτό σε εκείνον που δεν είχε καμία αμαρτία; Διότι, λέει, «αμαρτία δεν έκανε, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του»(Α΄ Πετρ.2, 22)· και πάλι· «Ποιός μπορεί από σας να με ελέγξει για αμαρτία;»( Ιω. 8,46). Ούτε η σάρκα εκείνη στερούνταν το Πνεύμα· διότι πώς ήταν δυνατό αυτό στη σάρκα εκείνη που συνελήφθη από Πνεύμα άγιο; Εάν λοιπόν η σάρ­κα εκείνη ούτε το άγιο Πνεύμα στερούνταν, ούτε ήταν υπεύθυνη για αμαρτήματα, για ποιό λόγο βαπτίσθηκε; Αλλά προηγουμένως πρέπει να μάθουμε ποιο βάπτισμα έκανε, και τότε και αυτό θα μας γίνει πιο κατανοητό.
 
Ποιο λοιπόν βάπτισμα έκανε; Ούτε το ιουδαϊκό, ούτε το δικό μας, αλλά το βάπτισμα του Ιωάννη. Γιατί; Με σκοπό να μάθεις και από τη φύση αυτού του βαπτίσματος, ότι δεν βαπτίσθηκε για αμαρτίες του, ούτε επειδή είχε ανάγκη της χορηγίας του αγίου Πνεύματος· διότι το βάπτισμα εκείνο στερούνταν τη δυνατότητα και των δύο αυτών βαπτισμάτων, όπως ακριβώς βέβαια και αποδεί­ξαμε.
Και ότι δεν ήρθε στον Ιορδάνη ούτε για άφεση αμαρτημάτων, ούτε για τη χορηγία του αγίου Πνεύματος έγινε φανερό από αυτά· όμως για να μη νομίσει κάποιος από εκείνους που ήταν τότε παρόντες, ότι πηγαίνει εκεί για μετάνοια, όπως ακριβώς πήγαιναν και οι άλλοι, άκουσε πως και αυτό το διευκρινίζει ο Ιωάννης. Διότι εκείνος που έλεγε στους άλλους, «Να κάνετε έργα άξια της μετάνοιας» (Ματθ. 3, 8), άκουσε τί λέει σ’ αυτόν· «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα, και συ έρχεσαι προς εμένα;»(Ματθ. 3, 14). Αυτό το έλεγε για να δείξει ότι δεν πήγε σ’ αυτόν για τον ίδιο λόγο που πήγαιναν οι άλλοι· και ότι τόσο πολύ απέχει από την ανάγκη να βαπτισθεί γι’ αυτό, αφού ήταν κατά πολύ πιο ανώτερος και από τον ίδιο το Βαπτιστή, και ασύγκρι­τα καθαρότερος. Για ποιό λόγο λοιπόν βαπτίσθηκε, εάν αυτό δεν το έκανε ούτε για μετάνοια, ούτε για συγχώρη­ση αμαρτημάτων, ούτε για χορήγηση του Πνεύματος; Για δύο άλλους λόγους, που ένας είναι αυτός που ανα­φέρει ο μαθητής, και ο άλλος αυτός που λέγεται απ’ αυτόν στον Ιωάννη.
Ποια λοιπόν λέει ο Ιωάννης ότι είναι η αιτία του βαπτίσματος αυτού; Για να μάθουν οι πολλοί, όπως και ο Παύλος έλεγε, ότι «ο Ιωάννης βάπτισε βάπτισμα με­τάνοιας, λέγοντας να πιστέψουν σ’ εκείνον που έρχεται μετά απ’ αυτόν»(Πραξ. 19, 4)· αυτό ήταν το κατόρθωμα του βαπτίσματος. Διότι το να πηγαίνει στο σπίτι του καθενός, και πλησιάζοντας στις πόρτες και έχοντας μαζί του το Χριστό να τους καλεί έξω και να τους λέει, ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού, αυτό θα έκανε ύποπτη τη μαρτυρία και θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο· επίσης το να τον πάρει πά­λι και, μπαίνοντας στη συναγωγή, να τον δείχνει, και αυτό πάλι κατά τον ίδιο τρόπο έκανε ύποπτη τη μαρ­τυρία.
Αλλ’ όμως το να έρθει και αυτός προς τον Ιωάννη με σκοπό να βαπτισθεί, τη στιγμή που όλος ο κόσμος από κάθε πόλη ξεχυνόταν στον Ιορδάνη και διέμενε στις όχθες του ποταμού, και εκεί να δεχθεί την ουράνια μαρ­τυρία που γινόταν με τα λόγια του Πατέρα, τη μαρτυρία που γινόταν με την επιφοίτηση του αγίου Πνεύματος με μορφή περιστεράς, αυτό έκανε ανύποπτη τη μαρτυρία που έδινε ο Ιωάννης γι’ αυτόν. Γι’ αυτό λέει, «και εγώ δεν τον γνώριζα», κάνοντας έτσι αξιόπιστη την μαρτύρια του.
Επειδή ήταν συγγενείς, για να μη φα­νεί ότι δίνει τη μαρτυρία για το Χριστό εξαιτίας της συγ­γένειάς τους, ρύθμισε η χάρη του αγίου Πνεύματος να περάσει ο Ιωάννης όλα τα προηγούμενα χρόνια του στην έρημο, για να μη φανεί ότι η μαρτυρία δίνεται από φιλία ή από κάποια άλλη παρόμοια επινόηση, αλλ’ όπως το έμα­θε αυτό από το Θεό, έτσι και το κάνει γνωστό στον κό­σμο. Γι’ αυτό λέει, «και εγώ δεν τον γνώριζα». Και από πού λοιπόν το έμαθες; «Εκείνος», λέει, «που με έστειλε να βαπτίζω με νερό, εκείνος μου είπε». Τί σου είπε; «Σ’ όποιον θα δεις να κατεβαίνει το Πνεύμα με μορφή περιστεράς και να μένει επάνω σ’ αυτόν, αυτός είναι εκείνος που βαπτίζει με Πνεύμα άγιο» (Ιω. 1, 33).
Βλέπεις ότι γι’ αυτό ήρθε το άγιο Πνεύμα, όχι ότι τότε κατέβηκε για πρώτη φορά, αλλά για να φανερώσει εκείνον που κηρυσσόταν, κάνοντας αυτόν γνωστό σ’ ό­λους, σαν με κάποιο δάχτυλο, με την πτήση του υπό μορφή περιστεράς; Γι’ αυτό λοιπόν ήρθε να βαπτισθεί αλλά και για μία άλλη αιτία, την οποία αναφέρει αυτός. Και ποιά είναι αυτή; Όταν ο Ιωάννης είπε, «εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα και συ έρχεσαι προς εμένα;», αυτός αποκρίθηκε και είπε· «άφησέ τα αυτά τώρα διότι πρέπει εμείς να εκτελέσουμε κάθε εντολή»(Ματθ. 3, 14-15). Είδες ευγνωμοσύνη δούλου; Είδες ταπεινοφροσύνη Κυρίου; Τί τέλος πάντων σημαίνει, «να εκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύ­νη»; Δικαιοσύνη ονομάζεται η εκπλήρωση όλων των εντο­λών· όπως ακριβώς όταν λέει·«Ήταν και οι δύο δίκαιοι και εκτελούσαν κατά τρόπο άμεμπτο όλες τις εντολές του Κυρίου»(Λουκ. 1,6). Επειδή λοιπόν έπρεπε να εκτελέσουν τις εντολές αυτές όλοι οι άνθρωποι, όμως κανένας δεν πραγ­ματοποίησε αυτές στην εντέλεια, γι’ αυτό έρχεται ο Χρι­στός και εκτελεί την πραγματοποίηση αυτών των εντολών.
Και ποια εντολή εκτελεί με το να βαπτισθεί; Το να υπακούσει στον προφήτη ήταν εντολή. Όπως ακριβώς λοιπόν περιτμήθηκε, πρόσφερε θυσία, τήρησε τα Σάββατα, και έλαβε μέρος σε ιουδαϊκές εορτές, έτσι πρόσθεσε και αυτό που υπολειπόταν, το να υπακούσει στον προφήτη που βάπτιζε. Διότι, το ότι ήταν τότε θέλημα του Θεού να βαπτίζονται όλοι, άκουσε τι λέγει ο Ιωάν­νης· «Εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με νερό»(Ιω. 1, 33) και πάλι ο Χριστός λέει· «οι τελώνες και το πλήθος του λαού τήρησαν τις εντολές του Θεού, διότι έκαναν το βάπτισμα του Ιωάννη, οι Φαρισαίοι όμως και οι γραμματείς απέρριψαν το θέλημα του Θεού με το να μη βαπτισθούν απ’ αυτόν»(Λουκ. 7, 29-30).
Εάν λοιπόν αποτελεί εντολή το να υπακούει κανείς στο Θεό, ο δε Θεός έστειλε τον Ιωάννη για να βαπτίσει το λαό, ο Χριστός μαζί με όλες τις άλλες νομι­κές διατάξεις εκπλήρωσε και αυτή την εντολή. Υπόθεσε, δηλαδή, ότι οι εντολές του νόμου ήταν διακόσια δηνάρια. Αυτό το χρέος έπρεπε να το πληρώσει το δικό μας το ανθρώπινο γένος. Δεν το πληρώσαμε. Μας είχε στην εξουσία του ο θάνατος, επειδή ήμασταν υπεύθυνοι γι’ αυτές τις κατηγορίες. Όταν ήρθε ο Χριστός και μας βρήκε να εί­μαστε κάτω από την εξουσία του, κατέβαλε το χρέος, πλήρωσε την οφειλή και ελευθέρωσε εκείνους που δεν είχαν να πληρώσουν. Γι’ αυτό δεν είπε, ‛πρέπει να κάνετε σεις αυτό και αυτό’, αλλά, «να πληρώσω κάθε δικαιοσύ­νη»(Ματθ. 3,15). Εγώ ο Κύριος, λέει, που έχω, πρέπει να πληρώσω για εκείνους που δεν έχουν.
Αυτή είναι η αιτία του βαπτίσματος, για να φανεί ότι τηρεί όλες τις εντολές του νόμου· αυτή είναι η αιτία κα­θώς και εκείνη που αναφέρθηκε πριν απ’ αυτή. Γι’ αυτό και το Πνεύμα κατεβαίνει με μορφή περιστεράς, διότι ό­που υπάρχει συμφιλίωση με το Θεό, παρουσιάζεται περι­στερά. Καθόσον και στην περίπτωση της κιβωτού του Νώε ήρθε η περιστερά κρατώντας κλαδί ελιάς, σύμβολο της φιλανθρωπίας του Θεού και της απαλλαγής από τον κατακλυσμό.
Και τώρα παρουσιάζεται το Πνεύμα με μορφή περιστεράς, και όχι με το σώμα της (διότι πρέπει αυτά να τα γνωρίζομε σωστά), γνωστοποιώντας τη φιλανθρω­πία του Θεού στην οικουμένη, και συγχρόνως φανερώ­νοντας, ότι ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να μη έχει πονηριά, να είναι αγνός και άκακος, όπως ακριβώς και ο Χριστός λέει· «εάν δεν μετανοήσετε και δεν γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα μπείτε στη βασιλεία των ουρανών»(Ματθ, 18, 3). Εκείνη λοιπόν η κιβωτός, αφού σταμάτησε ο κατακλυ­σμός, έμεινε στη γη, ενώ αυτή η κιβωτός, αφού καθησύ­χασε η οργή, ανέβηκε στον ουρανό, και τώρα βρίσκεται το καθαρό εκείνο και αμόλυντο σώμα στα δεξιά του Πατέρα.
 
(Αγίου Ι. Χρυσοστόμου, Λόγος στο Άγιο Βάπτισμα, Ε.Π.Ε. τ. 35-αποσπάσματα).

www.pemptousia.gr

Άγιος Λουκάς ο Ιατρός - Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας Λόγος στην Κυριακή των Φώτων


4 Ιανουαρίου 2012
Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα των Θεοφανίων περιέχει έναν λόγο του Χριστού μεγάλης σπουδαιότητας. Σ’ αυτόν τώρα θέλω λίγο να στρέψω την προσοχή σας.
Του μεγάλου αυτού γεγονότος της Θεοφάνειας του Κυρίου προηγείται κήρυγμα στις όχθες του Ιορδάνη ποταμού, του Ιωάννου του Προδρόμου του Κυρίου, του μείζονος μεταξύ των ανθρώπων που γέννησαν ποτέ οι γυναίκες. Το φλογερό του κήρυγμα της μετανοίας για το οποίο προετοιμαζόταν είκοσι ολόκληρα χρόνια στην έρημο της Ιουδαίας τραβούσε προς αυτόν μεγάλο πλήθος ανθρώπων. Ο πύρινος λόγος του κηρύγματός του έκαιγε τις καρδιές των ανθρώπων τους οποίους βάπτιζε στα νερά του Ιορδάνη καθαρίζοντας τις αμαρτίες τους. Την μεγάλη εκείνη ημέρα με πολλή έκπληξη παρατήρησε ότι μεταξύ των άλλων που έρχονται για να βαπτιστούν βρίσκεται και Εκείνος τον οποίον μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει αλλά περί του οποίου του είχε αποκαλυφθεί ότι θα βαπτίζει με το Πνεύμα το Άγιο. Και αφού έπεσε στα πόδια του, του είπε με δέος: «εγώ χρείαν έχω υπό Σου βαπτισθήναι, και συ έρχη προς με;» (Μτ. 3, 14).
Εμείς, που ήδη είμαστε βαπτισμένοι εν Πνεύματι Αγίω και πυρί, δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε γιατί ο αναμάρτητος Υιός του Θεού πήγε στο δούλο του τον Ιωάννη και ζήτησε να βαπτιστεί από αυτόν με το βάπτισμα της μετανοίας για να Του αφε­θούν οι αμαρτίες του, τις οποίες δεν είχε, αν ο ίδιος ο Χριστός δεν μας το έλεγε απαντώντας στην ερώτηση του Προδρόμου το εξής: «άφες άρτι· ούτω γαρ πρέπον εστίν ημίν πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην» (Μτ. 3, 15).
Ω, Κύριε μας! Σε προσκυνούμε εσένα και τον Πρόδρομο Σου και Σε ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας για το ότι μας έμαθες να σεβόμαστε και να τιμάμε «πάσαν δικαιοσύνην» και να μισούμε την οποιαδήποτε αδικία, διότι εκείνη προέρχεται από τον διάβολο. Κάθε δικαιοσύνη, ακόμα και η πιο ασήμαντη δίκαιη πράξη, είναι ευλογημένη από τον Θεό. Έλαβες το βάπτισμα από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη ποταμό για την άφεση αμαρτιών διότι ήθελες να εκπληρώσεις ό,τι προβλέπει το σχέδιο του Θεού. Η κατάδυση στα νερά του Ιορδάνη αποτελούσε σφράγισμα της μετανοίας γι’ αυτούς που έρχονταν να βαπτιστούν. Διότι για την ολόκαρδη μετάνοια, αυτός που δεχόταν το βάπτισμα του Ιωάννη, λάμβανε από τον Θεό την άφεση των αμαρτιών του.
Το βάπτισμα όμως αυτό δεν ανακαίνιζε τον άνθρωπο και δεν ήταν γι’ αυτόν μία δεύτερη γέννηση, όπως αυτό γίνεται στο μεγάλο μυστήριο του βαπτίσματος, με το άγιο Πνεύμα, με το οποίο βαπτιζόμαστε εμείς οι χριστιανοί. Ήταν λοιπόν δίκαιο το βάπτισμα του Ιωάννου. Δεν μίλησε όμως μόνο γι’ αυτήν την δικαιοσύνη,  ο Σωτήρας μας στον Ιωάννη για να τον καθησυχάσει και να λύσει την απορία του, αλλά για την πάσα δικαιοσύνη, δηλ. το σχέδιο του Θεού. Με τον θείο λόγο του αγίασε και ευλόγησε την κάθε αλήθεια και συνεπώς κατέκρινε την οποιαδήποτε αδικία.
Σκεφτείτε, αγαπητοί μου, άνθρωποι του ίδιου με μένα πνεύματος, κοινωνοί του μικρού ποιμνίου του Χριστού, πόση αδικία υπάρχει στον κόσμο! Πόσο μεγάλη αμαρτία είναι ο πόλεμος, όταν οι λαοί, ακόμα και οι χριστιανικοί λαοί, εξοντώνουν ο ένας τον άλλον! Αν ο φόνος ενός μόνο ανθρώπου σε πολλούς λαούς τιμωρείται με θάνατο, τότε πώς ο Κύριος θα τιμωρήσει αυτούς που ευθύνονται για το φόνο δεκά­δων εκατομμυρίων ανθρώπων; Η οποιαδήποτε αμαρτία είναι αδικία και ο πόλεμος είναι η εσχάτη αδικία την οποία όλοι μας πρέπει να την μισούμε.
Μεγάλη αδικία υπάρχει στα κράτη εκείνα όπου η γη, που δόθηκε από τον Θεό σε όλους τους ανθρώπους, και ιδιαίτερα σ’ αυτούς που την καλλιεργούν, δεν ανήκει στον λαό και στο κράτος αλλά σ’ εκείνους τους ανθρώπους που έχουν εξουσία, που τους την δίνει το χρήμα. Και πόση ακόμα αδικία υπάρχει στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, ακόμα και μεταξύ των συγγενών και μελών της ίδιας οικογένειας. Η αδικία αυτή χαροποιεί πάρα πολύ το διάβολο. Δεν ήταν έτσι τα πράγματα στην εποχή των αποστόλων, μεταξύ των πρώτων χριστιανών. «Του δε πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία, και ουδέ εις τι των υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ην αυτοίς άπαντα κοινά. Και μεγάλη δυνάμει απεδίδουν το μαρτύριον οι απόστολοι της αναστάσεως του Κυρίου Ιησού, χάρις τε μεγάλη ην επί πάντας αυτούς. Ουδέ γαρ ενδεής τις υπήρχεν εν αυτοίς· όσοι γαρ κτήτορες χωρίων ή οικιών υπήρχον, πωλούντες έφερον τας τιμάς των πιπρασκομένων και ετίθουν παρά τους πόδας των αποστόλων διεδίδοτο δε εκάστω κα­θότι αν τις χρείαν είχεν» (Πράξ. 4, 32-35).
Δεν είναι μόνο ο λόγος αυτός του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, για το σχέδιο του Θεού, που αποτελεί το μεγαλείο της σημερινής εορτής. Η Βάπτι­ση του Κυρίου μας έχει για μας επίσης ύψιστη σημασία διότι έχουμε την φανέρωση της Αγίας Τριάδος. Την στιγμή που ο Υιός του Θεού ανέβαινε από το νερό πάνω, από τον ουρανό, ακούστηκε η φωνή του Θεού Πατέρα που μαρτυρούσε για τον Υιό του λέγοντας: «ουτός εστίν ο Υ’ιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» (Μτ. 3, 17). Και το Πνεύμα το Άγιο «εν είδει περιστεράς» κατέβηκε από τον ουρανό πάνω στο κεφάλι του προαιώνιου Υιού του Θεού. Έχει μεγάλη σημασία αυτή η Θεοφάνεια, όπως αλλιώς ονομάζεται η εορτή της Βαπτίσεως του Κυρίου. Ο ίδιος ο τρισυπόστατος Θεός φανέρωσε την θεότητα του Δευτέρου Προσώπού του, του ενσαρκωμένου Λόγου του Θεού. Ο Θεός Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα σαν να παρουσίασαν στην ανθρωπότητα τον Σωτήρα του γένους των ανθρώπων.
     Δεν αρκούν αυτά σ’ εκείνους που δεν πιστεύουν στον Κύριο Ιησού Χριστό; Δεν τους συγκινεί η θεία του διδασκαλία, με την οποία δεν μπορεί να συγκριθεί καμμία ανθρώπινη; Δεν τους αρκούν τα θαύματά του με τα οποία ο Χριστός επιβεβαίωνε το κήρυγμά του; Δεν τους φτάνει το ότι το κήρυγμά του το σφράγισε με το τίμιο αίμα του πάνω στον φοβερό σταυρό του Γολγοθά; Και το ότι αναστήθηκε την τρίτη ημέρα μετά το θάνατό του, και που για σαράντα ημέρες, μετά την ανάστασή του, φανερώθηκε πολλές φορές στους μαθητές του, και ολοκλήρωσε το έργο της σωτηρίας του κόσμου με την ένδοξη ανάληψή Του στους ουρανούς από το όρος των Ελαιών;
Ω, Υιέ του Θεού! Ω, Σωτήρα μας, Κύριε Ιησού Χριστέ! Στα έργα της αγάπης σου, στα αμέτρητα θαύματά σου, πρόσθεσε και ένα άλλο θαύμα: άγγιξε με την δεξιά σου τη λίθινη καρδιά τους και δώσε σ’ αυτούς «καρδιά σαρκίνη». Αμήν.
 
(Αγ. Λουκά, Αρχιεπ. Κριμαίας, «Λόγοι και Ομιλίες», τ. Β΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σ.53-57)

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Δημήτριος Παναγόπουλος, Τα Πάθη και η Ανάστασις του Χριστού



ΤΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Σύμφωνα μὲ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, ὁ Χριστὸς ἔπεσε πολλὲς φορὲς μὲ τὸν Σταυρό, στὸ δρόμο γιὰ τὸν Γολγοθᾶ. Τότε ἦρθε ὁ Σίμωνας ὁ Κυρηναῖος, γιὰ νὰ σηκώσει τὸν Σταυρὸ καὶ νὰ βοηθήσει τὸν Χριστό. Ὅπως τότε ὁ Χριστὸς βοηθήθηκε ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπο, ἔτσι καὶ σήμερα ὁ Χριστὸς θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ σηκώσουμε τὸν δικό μας σταυρό, ἀρκεῖ νὰ ζητήσουμε τὴν βοήθειά Του.
● Ἅπλωσε ἡ Εὔα τὰ χέρια της στὸν ἀπαγορευμένο καρπό, ἅπλωσε καὶ ὁ Χριστὸς τὰ χέρια Του πάνω στὸ Σταυρό. Παρέβη τὴν ἐντολὴ ὁ Ἀδὰμ καὶ παρήκουσε, ἔγινε ὁ Χριστὸς ὑπήκοος μέχρι θανάτου, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν ἁμαρτία.

Ἦταν τὸ δέντρο (ξύλο), ἀπὸ ὅπου ὁ καρπὸς τῆς παρακοῆς, ἐπὶ τοῦ ξύλου κρεμάστηκε ὁ Χριστός! Κῆπος καὶ παράδεισος ἦταν ἐκεῖ ποὺ ἔπεσε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἀπὸ ὅπου ἐξορίστηκε, κῆπος ἦταν καὶ στὴν Γεσθημανή, ὅπου ὁ Χριστὸς προδόθηκε. Ἰσοθεΐα καὶ δόξα φαντάστηκε ὁ Ἀδάμ, ἀτιμία καὶ πτύσματα δέχθηκε ὁ Κύριος! Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι ὁ Χριστὸς ὑπέστη ἀκριβῶς τὶς ἀντίστροφες ἐνέργειες, ποὺ ἔκαναν οἱ Πρωτόπλαστοι στὴν πτώση τους, προκειμένου νὰ θεραπεύσει τὴν παρακοὴ καὶ τὰ ἀποτελέσματα, ποὺ ἐπέφερε αὐτή.
Ὁ Χριστός, ὅπως ἀναφέρει ἡ Ἁγία Γραφή, ἔκλινε τὴν κεφαλὴ καὶ μετὰ παρέδωσε τὸ πνεῦμα Του. Οἱ ἄνθρωποι πῶς πεθαίνουν; Παραδίδουν τὸ πνεῦμα καὶ κλίνουν τὴν κεφαλή. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε τὴν ὥ ρα πού ἤθελε. Σημαίνει ὅτι πέθανε σὰν Θεὸς καὶ ὄχι σὰν ἄνθρωπος. Δὲν Τὸν πεθάνανε οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ πέθανε, ὅποια στιγμὴ ἤθελε. Πέθανε ὁ Χριστὸς νωρίτερα σὲ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους δύο ληστές, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὰ σκέλη Του δὲν συνθλίφτηκαν (προφητεύτηκε αὐτὸ αἰῶνες πρίν), ὅπως ἔγινε μὲ τοὺς ἄλλους δύο ληστές, προκειμένου νὰ ἐπέλθει ὁ θάνατός τους, γιατί ἀκολουθοῦσε τὸ Πάσχα τῶν Ἑβραίων.
● Τὸ πρῶτο θαῦμα, πού ἔγινε ἀμέσως μετὰ τὸ τετέλεσται τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὅτι σχίστηκε τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομώντα. Τὸ καταπέτασμα συμβόλιζε τὴν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου καὶ χώριζε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, δίκαιοι καὶ ἄδικοι, πρὶν τὴν Ἀνάσταση, πήγαιναν στὸν Ἅδη. Μὲ τὸ σχίσιμο τοῦ ναοῦ, νικήθηκε ἡ ἁμαρτία ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ ἀποκαταστάθηκε ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Χριστό. Ἄνοιξε ἔτσι ὁ δρόμος τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν παράδεισο. Ὁ δρόμος αὐτὸς εἶναι ἡ Ὡραία Πύλη, πού ὑπάρχει στὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἄνοιξε καὶ προσφέρει τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς Θείας Κοινωνίας.
● Στὴν Καινὴ Διαθήκη ἀναφέρεται ὅτι ὁ Χριστός, ὅταν λογχίστηκε στὴν πλευρά Του, ἀπὸ ἕνα Ρωμαῖο στρατιώτη, προκειμένου νὰ διαπιστώσει ἂν εἶναι νεκρός, τότε βγῆκε ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ αἷμα καὶ νερό. Πολλοὺς αἰῶνες ἀργότερα καὶ σύμφωνα μὲ τὴν σύγχρονη ἐπιστήμη, τὰ στοιχεῖα αὐτά, πού μᾶς δίνει ἡ Ἁγία Γραφή, ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ Χριστὸς πράγματι πέθανε.
Συγκεκριμένα ὁ Σίμπσον, ὁ ἐφευρέτης τοῦ χλωροφορμίου, ἀπέδειξε ὅτι ὁ χωρισμὸς τοῦ ὀροῦ ἀπὸ τὸ αἷμα εἶναι ἔνδειξη θανάτου. Τὸ αἷμα πού βγῆκε ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ, συμβολίζει τὴν Θεία Κοινωνία, ἐνῶ τὸ νερὸ συμβολίζει τὸ Βάπτισμα. Ἡ Εὔα «λογχίστηκε» ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ γέννησε θάνατο,ἐνῶ ὁ Χριστὸς λογχίστηκε ἀπὸ τὸν Ρωμαῖο στρατιώτη καὶ γέννησε Ζωή, μέσῳ τῶν δύο αὐτῶν Μυστηρίων: τῆς Θείας Κοινωνίας καὶ τοῦ Βαπτίσματος.
● Τὸ πέρασμά μας κάτω ἀπὸ τὸν Ἐπιτάφιο, τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, τί συμβολίζει; Βάζουμε μετάνοια στὸ Χριστό, ὅτι θὰ κάνουμε τὸ θέλημά Του καὶ ὄχι τὸ δικό μας.  Ἐντούτοις ἐμεῖς συνεχίζουμε νὰ κάνουμε τὸ δικό μας θέλημα καὶ δὲν ἀποχωριζόμαστε τὰ πάθη μας. Πῶς λοιπὸν ἄνθρωπε τολμᾶς νὰ περνᾶς κάτω ἀπὸ τὸν Ἐπιτάφιο; Μᾶς ἀνέχεται ὁ Χριστός, δείχνει μακροθυμία, ἀλλὰ ὡς πότε;
●Ὅταν ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, οἱ στρατιῶτες, πού φύλαγαν τὸν τάφο Του καὶ ἦταν πολλοί, δωροδοκήθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους, γιὰ νὰ μή ποῦν ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ἀλλὰ ὅτι κλάπηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους! Ὁ Χριστὸς θάφτηκε μὲ τὸν Ἰουδαϊκὸ τρόπο ταφῆς. Ἄλειψαν τὸ σῶμα Του μὲ παραφίνη (κολλητικὴ οὐσία), ἔντυσαν τὸ κεφάλι μὲ τὸ σουδὰριο καὶ τὸ σῶμα μὲ σεντόνια.
Ἂν ὅμως οἱ Μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἔκλεβαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὰ ἐνδύματά Του πῶς βρέθηκαν μέσα στὸν τάφο; Δηλαδὴ ἔκλεψαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, βγάζοντας πρῶτα τὰ ροῦχα Του; Ἀστεῖα πράγματα! Ἐξάλλου ἡ παραφίνη, πού ἄλειψαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, θὰ ἦταν ἡ αἰτία, τὸ σεντόνι νὰ γίνει ἕνα μὲ τὸ δέρμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς ἔμεινε 33 ὧρες στὸν ἅδη (ἀπὸ τὶς 3 τὸ ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς ἕως τὰ μεσάνυχτα τοῦ Σαββάτου), ὅσα ἦταν δηλαδὴ τὰ χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του. Ἐκεῖ στὸν ἅδη, ὁ Χριστὸς κήρυξε καὶ ὅσοι Τὸν πίστεψαν, πῆγαν μαζί Του στὸν Παράδεισο, ὅταν Ἀναστήθηκε. Ἡ πρώτη, πού πληροφορήθηκε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, εἶναι ἡ Θεοτόκος ἀπὸ ἄγγελο Κυρίου.
● Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἰσχύει τὸ μνήσθητι πού εἶπε ὁ ληστὴς πάνω στὸ σταυρό. Τὸ μνήσθητι ἴσχυε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ἄλλαξε ὁ τρόπος σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὑπάρχει τὸ βάπτισμα, ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ θεία Κοινωνία. Πλα νῶνται ἑπομένως αὐτοὶ πού λένε καὶ εἶναι πολλοὶ δυστυχῶς, ὅτι ἐγὼ ἕνα μνήσθητι θὰ πῶ στὰ τελευταῖα μου, μιμούμενος τὸν ληστὴ καὶ ἔτσι θὰ σωθῶ! Ἔξαλλου τί μνήσθητι θὰ πεῖς, ἅμα σὲ πατήσει ἁμάξι, τρελλαθεῖς ἢ πεθάνεις ξαφνικὰ καὶ ἀκαριαῖα; Θέλει προσοχὴ αὐτὸ τὸ θέμα!
● Ἡ «πρώτη» λεγομένη Ἀνάσταση ἔχει σχέση μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν ἅδη. Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς κήρυξε καὶ ὅλοι ὅσοι Τὸν πίστεψαν καὶ Τὸν δέχτηκαν τοὺς ἀνέστησε καὶ πῆγαν στὸν παράδεισο.
● Ὅλοι ὅσοι πρωταγωνίστησαν καὶ συνέβαλαν στὴν Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, εἶχαν φρικτὸ τέλος.
●Μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὅταν πεῖ ὁ ἱερεὺς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ἀκολουθεῖ ἡ Ἀναστάσιμη Ἀκολουθία, ἀλλὰ οἱ περισσότεροι φεύγουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ πᾶνε στὰ σπίτια τους καὶ νὰ φᾶνε τὴν μαγειρίτσα. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς λυπεῖ τὸ Χριστὸ καὶ ζημιώνει τὸν πιστό. Λέει ὁ Δαβὶδ 1050 χρόνια π.Χ. χαρακτηριστικά: Ἀναστήθηκε ὁ Θεὸς καὶ διασκορπίστηκαν οἱ ἐχθροί Του.
Ἐχθρούς τούς ἀποκαλεῖ ὁ Δαβίδ, αὐτοὺς πού φεύγουν πιὸ νωρὶς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, οἱ ἄνθρωποι κολάζονται καὶ χάνουν τὴν ψυχή τους. Μάλιστα πολλοὶ ἀπὸ αὐτούς, πού φεύγουν στὸ Χριστὸς Ἀνέστη, πᾶνε μετὰ μὲ τὴν λαμπάδα καὶ τὸ Ἀναστάσιμο Φῶς, νὰ σταυρώσουν τὴν ὀροφὴ τῆς πόρτας τοῦ σπιτιοῦ τους, γιὰ νὰ κρατήσουν τάχα μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τους τὸ διάβολο.
Δυστυχισμένοι ἄνθρωποι! Ἀφοῦ φύγατε νωρίτερα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἒχετε τὸν διάβολο μέσα σας καὶ ὁ πονηρός σᾶς ἐμπαίζει. Αὐταπατῶνται ἒτσι οἱ ἄνθρωποι, νομίζοντας ὅτι ἔκαναν Πάσχα!
●Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν Ἀναστήθηκε καὶ δὲν εἶναι Θεός, δὲν ὑπάρχει σωτηρία γιά τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλά, δόξα σοι ὁ Θεός, καὶ Ἀναστήθηκε καὶ Θεὸς εἶναι.
●Ὁ τάφος τοῦ Χριστοῦ, εἶναι κενοτάφιο, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς Ἀναστήθηκε καὶ δὲν ὑπάρχει τὸ Σῶμα Του ἐκεῖ. Ἦταν καὶ καινοτάφιος, ἀφοῦ κανένας ἄλλος ἄνθρωπος, δὲν εἶχε θαφτεῖ ποτὲ ἐκεῖ. Ἦταν ὁ πρῶτος, πού θάφτηκε σὲ ἐκεῖνον τὸν τάφο.
● Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι θὰ κατακριθοῦμε, ἀπὸ τὸν κενὸ τάφο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν κενὸ τάφο τῆς Παναγίας μας. Οἱ ἄλλοι (ἑτερόδοξοι), θὰ κατακριθοῦνε ἀπὸ τὸν γεμάτο τάφο τῶν ἀρχηγῶν τους. Ἐμεῖς θὰ κατακριθοῦμε, γιατί δὲν πιστεύουμε στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ ἄλλοι θὰ κατακριθοῦν, γιατί πιστεύουν σὲ πεθαμέ- νους ἀνθρώπους.
● Τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὁ σατανᾶς τὴν μισεῖ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅταν πεῖς, Χριστὸς Ἀνέστη, σὲ ἕνα αἱρετικό, τὸ μόνο πού δὲν θὰ σοῦ πεῖ εἶναι, Ἀληθῶς Ἀνέστη!
Σημείωσις «Ο.Τ.»: Ἡ ἀνωτέρω ὁμιλία τοῦ μακαριστοῦ ἱεροκήρυκος Δημητρίου Παναγοπούλου ἀναδημοσιεύεται ἀπό τό βιβλίον «Ἀπάνθισμα τῶν ὁμιλιῶν» του, τό ὁποῖον ἐκυκλοφόρησε προσφάτως ἀπό τάς ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»
Ορθόδοξος Τύπος,3/05/2013