Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Τα 100 χρόνια από την κοίμηση του Παπαδιαμάντη



 
 
Τα 100 χρόνια από την κοίμηση του Παπαδιαμάντη
Γράφει ο
Γιώργος Παπαθανασόπουλος
H 3η Ιανουαρίου, είναι η ημέρα κοίμησης του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Η Εκκλησία της Ελλάδος ήταν που πρώτη, το 2001, επί μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, διοργάνωσε εκδηλώσεις στη μνήμη του, για τα 150 χρόνια από την γέννηση του. Επίσης ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος συνέβαλε στο να αναστηλωθεί ο Ναϊσκος του Αγίου Ελισαίου, στο Μοναστηράκι, όπου οι δυο εξάδελφοι Αλέξανδροι (Παπαδιαμάντης και Μωραϊτίδης) έψελναν συχνά, με ιερουργό τον Άγιο παπά Νικόλα Πλανά.
Τέτοια μέρα, λοιπόν, έσβησε το αγιοκέρι των Γραμμάτων μας, ο μεγάλος συγγραφέας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο νησί του, τη Σκιάθο, σε ηλικία 60 ετών. Τον Δεκέμβριο του 1910 προσεβλήθη από γρίππη, ινφλουέντσα την έλεγαν τότε, και δεν υπήρχαν τα αντιβιοτικά για να τον θεραπεύσουν. Έτσι ταχέως το εξασθενημένο από τις κακουχίες κορμί του δεν άντεξε, αλλά η διάνοια του έμεινε μέχρι τέλους σε εγρήγορση και η ψυχή του καθαρή. Ο ιερέας Γεώργιος Ρήγας για τα χριστιανικά τέλη του κυρ Αλέξανδρου έγραψε ότι ο ίδιος ζήτησε να τον επισκεφθεί ο ιερέας της Σκιάθου παπά Ανδρέας Μπούρας και οι αδελφές του ζήτησαν να πάει μαζί και ο γιατρός του νησιού.  Μόλις είδε τον ιατρό τον ερώτησε:  "Τι θέλεις εσύ εδώ;" - Ήρθα να σε ιδώ" του απάντησε ο ιατρός. "Να ησυχάσεις", του είπε, " θα κάμω πρώτα τα εκκλησιαστικά και ύστερα νάρθεις εσύ". Τον ιερέα τον θέλησε δια να τον κοινωνήσει και του εξήγησε: "Ξεύρεις! Μήπως αργότερα δεν καταπίνω…". Κατά τον εξάδελφο του, Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, του Αγίου Βασιλείου κοινώνησε για τελευταία φορά και την παραμονή του θανάτου του μαθεύτηκε στο νησί ότι  του είχε απονεμηθεί το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος.
Το απόγευμα της 2ας Ιανουαρίου του 1911 είπε στις αδελφές του να ανάψουν ένα κερί και να του φέρουν ένα εκκλησιαστικό βιβλίο. Το κερί το έφεραν και το άναψαν, αλλά να διαβάσει δεν μπορούσε και τους είπε: «Αφήστε το βιβλίο. Απόψε θα ειπώ όσα ενθυμούμαι απέξω». Την ύστατη ώρα της στη γη ζωής του απομάκρυνε τις αδελφές του και τους άλλους οικείους του και στραφείς από το άλλο μέρος εξέπνευσε υποψάλλων το Δοξαστικό της Ενάτης Ώρας των Θεοφανείων:
«Την χείρα σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του δεσπότου μεθ' ης και δακτύλω ημίν Αυτόν καθυπέδειξας, έπαρον υπέρ ημών προς αυτόν, Βαπτιστά, ως παρρησίαν έχων πολλήν' και γαρ μείζων των προφητών απάντων υπ' αυτού μεμαρτύρησαι. Τους οφθαλμούς σου πάλιν δε, τους το Πανάγιον Πνεύμα κατιδόντας ως εν είδει περιστεράς κατελθόν, αναπέτασον προς αυτόν Βαπτιστά, ίλεων ημίν απεργασάμενος. Και δεύρο στήθι μεθ' ημών επισφραγίζων τον ύμνον και προεξάρχων της πανηγύρεως».
Ήταν η 2α πρωινή ώρα της 3ης Ιανουαρίου 1911. Σημειωτέον ότι κατά το Τυπικό της Εκκλησίας μας από της 2ας Ιανουαρίου αρχίζουν τα προεόρτια της μεγάλης εορτής των Φώτων, τα οποία περιλαμβάνουν την παραμονή της εορτής και το εν λόγω  Δοξαστικό, το οποίο ο Αναγνώστης έρχεται στο μέσο του Ναού και το απαγγέλλει ολόκληρο κατά το ύφος του Ευαγγελίου. Στη συνέχεια το ψάλλουν εναλλάξ κατά στίχο οι δύο Χοροί.
Ένα χρόνο μετά το θάνατο του Παπαδιαμάντη, το 1912, η "Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη Φέξη" εξέδωσε τα "Πασχαλινά Διηγήματα" του, "μετά βιογραφίας και κριτικού σχολιασμού του συγγραφέως Ι. Ζερβού". Ο εν λόγω κριτικός έγραψε μεταξύ άλλων:
"Χριστιανός εκ πεποιθήσεως, πιστεύων εις τα δόγματα της Ορθοδοξίας και συγκινούμενος από τας τελετάς και τους τύπους αυτής, εγνώρισε πλέον παντός άλλου να μεταγγίση την πίστιν και την συγκίνησιν του μέσα εις τα έργα της τέχνης του, που τα ζωντανεύει όλα και τα φωτίζει και τα φαιδρύνει της θρησκευτικής γαλήνης η χαρά. Πολλά του διηγήματα πλέκονται εις παραμονάς και εις ημέρας εορτών και τα πλείστα περιέχουν περιγραφάς εκκλησιών, μοναστηρίων, ναϊσκων ερημωμένων. Συχνά πρόσωπα της διηγήσεως του είναι ιερείς, ψάλται, καλόγηροι, γυναίκες ευλαβείς, συνήθη δε παρεντιθέμενα επεισόδια είναι θρύλοι, παραδόσεις και συναξάρια θρησκευτικά. Όλα αυτά θαυμασίως συναρμολογημένα, δροσερά, ήμερα, ως η ελληνική φύσις, γαλήνια, ως η θρησκεία των πατέρων μας. Κανείς ποτέ από τους παλαιούς χρόνους έως τώρα δεν έφθασε να περιγράψη και να ψάλλη της Ελληνικήν Ορθοδοξίαν όχι ως ιδέαν ή ως δόγμα, αλλ' ως κοινωνικόν παράγοντα και συντελεστήν του λαού μας και του έθνους μας όσον αυτός. Και από της απόψεως αυτής ο Παπαδιαμάντης είναι ο μεγάλος ραψωδός της Ορθοδοξίας".
Και σε άλλο σημείο του κριτικού του σημειώματος ο Ι. Ζερβός σημειώνει ότι ο Παπαδιαμάντης ήταν φίλος των πτωχών, των απλοϊκών, των αδυνάτων, ειρωνευτής του πλούτου και του αξιώματος και γνώστης της ζωής του απλού λαού, που έμενε είτε στη Σκιάθο, είτε στο Κλεινόν Άστυ.
Ο Ι. Ζερβός επιχειρεί να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα του Παπαδιαμάντη με ρεαλισμό και χωρίς φτιασίδια. Γράφει λ.χ. πως το 1880, όταν υπηρέτησε ως στρατιώτης, ήταν  εκτός κλίματος, γι' αυτό και πολλές φορές τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Φαίνεται όμως  ότι οι ανώτεροι του αντελήφθησαν ότι είχαν να κάνουν με μιαν ιδιάζουσα φυσιογνωμία και τον τοποθέτησαν στο Υπουργείο των Ναυτικών, όπου τον χρησιμοποίησαν στη μετάφραση των διεθνών ναυτικών όρων… Έτσι απηλλάγη των δεσμών της άλογης πειθαρχίας και μέχρι της ολοκληρώσεως της θητείας του πέρασε ήρεμα...
Προς τους ανθρώπους που δεν γνώριζε καλά ο Παπαδιαμάντης ήταν επιφυλακτικός και στενοχωριόταν από τις φιλοφρονήσεις και τους επαίνους τους. ΄Όταν στον κύκλο του προσερχόταν κανένας που δεν τον γνώριζε γινόταν δύσθυμος και σιωπούσε. Μια συνηθισμένη στάση του ήταν να σταυρώνει τα χέρια λίγο κάτω από το στήθος του και να χαμηλώνει το κεφάλι, με κλίση προς τα αριστερά. Άλλοτε, όταν ήταν μόνος και έψελνε σιγά, βαρύς και απρόσιτος τότε, συνήθιζε να ακουμπά το κεφάλι του στο αριστερό του χέρι. Κι ενώ απέφευγε τις συναναστροφές του καλού κόσμου, όταν ερχόταν υποχρεωτικά σε επαφή μαζί του ήταν ευγενής και γλυκομίλητος, "χαριτωμένος ομιλητής και ανεκδοτολόγος", όπως είχε χαρακτηριστεί. Χαριτωμένη είναι και  η περιγραφή του Ζερβού,  πώς όταν μια μορφωμένη και λογία κυρία από το εξωτερικό, θαυμάστρια του Παπαδιαμάντη, «έτυχε» ( Σημ. Ή επιδίωξε;…) να τον γνωρίσει και του εξέφρασε την επιθυμία να τον παντρευτεί εκείνος αν και έρημος τότε και χωρίς χρήματα και ταλαιπωρημένος χαμογέλασε και αρνήθηκε ευγενώς...
Τη ζωή του γενικά την πέρασε ως κοσμοκαλόγερος. Του άρεσαν οι μακρές ακολουθίες της Εκκλησίας μας και να ψέλνει ο ίδιος. Μόνο όταν εργάσθηκε στις εφημερίδες των Αθηνών, ως μεταφραστής, διηγηματογράφος και χρονογράφος κέρδιζε αρκετά χρήματα, έως και 300-400 δραχμές τον μήνα… Όμως και τότε ζούσε πενιχρά, γιατί τα περισσότερα χρήματα τα έστελνε στην οικογένεια του, στη Σκιάθο και κυρίως γιατί ήταν ελεήμων και αδεξιότατος στην οικονομική διαχείριση.
Ο ίδιος έγραψε ότι όταν είχε 15 δραχμές για να περάσει μιαν εβδομάδα δαπανούσε τις 12 την πρώτη ημέρα και με τις άλλες 3 έπρεπε να περάσει τις υπόλοιπες... Λέγεται ότι κάποτε ο διευθυντής του στην εφημερίδα «Ακρόπολις» Βλ. Γαβριηλίδης αναγνωρίζοντας την προσφορά του, του είπε ότι θα του κάνει αύξηση στο μισθό του και ο κυρ Αλέξανδρος αρνήθηκε, λέγοντας ότι τα όσα παίρνει του είναι αρκετά… Και όταν ήταν να τον τιμήσουν σε κοινωνική εκδήλωση εκείνος προτίμησε την παρέα του μανάβη της Πλάκας και της συζύγου του. Όχι από σνομπισμό, αλλά από αδιαφορία για τα πρόσκαιρα… Ήταν γενικά γεμάτος καλοσύνη και αγάπη, αλλά αδέξιος στις κοινωνικές του σχέσεις και δεν φρόντιζε ποτέ την περιβολή του. Χρειαζόταν πολλές φορές οι φίλοι του και κυρίως ο συνώνυμος αγαπημένος του εξάδελφος Μωραϊτίδης, που ήταν εξαιρετικά τακτικός και τον "κηδεμόνευε" επί πολλά χρόνια, να τον πάρουν σε κατάστημα ετοίμων ενδυμάτων για να φορέσει κάτι καινούργιο…
Ο Παπαδιαμάντης δεν επιδίωξε ούτε φήμη, ούτε αξιώματα, ούτε θέσεις. Έζησε στο περιθώριο της κοινωνικής, πολιτικής και λογοτεχνικής ( αμφι)λεγόμενης ελίτ. Όμως ενώ τα πλείστα από τα μέλη αυτής της ελίτ έχουν ξεχαστεί ο κυρ Αλέξανδρος, αν και πέθανε πριν από 104 χρόνια, μένει πάντα στις ψυχές του Ελληνικού Λαού, ως γνήσιος εκφραστής της ψυχής του, των οραμάτων του, της Παράδοσης του και η μνήμη του θα υπάρχει όσο θα υπάρχει Ελληνισμός. Βέβαια πολλοί κάνουν το παν να ξεχαστεί. Από καιρό έχουμε φτάσει στο σημείο να χρειάζονται… μετάφραση τα κείμενα του και οι νέοι άνθρωποι να είναι αποξενωμένοι από τον πλούτο του ταλέντου του και από την πνευματική του εμπειρία.
Αλλά θα υπάρχουν πάντα οι εστίες αντίστασης που δεν θα επιτρέπουν η Παράδοση του Γένους να σβηστεί, όσο κι αν αυτό δεν αρέσει στους όποιους εξουσιαστές αυτού του τόπου.

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ὡς ψάλτης καί τυπικάρης


Ἀνέστη Γ. Κεσελόπουλου
Ὁμοτίμου Καθηγητῆ Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ μιλήσει κανεὶς γιὰ λειτουργικὸ ἦθος, χωρὶς νὰ ἀναφερθεῖ στὸν Παπαδιαμάντη. Οἱ ἀγρυπνίες, οἱ θεῖες Λειτουργίες καὶ γενικότερα ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας προσδιόριζαν ὁλόκληρη τὴ ζωή του. Μαζὶ μὲ τοὺς ἥρωες τῶν διηγημάτων του «ἠσθάνετο ἀνέκφραστον χαρὰν καὶ γλύκαν εἰς τὰ σωθικά του», ὅταν βρισκόταν στὰ σκηνώματα τοῦ Κυρίου τῶν δυνάμεων. Ὁ ἴδιος σὲ αὐτοβιογραφικό του διήγημα καταθέτει μαρτυρία τῆς δικῆς του τακτικῆς συμμετοχῆς στὶς ἀγρυπνίες τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου, ὅταν βρισκόταν στὴν Ἀθῆνα. Ἀναπολεῖ: «Καὶ ὅταν ἐνίοτε ἐπέστρεφα τὴν αὐγὴν εἰς τὴν οἰκίαν, ὅπου ἐξημέρωνε ἑορτὴ καὶ εἶχα ἀγρυπνήσει τὴν νύκτα ἐν θρησκευτικῇ συνάξει εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον». Ἐκεῖ δὲν βρισκόταν ὡς ἁπλὸς ἐκκλησιαζόμενος, ἀλλὰ ὡς ψάλτης τοῦ δεξιοῦ ἀναλογίου.
Κείμενα ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ποὺ ἀποτελοῦν ἀτράνταχτες μαρτυρίες γιὰ τὸν ψάλτη καὶ τυπικάρη Παπαδιαμάντη. Τὸ πρῶτο ἀνήκει στὴ γραφίδα ἑνὸς μᾶλλον οὐδέτερου καὶ ὄχι ἰδιαίτερα θρησκευομένου ἀνθρώπου -ποὺ ἴσως καὶ ὁ ἴδιος νὰ μὴν κατάλαβε τὶ μᾶς χάρισε- τοῦ Γεράσιμου Βώκου καὶ ἐπιγράφεται «Ἀγρυπνία εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον». Ἐκεῖ μεταξὺ τῶν ἄλλων γράφονται καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἦσαν δὲ οἱ ψάλται, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, οἱ ἀπὸ Σκιάθου δίδυμοι διηγηματογράφοι καὶ τρυφερώτατοι συγγραφεῖς, οἱ ἀληθεῖς καὶ εὐσεβέστατοι οὗτοι Χριστιανοί. Ὁ πρῶτος, ὁ καὶ ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» συνάδελφος, εἶχε μεταρσιωθῆ ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν ἱερῶν τούτων καθηκόντων. Αἴγλη ἀπολύτου εὐτυχίας ἐφώτιζε τὴν δασύτριχα μορφήν του μὲ τὴν σγουρὰν μαύρην γενειάδα καὶ τὴν ὁμόχρωμον πλουσίαν κόμην. Ἦτο ἀγνώριστος καὶ ἡ μορφὴ ἐκείνη ἡ τόσο σκυθρωπὴ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας ἐδῶ εἰς τὸ γραφεῖον, ἐφαιδρύνετο ὑπεράνω τοῦ ἱεροψαλτικοῦ ἀναλογίου. Ἔψαλλε δὲ ὁ συγγραφεὺς τῆς «Νοσταλγοῦ» μετὰ ζέσεως καὶ πάθους ἀληθινοῦ, ἐντείνων τὴν φωνήν, τηρῶν τὸν χρόνον διὰ βιαίας καταφορᾶς τῆς χειρός του ἐπὶ τοῦ ἐρείσματος τοῦ στασιδίου, ἀλλὰ τηρῶν συγχρόνως καὶ τὴν τάξιν τοῦ ναοῦ» [1].
Τὸ δεύτερο κείμενο ἀνήκει στὸν Κ. Α. Ψάχο, γνωστὸ ἱεροψάλτη, καθηγητὴ τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς καὶ συγγραφέα μουσικῶν βιβλίων. Ἔχει τίτλο «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης» καὶ κινεῖται στὸν ἴδιο ἄξονα μὲ τὸ πρῶτο: «Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης δὲν εἶναι μόνο ἀριστοτέχνης ἐν τῷ γράφειν, [..] ἐπὶ πᾶσιν ὅμως εἶναι τέλειος Χριστιανός, ἀκόμη δὲ καὶ καλὸς ἱεροψάλτης. Εἶναι πολλὰ ἔτη τώρα, ἀφ’ ὅτου ὁ θαυμάσιος αὐτὸς ἄνθρωπος ψάλλει τακτικὰ ἐν ταπεινῷ ἰδιωτικῷ ναϋδρίω, τιμωμένῳ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου εἰς τὸν περίβολον οἰκίας τινὸς παρὰ τὸν Παλαιὸν στρατῶνα. Τὸ ναΐδριον αὐτό, δὲν ἀφήνει μεγάλην ἑορτήν, χωρὶς νὰ τελέση ἀγρυπνίαν μέχρι πρωΐας κατὰ τὰς διατάξεις τὰς τυπικὰς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Εἰς τὰς ἀγρυπνίας αὐτὰς συρρέουσιν ὡρισμένα σχεδὸν πρόσωπα, διανυκτερεύοντα καὶ προσευχόμενα ἐν ἀνυποκρίτῳ κατανύξει καὶ ὑπὸ τοὺς ἤχους τῆς καλλιτέρας ἴσως μουσικῆς, ἥτις ἀπαιτεῖται εἰς τοιαύτας παννυχίδας πρὸς δοξολογίαν τοῦ Ὑψίστου. Ὁ Παπαδιαμάντης εὑρίσκεται πάντοτε εἰς τὴν θέσιν του. Ἀπέναντί του εἰς τὰ ἀριστερὰ ψάλλει τακτικώτατα ἐπίσης ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης […]. Εἶναι οἱ δύο Διόσκουροι τῆς νεωτέρας λογοτεχνίας, ἀλλὰ καὶ πιστοὶ ἐξ ἴσου εἰς τὰς ἀγρυπνίας τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου. Σημειωτέον ὅτι ἀμφότεροι δὲν ψάλλουσιν πρὸς ἐπίδειξιν, ἀλλὰ ψάλλουσιν ἐκ συνειδήσεως διὰ νὰ προσευχηθῶσι καὶ νὰ ἐπικοινωνήσωσι πρὸς τὸ θεῖον, μὲ πίστιν ἀληθῆ, ἡ ὁποία κατέστη ἐγγενὴς τοῦ πνεύματός των. Ὁ Παπαδιαμάντης, διὰ νὰ περιορισθῶ τώρα εἰς αὐτόν, γνωρίζει ἀπὸ στήθους ὅλα τὰ κείμενα, ὅπως καὶ τὴν μουσικὴν ὅλων τῶν κανόνων, εἰς τοὺς ὁποίους πρὸ πάντων εἶναι ἀμίμητος. Εἶναι εἰδήμων τῶν τυπικῶν διατάξεων τῶν ἀγρυπνιῶν καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ἱερῶν ἀκουλουθιῶν, ψάλλει δὲ μὲ ὅλως ἀτομικόν του ἰδίωμα τοὺς πολυελέους τῶν ἀγρυπνιῶν πάσης ἑορτῆς Δεσποτικῆς, Θεομητορικῆς καὶ τῶν Ἁγίων» [2]. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ «ὅλως ἀτομικόν του ἰδίωμα», δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ ἁγιορείτικο ἰδίωμα, ποὺ ἦταν γνωστότατο καὶ ἐν χρήσει στὴν κολλυβαδικὴ Σκιάθο, ἄγνωστο ὅμως ἀκόμη καὶ στοὺς περίφημους ψάλτες καὶ καθηγητὲς τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς τῆς Ἀθήνας.
Ἡ τρίτη μαρτυρία, ποὺ ἀποτελεῖ νοσταλγικὴ ἀναπόληση καὶ πραγματικὴ κατάθεση ψυχῆς, ἀνήκει στὸ νεαρὸ τότε Κωνσταντῖνο Ζερβάκο, μετέπειτα σεβαστὸ γέροντα καὶ ξακουστὸ πνευματικό, τὸν πατέρα Φιλόθεο, καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Λογγοβάρδας τῆς Πάρου. Ὑπάρχει κατατεθειμένη στὴν Κιβωτὸ τοῦ Φώτη Κόντογλου. Ἀνάμεσα στὰ ἄλλα ὁ μακαριστὸς π. Φιλόθεος γράφει: «Μέχρι σήμερον ποὺ ἔχουν παρέλθη 45 ἔτη, ὁσάκις ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην μου τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Μωραϊτίδην καὶ τὰς κατανυκτικὰς ἐκείνας ἀγρυπνίας καὶ ἱερὰς μυσταγωγίας, τὰς ὁποίας ἐτέλουν οἱ ἀείμνηστοι π. Ἀντώνιος καὶ ὁ ἁπλοῦς καὶ ἀκέραιος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ παπα- Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, μοὶ φαίνεται ὡσὰν νὰ ἀκούω τὴν ἱερὰν ἐκείνην ὑμνωδίαν, ἡ ὁποία ὡμοίαζε ὡσὰν ὑμνωδία ἀγγελικὴ καὶ προσευχὴ κατανυκτική. Δὲν θὰ λησμονήσω τὴν εὐλάβειαν καὶ προσοχὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι διδάσκαλοι Μωραϊτίδης καὶ Παπαδιαμάντης, μὲ τὴν σιγανὴν καὶ ταπεινὴν φωνήν των. Ἐφαίνοντο ὄχι ὅτι ἔψαλλον, ἀλλ’ ὅτι προσηύχοντο καὶ συνωμίλουν μὲ τὸν Θεόν. Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅταν ἔψαλλε τὰ τροπάρια τῆς Δευτέρας Παρουσίας: «Ὅταν μέλλεις ἔρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι, Κριτὰ δικαιότατε… Ὅταν τίθωνται θρόνοι καὶ ἀνοίγωνται βίβλοι, καὶ Θεὸς εἰς κρίσιν καθέζηται… Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὥραν, ὅταν μέλλομεν πάντες, γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι…» τὰ ἔψαλλε μὲ τοιαύτην συναίσθησιν καὶ φόβον, ὥστε ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἵστατο ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ Κριτηρίου. Ὅταν δὲ ἔψαλλε τὰ τοῦ Παραδείσου τροπάρια, ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἐξίστατο καὶ ἡρπάζετο ὡς εἰς Παράδεισον. Ὡσαύτως, ὅταν ἔψαλλε τὰ Ἀναστάσιμα τροπάρια καὶ κανόνας, ἐφαίνετο ὡς χαίρων καὶ ἀλλόμενος, καθὼς ὁ Θεοπάτωρ Δαυΐδ «πρὸ τῆς σκιώδου Κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν» [3].
Ὡστόσο ἡ μαρτυρία τοῦ μακαριστοῦ π. Φιλοθέου εἶναι ἀξιοπρόσεκτη ὄχι μόνο γιὰ τὸν κατανυκτικὸ ψάλτη καὶ τὸν εὐλαβῆ τυπικάρη Παπαδιαμάντη, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ εὐρύτερο ἦθος τοῦ Σκιαθίτη, ποὺ ἦταν ἀληθινὰ ὀρθόδοξο. Τὸ ἐπιβεβαιώνει ἡ συνέχεια τοῦ κειμένου: «Ἐπειδὴ δὲ ἔψαλλον (ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Μωραϊτίδης) μετὰ συνέσεως καὶ εὐλαβείας, δὲν ἐπέτρεπον εἰς ψάλτας ποὺ ἤρχοντο διὰ νὰ ψάλωσι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, ἐὰν καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἔψαλλον συνετῶς καὶ μετεχειρίζοντο ὄχι τὰς φυσικάς των φωνάς, ἀλλὰ θυμελικάς, προσποιητὰς καὶ ἀτάκτους φωνάς. Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅστις ἦτο καὶ εὐέξαπτος, τοὺς ἐδίωκε. – Φύγετε, τοὺς ἔλεγε, ἐδῶ εἶναι τόπος προσευχῆς. Πηγαίνετε νὰ τραγουδήσετε εἰς τὰ θέατρα. Πολλάκις καὶ ἐμὲ ὅστις ἤμην βοηθός του καὶ μαθητής, ὅταν ἔκανα καμμίαν παραφωνίαν ἢ παρατονίαν, μὲ ἐδίωκεν. – Φύγε, μοὶ ἔλεγε, παῦσε, κλεῖσε τὸ στόμα σου, ἀπρόσεκτε. Ἐγὼ παρεμέριζα, ἀλλὰ γρήγορα τοῦ περνοῦσε ὁ θυμὸς καὶ πάλιν μὲ ἐκάλει. – Κώστα, ἔλα νὰ ψάλης. Ἐγὼ ἐπειδὴ εἶχον ζῆλον νὰ μάθω, ἀμέσως ἔτρεχον καὶ ἔψαλλον. Ἦτο δὲ τόσο ταπεινός, ὥστε πολλάκις μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγρυπνίας ἔμπροσθεν πολλῶν μοὶ ἐζήτει συγχώρησιν. – Κώστα, μοὶ ἔλεγεν (τοῦτο ἦτο τὸ κοσμικόν μου ὄνομα), νὰ μὲ συγχωρέσης, διότι σὲ ἐλύπησα. Καὶ ἐγὼ τῷ ἔλεγον: – Ἐγὼ πταίω, διδάσκαλε, διότι εἶμαι ἀπρόσεκτος. Σὲ εὐχαριστῶ δέ, διότι μὲ τὰς παρατηρήσεις ποὺ μοῦ κάμνεις γίνομαι προσεκτικώτερος καὶ μὲ τὰς ἐπιπλήξεις μὲ διδάσκεις τὴν ὑπομονὴν τῆς ὁποίας ἔχω ἀνάγκην. Ὀμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τὴν τάξιν ἐκείνην ἡ ὁποία παρετηρεῖτο εἰς τὸ ἐκκλησάκι ἐκεῖνο τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου ἔλαβον μεγάλην ὠφέλειαν» [4].
Ἐξάλλου καὶ ἕνα ἀκόμη κείμενο, ποὺ γράφτηκε ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Παπαδιαμάντη, προσμαρτυρεῖ ὄχι μόνο τὶς ψαλτικές του ἱκανότητες, ἀλλὰ καὶ τὴ βαθειὰ γνώση τοῦ τυπικοῦ ποὺ τὸν διέκρινε. Τὸ ἄρθρο εἶναι τοῦ Ἰ. Θ. Τσώκλη καὶ φέρει τὸν τίτλο «Ὁ Πρακτικὸς ψάλτης Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης». Καὶ ἐδῶ, βέβαια, ὁ Σκιαθίτης φωτογραφίζεται μὲ φόντο τὶς ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου.
«Φαίνεται ὅτι ἡ προικοδότειρα φύσις ὡς ἐπροίκισεν αὐτὸν διὰ τῶν τόσων ἄλλων προτερημάτων, ἅτινα ἀνέδειξαν αὐτὸν μέγαν, οὕτως ἐπροίκισε τὸν Παπαδιαμάντην καὶ διὰ μουσικοῦ ὠτός, ἱκανοῦ νὰ δέχηται πρὸς ἀποτύπωσιν καὶ τὰς πλέον δυσκόλους μουσικὰς γραμμὰς διὰ νὰ παραμείνωσιν εἰς αὐτὸν διὰ βίου γνωσταί. Διὰ τοῦτο ἠκούομεν ψάλλοντα τὸν Παπαδιαμάντην, οὐχὶ διὰ νὰ «βγάλη τὸν παπᾶ», κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον ἐπὶ ἀρχαρίων καὶ ἀπείρων ψαλτῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ «βγάλη» ὁλόκληρον ὁλονύκτιον ἀκολουθίαν διαρκείας συνήθως ὀκτὼ περίπου ὡρῶν, ἀποτελουμένην ἀπὸ Μέγαν Ἑσπερινόν, πλήρη Ὄρθρον καὶ μεγάλην Λειτουργίαν, ἐν τοῖς ὁποίοις ψάλλονται διάφορα καὶ ποικίλα, μακροσκελῆ δὲ συνήθως, μέλη, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις παρουσιάζει τεχνικὰς δυσχερείας ἀνυπερβλήτους καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἀκόμη τῶν πλέον ἐμπείρων ψαλτῶν.
Πάντα τὰ πρὸς διεξαγωγὴν μιᾶς τοιαύτης ὁλονυκτίου ἀκολουθίας, τυπικαὶ δηλονότι διατάξεις καὶ ἐκκλησιαστικὰ μέλη, ἦσαν γνωστότατα εἰς τὸν Παπαδιαμάντη. Τὸ τυπικὸν λεγόμενον τοῦ Ἁγίου Σάββα, τὸ διαλαμβάνον σὺν τοῖς ἄλλοις λεπτομερῶς καὶ τὰς τυπικὰς διατάξεις τῶν ὁλονυκτίων τούτων ἀκολουθιῶν, ἐγνώριζεν ἐκ μνήμης ὁ Παπαδιαμάντης ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις. Τὰ ἰδιόρρυθμα καὶ ποικίλα τῶν Πολυελέων, τῶν ἐπιλεγομένων «Ἐκλογῶν», μέλη, ὡς καὶ τὰ ἐξ ἴσου ἰδιόρρυθμα καὶ ὅλως ἄγνωστα τῷ μουσικῷ κόσμῳ τῶν πόλεων «Προσόμοια», τοῦ Ἁγιορειτικοῦ τρόπου, ταῦτα πάντα ἦσαν τόσον θαυμασίως πιστῶς ἀποτετυπωμένα εἰς τὸ οὖς τοῦ Παπαδιαμάντη, ὥστε πᾶς ὁ ἀκούων αὐτὸν ψάλλοντα ταῦτα νὰ σχηματίζη ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀνὴρ οὗτος εἶχε κάμει μακρὰς σπουδὰς μουσικῆς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, ἐν ᾧ ταύτης οὐδ’ ἄκρῳ κἂν δακτύλῳ ἥψατο» [5].
Ἱ. Ναὸς Ἁγίου Ἐλισσαίου
Βέβαια, ἐδῶ πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὑπάρχουν τώρα πιὰ σοβαρὲς ἐπιφυλάξεις γιὰ τὴ φράση «ἐν ᾧ ταύτης οὐδ’ ἄκρῳ κἂν δακτύλῳ ἥψατο» ἢ καὶ ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης «δὲν ἐγνώριζε οὐδὲ γρῦ μουσικῆς» [6], ἀφοῦ ἡ ἄποψη ποὺ θέλει τὸν Παπαδιαμάντη νὰ ἀγνοεῖ τὴ βυζαντινὴ μουσικὴ ἔχει ἀνασκευασθεῖ ἀπὸ ἀρκούντως πειστικὲς μελέτες, ποὺ εἶδαν τὰ τελευταῖα χρόνια τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας [7]. Ὡστόσο, τὸ ἄλλο σκέλος τῆς μαρτυρίας τοῦ Τσώκλη γιὰ τὸν φιλακόλουθο καὶ καλὸ τυπικάρη Παπαδιαμάντη παραμένει ἀτράνταχτο. Μάλιστα ἡ συνέχεια τοῦ ἄρθρου βουκινίζει ὄχι μόνο τὴν ψαλτικὴ τοῦ ἀπόδοση καὶ ἱκανότητα ἀλλὰ καὶ τὴν ὁλόθυμη συμμετοχὴ τοῦ στὰ ψαλλόμενα καὶ δρώμενα τῆς θείας λατρείας: «Ἐκεῖνο ὅμως ὅπερ προὐκάλει ἔτι μᾶλλον τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν ἔκπληξιν, ἦτο ἡ πιστοτάτη ἐκ μνήμης ἐκτέλεσις ὑπὸ τοῦ Παπαδιαμάντη ἁπάντων γενικῶς τῶν «Εἱρμῶν» τῶν Κανόνων, τῶν πολυπληθῶν τούτων καὶ πολυποικίλων εἰς τόνον καὶ μέλος τύπων τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς, τοὺς ὁποίους ἀπεριορίστου μόνον μουσικῆς μνήμης καὶ πολυετοῦς πείρας ψάλτης δύναται νὰ ἐκτελέση ἐκ στήθους, καὶ πάλιν ἴσως οὐχὶ τόσον πιστῶς μὲ τὴν ἔκπαλαι καθιερωμένην μουσικὴν γραμμὴν τῶν Εἱρμῶν τούτων. Ἐν τῇ ἐκτελέσει δὲ τῶν μελῶν τούτων, ὁ Παπαδιαμάντης ἦτο ἀμίμητος. Κατ’ αὐτὴν μετεχειρίζετο ἰδιάζοντά τινα τρόπον ἐκφράσεως καὶ χρωματισμοῦ τῆς φωνῆς, προδίδοντα μίαν ἐγνωσμένην προσπάθειαν ἐξωτερικεύσεως καὶ διερμηνείας τῶν διαφόρων συναισθημάτων τῆς χαρᾶς ἢ τῆς θλίψεως, ἢ καὶ ἄλλου τινός, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ἐγεννῶντο καθ’ ἣν στιγμὴν οὗτος συνήντα ἐν τῷ ψάλλειν φράσεις, περιεχούσας ἐννοίας παραγωγικὰς τῶν τοιούτων συναισθημάτων» [8].
Εἶναι ἐξόχως χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ ἰχνογράφηση τοῦ Τσώκλη βρίσκεται σὲ ἀπόλυτη συμφωνία καὶ συστοιχία μὲ τὶς ἀποτυπώσεις τοῦ Βώκου, τοῦ Ψάχου καὶ τοῦ π. Φιλοθέου Ζερβάκου. Παρότι τὰ κείμενα αὐτὰ γράφτηκαν σὲ διαφορετικὲς χρονικὲς στιγμὲς καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους μὲ διαφορετικὲς ἐσωτερικὲς καταβολές, βιώματα καὶ παρορμήσεις, ὡστόσο πιστοποιοῦν πειστικότατα τὴν ἴδια ἀλήθεια, ἀφοῦ καὶ οἱ τέσσερεις γνώρισαν προσωπικὰ τὸν κυρ Ἀλέξανδρο καὶ ὑπῆρξαν αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες τῶν ψαλτικῶν τοῦ ἱκανοτήτων. Αὐτὸ κάνει ἰδιαίτερα ζωντανὲς τὶς μαρτυρίες τους καὶ βεβαιώνει τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές.
Τέλος, ὅταν κάποιοι νοσταλγοὶ τῆς Ἀναγεννήσεως καὶ τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος ἀντιμετώπιζαν μὲ ἐμφανῆ ἀνυποληψία τὴ βυζαντινὴ μουσικὴ ὡς μὴ ἑλληνική, ὁ Παπαδιαμάντης μετὰ λόγου γνώσεως ἀντιτείνει ὅτι γιὰ νὰ αἰσθανθεῖ καὶ νὰ ἐκτιμήσει κανεὶς ἕνα πρᾶγμα τόσο ἁβρό, ὅσο εἶναι ἡ βυζαντινὴ μουσική, πρέπει νὰ ἔχει ἡ ἁπλότητα ἢ λεπτότητα. Καὶ ἡ ἑλληνικὴ ψευτοαριστοκρατία ἔχασε πρὸ πολλοῦ τὴν ἁπλότητα, ἐνῷ ποτὲ δὲν κατόρθωσε νὰ φτάσει σὲ κάποιο βαθμὸ λεπτότητας. Καὶ συμπληρώνει ὁ ἀνεπανάληπτος Παπαδιαμάντης: «Ἄλλως ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ εἶναι τόσον ἑλληνικὴν ὅσον πρέπει νὰ εἶναι. Οὔτε ἡμεῖς τὴν θέλομεν, οὔτε τὴν φανταζόμεθα, ὡς αὐτὴν τὴν μουσικὴν τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἀλλ’ εἶναι ἡ μόνη γνησία καὶ ἡ μόνη ὑπάρχουσα. Καὶ δι’ ἡμᾶς, ἐὰν δὲν εἶναι ἡ μουσικὴ τῶν Ἑλλήνων, εἶναι ἡ μουσικὴ τῶν Ἀγγέλων».
* Τὸ κείμενο ἔχει ὡς βάση τὸ βιβλίο τοῦ Ἀνέστη Κεσελόπουλου, Ἀπό τόν Παπαδιαμάντη στόν Πεντζίκη, ἐκδ. Τό Παλίμψηστον, Θεσσαλονίκη 2003.
1. Πρωτοδημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολις 28.3.1894, ἀνατυπώθηκε στὴ Νέα Ἑστία, Χριστούγεννα 1934 καὶ συμπεριλαμβάνεται στὸν τόμο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εἴκοσι κείμενα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του, προλ.- ἐπιμ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Ἀθῆνα 1979, σ. 18-19.
2. Πρωτοδημοσιεύθηκε στὴν εφημερίδα Φόρμιγξ 15-31 Μαρτίου 1908 καὶ αναδημοσιεύθηκε τὸ 1979 στὸν ανωτέρω μνημ. τόμο, σ. 53-54.
3. «Ἀναμνήσεις μου ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ Μωραϊτίδην», περ. Κιβωτός, τ. Β΄, Φεβρουάριος 1953, σ. 45-46.
4. .Ὅ.π.
5. Πρωτοδημοσιεύθηκε στὴν ἐφημ. Φόρμιγξ 15-31 Δεκεμβρίου 1910. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου φαίνεται ὅτι νεκρολογεῖται ὁ Παπαδιαμάντης, ἐνῷ ἡ ἡμερομηνία τῆς ἐφημερίδας εἶναι προγενέστερη τοῦ θανάτου του. Προφανῶς τό φύλλο τῆς ἐφημερίδας τυπώθηκε μὲ καθυστέρηση καὶ ἔτσι συμπεριέλαβε καὶ τὸ ἄρθρο τοῦ Τσώκλη. Ἀναδημοσιεύεται τὸ 1979 στὸν μνημ. τόμο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εἴκοσι κείμενα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του, σ. 60-61.
6. Ὅ.π., σ. 60.
7. Ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης πιθανότατα γνώρισε βυζαντινὴ μουσικὴ ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τὸν Ἄγγελο Μαντὰ μὲ ἀνακοίνωσή του στὸ συνέδριο «Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ ἡ ἐποχή του», ποὺ διοργανώθηκε ἀπὸ τὸ ΥΠ.ΠΟ. στὴ Σκιάθο 4 καὶ 5 Μαΐου τοῦ 1989 στὸ πλαίσιο τῶν ἐκδηλώσεων Πολιτιστικὸ Αἰγαῖο Γ΄. Δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Νέα Ἑστία, τεῦχος 1604, 1 Μαΐου 1994, σ. 589-597.
8. Ἰ. Θ. Τσώκλη, μν. ἔρ., σ. 61-62.

Πώς πέθανε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης



Λίγο πριν κλείσει τα μάτια του άρχισε να ψέλνει «Την χείρα σου την αψαμένην»
Οι τελευταίες ημέρες και ώρες του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του «αγίου των ελληνικών γραμμάτων» που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 59 ετών στις 3 Ιανουαρίου 1911, περιγράφονται σε ένα σημείωμα από τον εξάδελφό του και διηγηματογράφο Αλέξανδρο Μωραϊτίδη.
Στην εφημερίδα Πρωτεύουσα της 8ης Νοεμβρίου 1921, ο αρθρογράφος «Ενδυμίων» δημοσιεύει το σημείωμα και αναφέρει πώς έφτασε στα χέρια του: «Ο σεβαστός μου διδάσκαλος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης μού έκανε μίαν μεγάλην τιμήν. Από την Σκιάθον, όπου μετέβη δι’ ολίγον καιρόν, μού απέστειλε εν σπάνιον όσον και περίεργον σημείωμά του, γραμμένον εις το περιθώριο ενός περιοδικού, και αναφερόμενον εις την ασθένειαν και τον θάνατον του αγαπητού του Αλεξανδρή, του μεγάλου Παπαδιαμάντη».
Το σημείωμα του Μωραϊτίδη έχει ως εξής:
ΠΩΣ ΑΠΕΘΑΝΕΝ Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Πολλάκις όλην την ημέραν διήρχετο σιωπών. Ήτο εις το δωμάτιόν του πάντοτε. -Πώς βαστά να μην ομιλή τόσας ώρας; έλεγον αι αδελφαί του. Κατόπιν έλεγε –Έ, τώρα λέτε ό,τι θέλετε, να διασκεδάσωμεν. 29 Νοεμβρίου εξελθών το πρωί έφερεν από την αγοράν μπαρμπούνια. Έφαγε φασόλια το μεσημέρι. –Ψήστε ένα… Τού έψησαν. –Αυτό βράδυ το τρώμε. Δεν έφαγεν όμως το βράδυ. Εξημέρωσεν άσχημα. Την νύκτα τού έβρασαν τρία ζεστά.
Είχε δύσπνοιαν. Από 30 Νοεμβρίου ήτο πλέον κλινήρης. Μίαν ημέραν κατέβη εις την αυλίτσαν. Ελιποθύμησε. Μόλις τον επρόφθασαν να μην πέσει και σκοτωθεί. Όταν συνήλθε, μάς ηρώτησε –Τι μου συνέβη; Ακούσας ότι ελιποθύμησεν –Ε! θα πεθάνω, είπε. Τόσα χρόνια δεν ελιποθύμησα. Τα κορίτσια έκλαιον. –Ε! δεν πεθαίνω, τα ενεθάρρυνε. Να πάρουμε, του είπαν τα κορίτσια, γιατρό; -Θα καλέσωμεν πρώτον τον ουράνιον ιατρόν, απήντησεν. Εκάλεσαν όμως τα κορίτσια ιατρόν. Αλλά δεν τον εδέχθη. Ξαναήλθεν ο ιατρός. Δεν τον εδέχθη. Το βράδυ ήλθεν ο Παπανδρέας και εδιάβασε Παράκλησιν. Ύστερα εδέχθη και τον ιατρόν. Επρίσθηκαν τα πόδια του. Είχε δύσπνοιαν. Διήρκησεν η ασθένια 35 ημέρας, κατά τας οποίας ήτο κλινήρης. Μετάλαβε τρεις φοράς εις το διάστημα αυτό. Έκαμεν ευχέλαιον. Του εδιάβαζεν ο Παπανδρέας την μεγάλην συγχωρητικήν Ευχήν· αυτήν ήθελεν. –Την μεγάλην Ευχήν, Παπανδρέα, τού έλεγεν. Του αγίου Βασιλείου το βράδυ μετάλαβε δια τελευταίαν φοράν. Όταν εβράδυασε καλά, ανεσηκώθη ολίγον ωσάν ενθουσιασμένος από κάποιαν ανάμνησιν. Ηκροάτο σιωπών το τραγούδι του αγίου Βασιλείου, όπου το ετραγουδούσαν τα παιδιά εις το αγαπημένον του καφενείον, εις την παραλίαν. –Τι ωραία που το πάνε ‘ς του Λάμπρου! Είπε. Και μετ’ ολίγον προσέθηκε –Να ήμουν κ’ εγώ κειδά!
Εζήτησεν έπειτα βιβλίον να διαβάσει. Του έδωσαν τον Σαίξπηρ. Το έλαβεν αλλά δεν ημπόρεσε να διαβάσει. Δεν έβλεπεν, αν και το φως ήτο πολύ.
-Ε, τώρα θα πεθάνω πλέον! Τα κορίτσια άρχισαν να κλαίουν. –Μη κλαίτε, δεν αποθνήσκω. Από την νύκτα έπαυσε τον καφέ και το γάλα. Εννοών εκλιπούσας τας δυνάμεις του, σαν να ήθελε να παρηγορήσει τας θρηνούσας αδελφάς του δια την ορφανείαν και ταις έλεγεν· –Έννοια σας. Αλήθεια. Δεν σας αφήνω τίποτε. Έννοια σας, από τα έργα μου θα λάβητε κάποιαν βοήθειαν. Μη κλαίτε! Λίγο κονιάκ τού έδωσαν τελευταίον. Μετά 24 ώρας απέθνησκεν. Ολίγην ώραν πριν, ήρχισε να ψάλλει «Την χείρα σου την αψαμένην» (διότι επλησίαζεν η παραμονή των Φώτων, ότε ψάλλεται το εύμορφον αυτό τροπάριον). Αλλά δεν ηκούοντο καθαρά οι λόγοι. Μετ’ ολίγον εξέπνευσε· μεσάνυκτα της 2ας προς την 3ην Ιανουαρίου.
‍∴
«Η οικία εις την οποίαν φιλοξενείται υπό των αδελφών του [Παπαδιαμάντη] ο σοφός διδάσκαλος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης», συνεχίζει ο αρθρογράφος της εφημερίδας μετά το κλείσιμο του παραπάνω σημειώματος, «κείται όπισθεν ακριβώς του Αγίου Βήματος της Παναγίας της Σκιάθου, εις τον Νάρθηκα της οποίας ευρίσκεται η κάρα του Παπαδιαμάντη εντός μικρού μαύρου κιβωτίου. Πόση θα είναι η συγκίνησις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, εκκλησιαζομένου εκεί όπου διατηρείται εισέτι το κρανίον του αγαπημένου Αλεξανδρή, τον οποίον τόσον αριστοτεχνικώς ζωγραφίζει εις τα ‘Χριστούγεννα εις τον ύπνον μου’ του 4ου τόμου των Διηγημάτων του, και του οποίου την ασθένειαν και τον θάνατον με τόσην απλότητα, αλλά και με τόσην δύναμιν συγκινήσεως διατήρησεν εις το ανωτέρω ανέκδοτον σημείωμά του».
ΕΝΔΥΜΙΩΝ
Εφημερίδα Πρωτεύουσα, 8.11.1921

Αποσπασματικά για τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη Δρ. Νίκος Ορφανίδης, φιλόλογος – λογοτέχνης


Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929).
Κάθομαι και διαβάζω, ξανά και ξανά, το συνοπτικό βιογραφικό του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη, πρώτα εκείνο το λιτό και τηλεγραφικό, έτσι όπως το βρίσκαμε στα παλιά, τα ξεχασμένα πια «Αναγνωστικά»1, αλλά και τα άλλα. Ένα λιτό σχεδόν βιογραφικό, στον ηλεκτρονικό τόπο αυτό. Επιλέγω αυτό του ΕΚΕΒΙ, ένα του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού ή κι ένα άλλο, συνοπτικό και αυτό, πάλι από τον ηλεκτρονικό τόπο2, όταν οι νεοφανείς πια της λογοτεχνίας, διάττοντες συνήθως, μας κατακλύζουν με όλα τα περί τον βίο τους μάταια και ψευδή του κόσμου τούτου. Αντιγράφω, λοιπόν, ενδεικτικά, για όσους συνηθίζουν να καταφεύγουν και στον ηλεκτρονικό τόπο:
«Γεννήθηκε στη Σκιάθο. Ο πατέρας του, ξάδερφος της μητέρας του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, με τον οποίον και διατηρούσε στενή φιλική σχέση κατάγοταν απ’ το Μυστρά, ενώ η μητέρα του από τη Σκιάθο. Στο νησί τελείωσε το δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια μετέβη στην Αθήνα, όπου αποφοίτησε από το Βαρβάκειο Γυμνάσιο σε ηλικία 21 ετών.
Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ την οποία αποφοίτησε το 1881. Δίδαξε ως φιλόλογος σε σχολεία της Μέσης εκπαίδευσης και εργάστηκε ως δημοσιογράφος.
Από το 1872 ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία σε έντυπα των Βλάση Γαβριηλίδη και Δημητρίου Κορομηλά, έγινε μέλος του Φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός» και εργάστηκε για μία εικοσαετία ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Το 1874 ανέλαβε τη δημοσίευση των πρακτικών της Ελληνικής Βουλής στην Εφημερίδα, ενώ παράλληλα διακωμωδούσε την πολιτική κίνηση από τις στήλες της σατιρικής εφημερίδας «Αγορά», την οποία εξέδιδε ο ίδιος.
Στα 1901νυμφεύτηκε την Βασιλική Φουλάκη, με την οποία έζησε εν παρθενία. Μετά το θάνατό της, στα 1914, βρέθηκε μακριά απ’ τα εγκόσμια και μόνη του ασχολία είχε τη συγγραφή ως και το 1919, οπότε πείστηκε από το δημοσιογράφο Στέφανο Δάφνη να τυπώσει τον πρώτο τόμο των διηγημάτων του.
Τιμήθηκε με το Αριστείο των γραμμάτων και των Τεχνών (1914). Το 1928 αναγορεύτηκε σε πρόσεδρον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Λίγο πριν από το θάνατό του εκάρη μοναχός με το όνομα Ανδρόνικος, ενώ στα 1929 άφησε την τελευταία του πνοή».
Δεν ξέρω, τι να σχολιάσω και που να σταθώ πρώτα, διαβάζοντας τα πιο πάνω επιγραμματικά και συνοπτικά του βίου του.3 Το ότι έζησε, για παράδειγμα, σχεδόν δια βίου, κατά τρόπον ασκητικόν, οιονεί μοναχός στο πολύβουο άστυ των Αθηνών; Ή μήπως το πως εκάρη μοναχός, στο τέλος πια της ζωής του;
«Λίγο πριν από το θάνατό του», αναγράφεται στο βιογραφικό του, «εκάρη μοναχός με το όνομα Ανδρόνικος…». Σαράντα τόσες μέρες όλες κι όλες, πριν κοιμηθεί. Ψάχνοντας αναλυτικότερα, βρίσκουμε πως «στις 16 Σεπτεμβρίου του 1929 εκπληρώνεται παλαιόν του όνειρο: Γίνεται μεγαλόσχημος μοναχός με το όνομα Ανδρόνικος. Η σύζυγός του Βασιλική είχε γίνει μοναχή επίσης, λίγο προ του θανάτου της, με το όνομα Αθανασία. Τα καλογερικά τους ονόματα παραπέμπουν στο ζεύγος των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας. Εκάρη μοναχός απο τον μητροπολίτη Χαλκίδος Γρηγόριο στην εκκλησία των Τριών Ιεραρχών Σκιάθου και εγράφη στο μοναχολόγιο της Μονής του Ευαγγελισμού, παρέμεινε ωστόσο στο σπίτι της ανηψιάς του Αλεξάνδρας Χατζηραφτάκη».4
Και το σχόλιο του Παύλου Νιρβάνα:
«Πριν ντυθή το ‘αγγελικόν σχήμα’, υπήρξε αναχωρητής μέσα στην πολυθόρυβη πρωτεύουσαΗ μεταβολή ήτο εντελώς εξωτερική. Στο βάθος της ψυχής του τίποτε δεν είχε αλλάξει. Kάτω από το λαϊκό ένδυμα του καθηγητού, του διηγηματογράφου και του ακαδημαϊκού, ζούσε πάντα ο ασκητής. Kάτω από τον Αλέξανδρο Mωραϊτίδη, ο μοναχός Ανδρόνικος».5
Στέκομαι, ιδιαίτερα σ’ εκείνο το άλλο σχετικό συμπληρωματικό από τον Βίο του: «Στα 1901 νυμφεύτηκε την Βασιλική Φουλάκη, με την οποία έζησε εν παρθενία». Όπως οι παλιοί εκείνοι όσιοι και άγιοι της Εκκλησίας μας, σημειώνω. Μα «η Ορθοδοξία είναι κατ’ εξοχήν ασκητική», μας υποδεικνύουν οι Γέροντες.6
Κι ακόμα αντιγράφω το πιο κάτω:
«Από το 1907 ο Μωραϊτίδης εγκατέλειψε τη λογοτεχνική και δημοσιογραφική του δραστηριότητα και μετά το θάνατο της Βασιλικής (1914) αποτραβήχτηκε από τα εγκόσμια και ασχολήθηκε μόνο με τη συγγραφή και μετάφραση θεολογικών κειμένων, ως το 1919, οπότε πείστηκε από το δημοσιογράφο Στέφανο Δάφνη να τυπώσει τον πρώτο τόμο των διηγημάτων του».7
Τον σκέφτομαι, λοιπόν, τον Μωραϊτίδη στο κελλάκι του στην Αθήνα, όπως τον περιγράφει με ένα τρόπο παραστατικό ο Νιρβάνας, εκεί στο σπιτάκι του στην οδό Καποδιστρίου 14, στην Αθήνα, με εκείνη την κληματαριά απέξω, και μέσα τα εικονίσματά του και το καντηλάκι του.
«K’ εκεί μέσα, τριγυρισμένος από ιερές εικόνες, κάτω από το φως της ακοίμητης καντήλας, που φώτιζε τα χλωμά πρόσωπα των οσίων και των μαρτύρων και που φάνταζε στην ψυχή του σαν ένας ήλιος πνευματικών ουρανών, ο μεγάλος Xριστιανός, αποτραβηγμένος από την ζωή, που βούϊζε τριγύρω του, εψέλλιζε τις προσευχές του και, νέος υμνωδός της Εκκλησίας του Xριστού, συνέθετε, σε βυζαντινά μέλη, τα νέα τροπάρια των ηρώων της πίστεως».8
Στέκομαι, ακόμα, και στον καημό του, που έψαλλε στις αγρυπνίες, στον Άγιο Ελισσαίο, πάντοτε ως αριστερός μονάχα ψάλτης. Με δεξιό τον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Πάντοτε. «Μα να μη μ’ αφήσει κι εμένα μια φορά να ψάλλω ως δεξιός ψάλτης!»9 έλεγε. Ανθρώπινα όλα αυτά και φυσικά. Χωρίς καμμιά κακία. Με παράπονο μονάχα. Ταπεινά και διακριτικά.
Στέκομαι, ακόμα, σ’ όλη εκείνη την περιπέτειά του να μάθει γράμματα και να υπηρετήσει ως φιλόλογος στα σχολεία. Τέλειωσε το Βαρβάκειο Γυμνάσιο στα 21 του χρόνια. Γιατί δεν υπήρχε Γυμνάσιο στη Σκιάθο. Και το Γυμνάσιο στη Χαλκίδα ήταν τριτάξιο. Και τη Φιλοσοφική Σχολή δέκα χρόνια αργότερα, στα 1881. Στα 31 του χρόνια.
Στην Αθήνα, φτάνει, λοιπόν, το 186610, για να τελειώσει τελικά, με διακοπές, το Γυμνάσιο, στα 1871. Μεγάλος πια. Εικοσιενός ετών. Όπως και ο Παπαδιαμάντης, σκέφτομαι. Κι ακόμα, την ίδια εποχή, φτάνει στην Αθήνα και ο άγιος Νικόλαος παπα – Πλανάς. Αλλά και ο άγιος Νεκτάριος. Σημειώνω ενδεικτικά τις ημερομηνίες: Το 1869, για πρώτη φορά, ο Παπαδιαμάντης, το 1870 ο άγιος Νικόλαος παπα – Πλανάς. Και το 1877 ο άγιος Νεκτάριος, για να ολοκληρώσει τις Γυμνασιακές του σπουδές, σε ηλικία 31 ετών.
Σύναξη, λοιπόν, εν Αθήναις, αγίων και ασκητών και μοναχών και ανθρώπων των ολονυχτίων αγρυπνιών και ακολουθιών, κατά την Κολλυβάδικη παράδοση. Από τη Νάξο ο άγιος Παπα-Πλανάς και από τη Σκιάθο ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης. Δύο νησιά, που υποδέχθηκαν, στα χρόνια του λυσσώδους κατατρεγμού, τους Κολλυβάδες από το Άγιο Όρος, βιώνοντας και εισερχόμενοι έτσι ταπεινώς στην Κολλυβάδικη Ορθόδοξη Παράδοση11. Το εκκλησιαστικό ήθος. Αλλά και όλοι μαζί, από την περιφέρεια του Ελληνισμού, στο πολύβουο, και αλλότριο άστυ των Αθηνών.

1. Βλ. ενδεικτικά, όλες κι όλες πέντε τηλεγραφικές αράδες στο τέλος των σχολικών βιβλίων. «Εγεννήθη το 1850 και απέθανε το 1929 εις την Σκίαθον. Εσπούδασε Φιλολογίαν και υπηρέτησεν ως καθηγητής γυμνασίου. Ησχολήθη με την λογοτεχνίαν και την δημοσιογραφίαν, είναι δε εκ των κορυφαίων Ελλήνων διηγηματογράφων. Εις τα έργα του εκδηλώνεται η γνησία θρησκευτικότης του και η μεγάλη αγάπη του προς την πατρίδα και την Ελληνικήν φύσιν».
2. Βλ. στον ηλεκτρονικό τόπο, ekebi.gr, biblionet. gr, el.wikipedia.org
3. Ένα λεπτομερές χρονολόγιο του Βίου του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη συναντούμε στο «μνημειώδες» Λεύκωμα Μωραϊτίδη, που ετοίμασε ο Φώτης Δημητρακόπουλος. Βλ. Φώτης Δημητρακόπουλος, Ο μοναχός Ανδρόνικος, Λεύκωμα Μωραϊτίδη, Ergo, Αθήνα 2002. Βλ. ακόμα όσα αναφέρει στη διατριβή της η Βαλερά – Κουνάβα Ροδάνθη, Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929Συμβολή στη μελέτη του διηγηματογραφικού του έργου. Αθήνα, Βιβλιογονία, 1996 και τη σχετική παραπομπή της για το θέμα στα έργα: Φραγκούλας Ιω. Ν., Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850- 1929). Βοστώνη, 1950. Φραγκούλας Ιω. Ν., «Βιβλιογραφία Αλέξανδρου Μωραϊτίδη», Σκιαθίτικα Β, 1979, σ. 225-287. Φραγκούλας Ιω. Ν., «Αλέξανδρος Μωραϊτίδης· Ο άνθρωπος – Ο λογοτέχνης», Σκιαθίτικα Γ, 1982, σ. 173 – 278. Τέλλος Άγρας, «Τα «Διηγήματα» του Μωραϊτίδη», στον τόμο Τριανταφυλλόπουλος Ν. Δ., Ομόπλουν πλοίον· Πέντε κείμενα για τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη. Αθήνα, Στιγμή – Γνώση, 1990, σ. 11-38.
4. Βλ. Φώτης Δημητρακόπουλος, ο.π. σ. 244.
5. Παύλος Νιρβάνας, «Ο μοναχός Ανδρόνικος», περ. Νέα Εστία, 1 Δεκ. 1929, σ. 996-997 και στον τόμο Φώτης Δημητρακόπουλος, ο.π. σ. 256.
6. «»Άκου παιδί μου», του είπε τότε ο Γέροντας. «Η Ορθοδοξία είναι ασκητική!»» Βλ. Στέφανος Δημόπουλος, «Γέροντας Γρηγόριος, Ανδρικές κουβέντες, Των Αγίων ο χορός, Εν Πλω, Αθήνα 2019, σ. 356.
7. «Τον Ιούλιο του 1907 πέφτει και σπάει στο Μέγα Σπήλαιο το δεξί χέρι και πόδι. Το ατύχημά του αυτό έγινε η αφορμή να πάψει πια, κατά σύσταση του πνευματικού του, μοναχού Δανιήλ Σμυρναίου του αγιογράφου Κατουνακιώτη, να γράφει κοσμικά διηγήματα και να ασχολείται με τη δημοσιογραφία…» «19 Μαΐου (1914) θάνατος της γυναίκας του Βασιλικής. Λίγες μέρες πριν πεθάνει πήρε το «αγγελικό σχήμα» και μετονομάστηκε Αθανασία μοναχή.», Φώτης Δημητρακόπουλος, ο.π., σ σ. 178 και 193.
8. Παύλος Νιρβάνας, ο.π. σ. 256.
9. Το παράπονο εκφράστηκε από τον ίδιο τον Μωραϊτίδη. Βλ. Γ. Βαλέτας, Παπαδιαμάντης: Η ζωή, το έργο του, η εποχή του και Ι. Φραγκούλα, Αλέξανδρος Μωραϊτίδης: Ο άνθρωπος ο λογοτέχνης, Αθήνα Ιωλκός, 1982, σ. 23 Βλ. και Γεωργίου Πρίντζιπα, «Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης για τον Παπαδιαμάντη, Αγάπη και γκρίνια στις σχέσεις των δύο αγίων των ελληνικών γραμμάτων. Στον απόηχο του εορτασμού». Θεολογία 3, 2013. Βλ. και ηλεκτρονικός τόπος, ecclesia. gr.
10. Βλ. Φώτης Δημητρακόπουλος, ο.π. σσ. 36-42.
11. Για τη σχέση του Μωραϊτίδη και του Παπαδιαμάντη με το κίνημα των Κολλυβάδων υπάρχει εκτενής αναφορά και αντίστοιχη αναλυτική σχετική βιβλιογραφία. Βλ. ενδεικτικά Ανέστη Γ. Κεσελόπουλου, Η λειτουργική παράδοση στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1994, όπως και Κωνσταντίνος Κουτούμπας, Η λειτουργική παράδοση στο έργο του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη, Διπλωματική εργασία, ΑΠΘ., Θεσσαλονίκη 2009, σσ. 50 – 56.

Επέτειος: Αλέξανδρος Μωραϊτίδης – Μοναχός Ανδρόνικος: Ο λογοτέχνης, ο φίλος των αγίων!

Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Δεξιά, μετά την κουρά του ως μοναχός Ανδρόνικος.
90 χρόνια από την κοίμησή του
Ο εκ Σκιάθου φιλόλογος, καθηγητής, δημοσιογράφος, εκδότης, συγγραφέας και λογοτέχνης, εκκλησιαστικός υμνογράφος, ψάλτης, μεταφραστής πατερικών κειμένων και ακαδημαϊκός Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (185-1929) κοιμήθηκε τέτοια μέρα πριν από 90 χρόνια.
Πρόκειται για τον δεύτερο σημαντικό Έλληνα Σκιαθίτη λογοτέχνη, άνθρωπο των γραμμάτων και του Τύπου, αλλά και της Εκκλησίας -τον «άλλο Αλέξανδρο» όπως τον αναφέρει ο ξάδελφός του Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911).
Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης ολοκλήρωσε τον επίγειο κύκλο της ευδόκιμης επίγειας ζωής του ως μοναχός Ανδρόνικος. Λίγες μέρες πριν από την κοίμησή του, έλαβε το αγγελικό σχήμα στην πατρίδα του, την Σκιάθο όπου αποσύρθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, παραδοσιακός και φιλακόλουθος, ήταν τέκνο και απόγονος του ευλογημένου ρεύματος της Φιλοκαλικής αναγέννησης -των αποκληθέντων κακεντρεχώς ως Κολλυβάδων- που ανακαίνισε πνευματικά την ορθόδοξο εκκλησία, την ζωή και τον κόσμο της.
Μαζί με τον Παπαδιαμάντη, ως επίγειοι καλλίφωνοι άγγελοι και γνώστες της παραδοσιακής εκκλησιαστικής μουσικής, κοσμούσαν τον δεξιό και αριστερό χορό αντίστοιχα, των αναλογιών του ναού του Αγίου Ελισαίου της Αθήνας. Εκεί, όπου λειτουργούσε ο απλούς – απλούστατος και αγαθός – αγαθότατος Παπά-Νικόλας Πλανάς! Ο νυν, άγιος Νικόλαος Πλανάς (1851-1931).
Και να, όμως, και μια άλλη αγιασμένη… σύμπτωση!
Ένας από τους σημαντικότερους αγιορείτες Γέροντες, Μοναχούς του 19ου και 20ού αιώνα υπήρξε ο π. Δανιήλ Κατουνακιώτης (1846-1929). Ο ιδρυτής της γνωστής Αδελφότητας των Δανιηλαίων στα Κατουνάκια. Τον Σεπτέμβριο, μάλιστα που μας πέρασε, θυμηθήκαμε με σχετικό αφιέρωμα -που συνεχίζουμε- την συμπλήρωση των 90 χρόνων από την κοίμηση του Γέροντα Δανιήλ. Και, ένα μήνα μετά από την επέτειο αυτή, η Αυτού Παναγιότης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης, κ. Βαρθολομαίος ανακοίνωσε από την αθωνική γη πως ο οσιώτατος Γέροντας Δανιήλ μαζί με άλλους τέσσερις αγιορείτες πατέρες θα συγκαταριθμηθεί στην τάξη των αγίων της Εκκλησίας! Έτσι, η σημερινή επέτειος της κοιμήσεως του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη – Μοναχού Ανδρόνικου θα τον βρει να αποτελεί φίλο και βέβαια ομόψυχο δύο αγίων.
Αλλά, δεν κλείνει με τον νέο όσιο Δανιήλ Κατουνακιώτη -τον εγκάρδιο φίλο και πνευματικό συνεργάτη του αγίου Νεκταρίου- η φιλία και ο συγχρωτισμός του Μωραϊτίδη, αλλά και του Παπαδιαμάντη με αγίους.
Ανάμεσα στους υπό αγιοκατάταξη υποψηφίους βρίσκεται και ο Γέροντας, Αρχιμανδρίτης, π. Φιλόθεος Ζερβάκος, ο νεαρός Κωνσταντίνος, πνευματικό τέκνο του Αγίου Νεκταρίου, που έψελνε κι αυτός στον άγιο Ελισαίο και διδασκόταν από τους σκιαθίτες ψάλτες, και ιδιαίτερα από τον Παπαδιαμάντη, το ύφος και προπαντός το ήθος της εκκλησιαστικής μουσικής.
Όπως είναι γνωστό ο Γέροντας π. Φιλόθεος Ζερβάκος μας άφησε και θαυμάσιες γραπτές μαρτυρίες για την σχέση και την φιλία του με τους δύο Αλέξανδρους.
Ο Μωραϊτίδης, σε σύγκριση με τον ξάδελφο του, ήταν πιο «κοσμικός» χαρακτήρας, πιο πετυχημένος κοινωνικά και σε ότι έκανε επαγγελματικά. Ο ίδιος, βοήθησε και τον ξάδελφο του, να μπει και να ενταχθεί στον χώρο του Τύπου και της δημοσιογραφίας. Ο Παπαδιαμάντης σταδιοδρόμησε στην δημοσιογραφία, κυρίως, ως μεταφραστής αλλά και δημοσιεύοντας τα μυθιστορήματά του αρχικά, και αργότερα τα διηγήματά του όπως και διάφορα άλλα κείμενα.
Το έργο του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη δεν είναι ευρέως γνωστό, όσο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και ούτε έτυχε της μεγάλης αποδοχής με το πέρασμα του χρόνου από την κριτική, τους ομοτέχνούς του λογοτέχνες, αλλά και από το κοινό. Εντούτοις, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε, πως δεν απέκτησε και τους ορκισμένους ή και τους κακόβουλους εχθρούς όπως στην περίπτωση του ξαδέλφου του. Ο τελευταίος  αποτελούσε σχεδόν μέχρι πρότινος “σημείον αντιλεγόμενον”.
Πάντως, η ευρεία πλέον αποδοχή του τελευταίου -σχεδόν καθολική- και η ανάδειξη του σε «κορυφή των κορυφών», όπως τον χαρακτήρισε ο Κωνσταντίνος Καβάφης, μας επιτρέπει κάτω από την «βασιλικήν δρυν», γιατί όχι την αυτοκρατορικήν αυτήν δρυν των γραμμάτων μας, δηλαδή την μορφήν Μεγάλου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, να απολαμβάνουμε και τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη.
Η σπουδή στο προσωπικό του ύφος, αλλά και το ήθος όπως και την γλώσσα του έχει πάρα πολλά να μας προσφέρει. Άλλωστε εις πείσμα αυτών που… τακτοποιούν, ταξινομούν και χαρακτηρίζουν ένα έργο πολλές φορές τους ξεφεύγει η ίδια η ουσία του. Αυτό δεν συνέβη και με τον Παπαδιαμάντη;
Το σίγουρο, βεβαίως, είναι πως ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης θεωρείται μέχρι σήμερα ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της εποχής του, αλλά και της ελληνικής γλώσσας! Και η ποικίλη ενασχόληση με το έργο του μόνον πνευματική και αισθητική ωφέλεια και τέρψη μπορεί να προσφέρει στον αναγνώστη και μελετητή του.
Όσο και για το ερώτημα αν το έργο του μπορεί να μας προσφέρει παράλληλα και μια υψηλού επιπέδου πατριδογνωσία, ελληνομάθεια ή και Χριστοήθεια αυτό είναι αδιαμφισβήτητο! Και βεβαίως χωρίς οποιαδήποτε δόση εμπάθειας ή μισαλλοδοξίας.
Ο λόγος του ρέει σαν αγιασμός, “Φώτα – Ολόφωτα”, ή σαν εξαγιασμός σύμπασας της ζωής!
Θεός ’χωρέστον: Τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη. Τον Μοναχό, π. Ανδρόνικο!
Την ευχούλα του να ‘χουμε!
Αιωνία του η μνήμη!

Οι δύο Αλέξανδροι.(Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης-Αλέξανδρος Μωραϊτίδης.



τού Κώστα Παπαδημητρίου, συντ. Επιθεωρητού Α’/θμιας Εκπαίδευσης
«Ο Θεός έπλασε δύο παράλληλα πρόσωπα εκεί στό όμορφο νησί τής Σκιάθου καί πήρε μιά ψυχή, τή μοίρασε στά δύο καί φύτεψε τή μισή στόν έναν καί τήν άλλη μισή στόν άλλον Αλέξανδρο. Κι έτσι ό,τι λείπει απ’ τόν έναν Αλέξανδρο, τόν Παπαδιαμάντη, τό συναντούμε στόν Αλέξανδρο Μωραϊτίδη. Καί τό αντίστροφο», γράφει ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος. («Τά πρόσωπα καί τά κείμενα» τόμ. 12, σελ. 174). Έτσι δέν μπορεί κανείς νά γράψη γιά τόν έναν καί νά μήν αναφερθή στόν άλλον. Η κοινή γνώμη τών Γραμμάτων τούς θεωρεί δίδυμους πνευματικούς, Διόσκουρους, μέσα στήν λάμψη τού ίδιου λογοτεχνικού φωτοστέφανου. Αλέξανδροι καί οι δύο, συμπατριώτες, συνασκητές, συναθλητές τού λόγου, αχώριστοι στήν πίστη, στήν πέννα καί στόν πατσιά, πού ήταν στήν εποχή τους «ακαδημία τής λογοτεχνικής μποεμίας», όπως χαριεντιζόμενος είπε ο Σπύρος Μελάς. (εφημ. «Ελεύθερον Βήμα» (27-10-1929).
Γιός παπά ο πρώτος, εγγόνι ο δεύτερος, ξαδέρφια στενά, μέ επιρροή εκκλησιαστικών ιδανικών πάνω τους, πού πηγάζουν από τήν ίδια βυζαντινή φλέβα, χριστιανοί από ανατροφή καί από ιδιοσυγκρασία, κάνουν άρωμα τής χριστιανοσύνης τους τό ελαφρό καί τό χαρμόσυνο καί τό σκορπίζουν στίς πλέον παγανιστικές γιορτές τής ελληνικής φύσης.
Μισούν τά εύκολα καί δεινά τού πολιτισμού καί οι δύο, συμφωνούν πώς ο πλούτος είναι δυστυχία καί ασκήμια, άν δέν διαχειρίζεται σωστά, η φτώχεια είναι ωραιότητα καί αρετή. Εξαίσιοι στήν περιγραφή τής φτώχειας, αμείλικτοι στήν ιδιοκτησία, τό ιδανικό τους η απλή ζωή. Η καλλιέργεια καί η γεύση τών καρπών τής γής. Θέλουν τήν ζωή χωρίς τήν αγωνία τής μεγάλης απόλαυσης, θέλουν τήν φυσική κατάσταση. Είναι απόκοσμοι. Θέλουν νά αγνοούν τίς βιοτικές μέριμνες, μέ τίς κακίες καί τά πάθη τους, μέ τίς μωρές φιλοδοξίες τους, μέ τά θέλγητρα πού αιχμαλωτίζουν τήν ζωή. Επιζητούν τήν μόνωση, τήν εσωτερική. Τούς είπαν κάποιοι ακοινώνητους καί μισάνθρωπους, γιατί παρεξήγησαν τίς ενοράσεις τους.
Είναι θαυμάσιοι ζωγράφοι τής φύσης καί τής αγροτικής ζωής. «Ξέρουν», γράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, (εφημ. «Πατρίς» 17-1-1921), «νά μάς ηδονίζουν μέσα σέ παρθένους θάμνους, νά μάς πηγαίνουν πίσω από κατσίκια πλανηθέντα εις τήν κόψιν βράχων, νά μάς πλανούν εις ακρογιάλια καί ξηρονήσια, νά μάς κοιμίζουν υπό τά άστρα…».
Θαυμάσιο είναι τό διήγημα τού Μωραϊτίδη μέ τίτλο: «Μέ τά πανιά τού βοριά», όπου ο συγγραφέας τραγουδά τήν θάλασσα. Ταξιδεύει εκεί μέ μιά σκούνα. Άφθονες εικόνες θαυμαστές, βιβλικές καί μεθυστικές διηγήσεις φυσικών φαινομένων. Η κίνηση τής θάλασσας γίνεται λυρικό τραγούδι, ένα τραγούδι φυσιολατρείας καί δράσης από τήν Σκιάθο ως τήν Κωνσταντινούπολη. Τό ταξίδι καταλήγει σέ μιά εκκλησιά. Ο καπετάνιος αλλάζει τήν πατατούκα του μέ τό ράσο τού καλόγηρου. Εκεί ο συγγραφέας αρκείται νά βλέπη τό αργυρό μικρό ομοίωμα τής σκούνας του κρεμασμένο στόν πολυέλαιο τής εκκλησίας καί νά προσεύχεται. Δηλαδή η τρικυμία τής θάλασσας γίνεται προσευχή. Σ’ αυτό τό διήγημα κρύβεται ολόκληρος ο Μωραϊτίδης.
Δυνατή απεικονίζεται καί η απλή ζωή στά διηγήματά του «Καλικάντζαρος», «Κουκίτσα» κ.ά. κάτι παρόμοια μέ «Τόν Χριστό στό Κάστρο» τού Παπαδιαμάντη.
Μάς παρουσιάζει τόν ιερέα καβάλα στό γαϊδουράκι του, χωμένο μέσα στό ζεστό σάλι πού τόν τύλιξε η πρεσβυτέρα του, τριγυρισμένον από λίγους νησιώτες, προπαντός ευλαβικές γριούλες, νά πηγαίνουν στά εξωκκλήσια ή μισογκρεμισμένες εκκλησιές, νά λειτουργήσουν. Οι αισθήσεις τους πάντα ανοιχτές καί άγρυπνες στό πανόραμα τής ελληνικής φύσης καί τής απλής ζωής.
Στό διήγημά του «Χριστούγεννα στόν ύπνο μου» γράφει καί τούτα: «Τά έθιμα ριζώνουν, βλέπετε, μέσα εις τήν καρδίαν τών ανθρώπων καί όταν καταργώνται, νεύρον ευαίσθητον ξερριζώνεται βιαίως από μέσα από τήν καρδίαν, ήτις πονεί καί οδυνάται μεταδίδουσα τόν πόνον εις όλον τό σώμα. Ο άνθρωπος όστις δέν έχει τό νεύρον τούτο δέν ανήκει εις έθνος. Είναι αλλότριος αυτού. Νομίζει πώς είναι εις τόν κόσμον όλον καί δέν είναι πουθενά. Είναι εις τόν αέρα, αεροβατεί…».
Απόφευγαν καί οι δυό τίς στενές γνωριμίες τους μέ άλλους λογοτέχνες. Μεταξύ τους είχαν στενό δεσμό. Στά μυστικά τους δείπνα μάλιστα, τά γενναία τους ελληνικά φαγοπότια, τά συντροφευμένα μέ σιγαληνά ψαλμοτράγουδα καί χωρατά, πού θυμίζανε θυμάρι μαζί καί λιβάνι, ήταν πολύ δυσκολότερα οι δυό φίλοι νά δεχτούνε συντροφιά. Μεγάλη ήταν η χάρη σου νά καθίσης νά φάς μαζί τους τά παχιά λαδωμένα τους σαρακοστιανά καί νά τσουγκρίσης τίς γιομάτες «καντήλες πού θύμιζαν τίς αλησμόνητες καλογερικές “μακαριές”. Άμα μάλιστα τύχαινε», γράφει ο Γ. Βλαχογιάννης, «νά φτάση στόν Πειραιά σκιαθίτικο καράβι κι αριβάρανε στήν ταβέρνα οι μεζέδες τού νησιού, αστακοουρές καί τέτοιες λιχουδιές λιαστές, μά δυσκολοχώνευτες, χωρίς τής ρετσίνας τό μπόλικο κατάβρεγμα, τότε θά ‘σουνα πολύ αδιάκριτος νά καλεστείς αδιάκριτα στό τραπέζι τους…» (εφημ. «Πολιτεία» 13-9-1925). Κι άλλες φορές πάλι, συγκεντρωμένοι, στοχαστικοί, αντάλλαζαν γνώμες καί περνούσε τίς πληροφορίες του ο ένας στόν άλλο μέ κατάνυξη συνωμοτική.
Καί πολλά άλλα συνέδεαν τούς δυό αυτούς μεγάλους διηγηματογράφους μας. Γεννήθηκαν καί οι δυό στή Σκιάθο κι έζησαν μέ τό θλιβερό προαίσθημα καί οι δυό νά πεθάνουν περιστοιχιζόμενοι από τούς δικούς τους καί νά αναπαυθούν γιά πάντα στήν γή πού τόσο αγάπησαν καί τραγούδησαν. Από Σκιαθίτες έγιναν μέ τό έργο τους Πανελλήνιοι. «Κάθε καλλιεργημένη χώρα», γράφει ο Καμπούρογλου, («Νέα εφημερίς», 24-4-1891) «θά εθεώρει εαυτήν ευτυχή ανακαλύπτουσα μεταξύ τών συγγραφέων της τούς δύο τούτους αστέρας, οι οποίοι δύνανται ν’ αποβώσι καύχημά της, εάν συναθροισθώσιν τά έργα τους… Τοιαύται ιδιοφυΐαι δέν βγαίνουν ως μανιτάρια καθ’ εκάστην…».
Διέφεραν όμως καί σέ πολλά οι δυό αυτοί μεγάλοι τής Νεοελληνικής διηγηματογραφίας. «Έπαιξαν βέβαια στήν ίδια ορχήστρα, αλλά μέ διαφορετικά όργανα. Ο Παπαδιαμάντης κρατούσε τόν γλυκύτερο αυλό πού έχει γνωρίσει ο νεώτερος πεζός λόγος. Ο Μωραϊτίδης κόντρα μπάσο» (Σ. Μελάς. ό.π). … Ο Παπαδιαμάντης ήταν πέρα γιά πέρα φύση καλλιτεχνική. Η θρησκευτική πίστη ενεργούσε σ’ αυτόν ως ζωντανή πηγή έμπνευσης. Ο Μωραϊτίδης ήταν περισσότερο φύση ασκητική. Η θρησκευτικότητά του σοβαρότερη καί αυστηρότερη.
Καί φυσιογνωμικά διέφεραν. Έφεραν βέβαια καί οι δύο πλούσια καί κατάμαυρη γενειάδα, η μορφή όμως τού Μωραϊτίδη ήταν πιό πλατειά καί πιό ανοιχτή από τού Παπαδιαμάντη καί η φορεσιά του «πιό ευπρόσωπη». Σέ αντίθεση μέ τό μαύρο μακρύ παλτό τού Παπαδιαμάντη ο Μωραϊτίδης δέν αποχωριζόταν ποτέ τήν μαύρη στενή καί κοντή ζακέτα, τό μαύρο παλτό καί τό ημίψηλο καπέλο.
Διαφορετικοί ήταν καί στόν χαρακτήρα τους. Ο Παπαδιαμάντης, πού οι συνθήκες τής οικογενείας του δέν τού επέτρεψαν νά περατώση τίς σπουδές του, έβρισκε τήν ευτυχισμένη ώρα του ανάμεσα στούς ταπεινούς καί καταφρονεμένους τής ειδυλλιακής ζωής καί εθέλγετο από τό εξωτερικό κάλλος τών θρησκευτικών εκδηλώσεων. Ενδιαφέρετο περισσότερο γιά τά πρόσωπα καί τίς εκδηλώσεις τους. Εμεινε εκείνος πού ήταν από τήν αρχή. Ήταν ένα παιδί μέ νούν, είπε κάποιος, πιό αισθαντικός καί πιό τρυφερός.
Ο Μωραϊτίδης είναι ο επιστήμονας, ο λεπτολόγος, ο παρατηρητής, ο θρησκευτικός μαχητής, η τραγωδία του βρίσκεται παρούσα σέ κάθε του κίνηση. Η καρδία του είναι ασήκωτη από έγνοιες. Κινείται πάντα από τόν έρωτα τού απόλυτου. Ίσως λιγότερο προικισμένος από τόν Παπαδιαμάντη καί ιδιόρρυθμος στήν γλώσσα του. Η ειδοποιός διαφορά πού αφήνει πίσω κατά τι ο Παπαδιαμάντης τόν Μωραϊτίδη είναι πού ο πρώτος μέ προσωπική του συμμετοχή προσεγγίζει ο ίδιος τό δράμα τών ηρώων του. Τόν βλέπεις νά στέκεται μέ άφωνη εγκαρτέρηση στήν αναπόφευκτα επερχόμενη σύγκρουση, πού είναι ως ένα σημείο καί μοίρα τού συγγραφέα. Η ζωή τών ηρώων του εισχωρεί καί στήν δική του. Καί η γλώσσα του έχει τό χάρισμα νά μεταγγίζη μέσα μας τήν πιό διεισδυτική θέρμη. Γι’ αυτό τόν επεσκίασε ο θαλερός πλάτανος τού διηγηματογράφου Παπαδιαμάντη. Είναι ασύγκριτες όμως οι σελίδες του, όσες κυρίως παρουσιάζουν ανθρώπινους χαρακτήρες. Εκείνες ξεπέρασαν τό χρόνο καθώς αποδίδουν καταστάσεις καί συμπεριφορές χαρακτηριστικές μιάς εποχής καί μιάς συγκεκριμένης κοινωνικής καί βιοτικής στάθμης.
Τόν Παπαδιαμάντη τόν γνωρίζει κανείς περισσότερο μέσα από τό έργο του, τόν Μωραϊτίδη μέσα από τήν ζωή του. Τήν πίστη του ο Μωραϊτίδης δέν τήν εξαντλεί στήν τυπολατρεία καί τήν ευλάβεια. Εξουσιαστής του είναι τό απόλυτο. Τό δικό του δράμα εξαντλείται σ’ έναν απέραντο εσωτερικό μονόλογο ή σέ έναν διάλογό του μέ τόν Δημιουργό. Κυριαρχείται αποκλειστικά σχεδόν από τό συναίσθημα ότι πλησιάζει πρός τόν ουρανό καί αυτή η γραμμή τής ανατάσεως πρός τά υπερκόσμια δεσπόζει στό μεγαλύτερο μέρος τού έργου του. Τήν επίγεια ζωή τήν αισθάνεται σάν έκτιση ποινής μέ πόθο καί υπομονή αναμένοντας τό τέλος της. Εφάρμοζε πιστά τήν παρακάτω συμβουλή τού Μάρκου Αυρήλιου:
«Μή λησμονείς, έλεγε πρός τόν εαυτό του ο αβάπτισος εκείνος χριστιανός, μή λησμονείς ότι είσαι απλούς ταξιδιώτης. Τό πλοίον πού σέ μεταφέρει εις τήν πατρίδα σου προσορμίζεται εις ένα λιμένα, ημπορείς νά εξέλθης νά περιεργασθής τήν πολυθόρυβον αυτήν πόλιν, νά ίδης τήν αγοράν της, τά υψηλά της κτίρια, τά καταστήματα, τά θέατρα, τάς ασχολίας τών κατοίκων της. Ημπορείς ακόμη νά συνάψης συνομιλίας καί στιγμιαίας σχέσεις μέ τούς κατοίκους της, τούς άρχοντας ή τούς καπήλους, αλλά μή απατηθής καί επί μίαν στιγμήν καί προσηλωθής εις τίποτε από αυτά, τά παροδικά, τά ξένα, τά αδιάφορα. Έχε διαρκώς τήν προσοχήν σου εις τό πλοίον σου, καί μή απομακρυνθής πολύ από τόν λιμένα, διότι από στιγμής εις στιγμήν ο κυβερνήτης καλεί τούς επιβάτας του διά τό τέρμα τού ταξιδίου των».
Έζησε τήν ζωή του καί ποτέ δέν ελησμόνησε πώς ήταν ένας παροδίτης καί ποτέ δέν πήρε τήν προσοχή του από τήν αναμενόμενη πρόσκληση τού κυβερνήτη. Συνέχεια φρόντιζε νά καθαρίζη τήν ψυχή του καί σιγά σιγά άρχισε νά απαρνιέται τά εγκόσμια. Τώρα πιά δέν είναι ο λογοτέχνης πού δούλευε τόν τρόπο τής έκφρασής του. Είναι ο πιστός πού αναζητεί καί στόν λόγο του μιά πρόσθετη λύτρωση. Παλεύει μέσα του ο τεχνίτης τού λόγου μέ τόν πιστό. Δέν τόν ενδιαφέρουν τά άλλα βιβλία καί άρθρα του, ο καημός του είναι νά τυπωθή ο τόμος τών 400 σελίδων πού μέ πλούσια σχόλια αφιέρωσε στίς ομιλίες τού Μεγάλου Βασιλείου στίς αφιερωμένες στούς Ψαλμούς τού Δαβίδ, καθώς καί στά αφιερωμένα στόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο (Ναζιανζηνό) («Παρθενίας εγκώμιον» κ.ά). Απομακρύνεται από όλες τίς άλλες μελέτες του καί αγκιστρώνεται στά Πατερικά κείμενα καί σέ ύμνους πρός τόν Δημιουργό. Στήν άκρη η κλασσική φιλολογία, όπου τό πάν είναι ενσυνείδητο, τό πάν υποβάλλεται κάτω από τό φώς τής λογικής. Τόν ενδιαφέρει ο θρησκευτικός ύμνος, τό θυμίαμα, η προσευχή, τό αγγελικό σχήμα, η «εις Κύριον αποδημία». Δυστυχώς, ο θησαυρός τών έργων του, παράδεισος σωστός, έμεινε αθέατος από τούς πολλούς.
Ως καθηγητής στό Βαρβάκειο Γυμνάσιο μένει υποχρεωτικά στήν Αθήνα. Η μόνη απόλαυσή του είναι νά επισκέπτεται τά σκιαθίτικα καράβια στό λιμάνι τού Πειραιά. Πατώντας τήν κουβέρτα τών καραβιών τής πατρίδας του, έχει τήν συναίσθηση πώς πατεί τά αγαπημένα χώματά της. Έτσι «Τού βοριά τά κύματα», πού έγινε καί τίτλος τού βιβλίου του, τού φέρνουν τά χαιρετίσματα από τό αγαπημένο του νησί.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ – Ο ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
Ο έγγαμος βίος του Αλ. Μωραϊτίδη
Το 1900 φεύγει από την δημόσια υπηρεσία. Στην ουσία παύθηκε από το Βαρβάκειο Γυμνάσιο, γιατί δεν υπήρχαν χρήματα να πληρωθή. Την επόμενη χρονιά παντρεύτηκε με την Βασιλική Φουλάκη, που την γνώρισε στις αγρυπνίες του Αγίου Ελισσαίου. Την βαθειά του πίστη την μεταβίβασε και στην γυναίκα του, που μαζί της πριν ακόμα παντρευτούν, γύριζαν μαζί στις εκκλησίες. Κι όταν παντρεύτηκαν στο σπίτι τους έβαλαν εικόνες και κεριά, προσεύχονταν μαζί, έψελναν τον εσπερινό.
Κάποτε μια γρια Σκιαθίτισσα πήγε στην Αιδηψό για να κάνη λουτρά. Έμαθε πως ήταν εκεί ο κυρ-Αλέκος με την γυναίκα του, νιόπαντροι, και πήγε να τους δη. Τους βρήκε να κάθονται στο δωμάτιο που είχαν νοικιάσει την ώρα που έψελναν εσπερινό. Ξαφνιασμένη τους ρώτησε: «Οσπιτεύετε η καλογερεύετε;».
Λένε πως δεν είχαν άλλο δεσμό μεταξύ τους από την αγάπη του Χριστού. Δεν είχαν συναναστροφές με άλλους ανθρώπους. Ο Μωραϊτίδης γλιστρούσε αθόρυβα και βιαστικά ανάμεσα στο πλήθος, με την απεριποίητη βιβλική του γενειάδα, για να γίνη άφαντος να χωθή γρήγορα στο ιερό του σπιτιού του με τα μανουάλια και τα ψαλτήρια, όπου ιερουργούσε σαν παπάς σε ερημοκκλήσι. Και η αγαπημένη του γυναίκα δεν ήταν παρά μια ταπεινή εκκλησάρισσα στον μικρό εκείνο και παράδοξο ναό. Τα τελευταία χρόνια είχε ενδυθή το μοναχικό σχήμα με το όνομα Αθανασία.
Ο θάνατος της συμβίας του
Δεν κράτησε όμως πολύ η συμβίωσή τους εκείνη. Η γυναίκα του, μοναχή Αθανασία, πεθαίνει και αυτό τον βυθίζει σε μεγάλο πένθος και σε μεγαλύτερη σιωπή.
Σε μια επιστολή του με ημερομηνία 30-10-1915, από την Σκιάθο προς την Ηγουμένη του μοναστηριού Κεχροβουνίου της Τήνου, την Θεοδώρα, με την οποία συνδέθηκε πνευματικά, θα γράψη αναφερόμενος στον θάνατο της συζύγου του:
«Ο θάνατός της υπήρξε κοίμησις, ελαφρά μετάστασις από μίαν ζωήν εις την άλλην. Δεν μου λέγεις πως είναι δυνατόν να απολαύσω εγώ αυτό το μακάριον τέλος. Διαβάζω ωσάν να έχω στάδιον εμπρός μου, κάμνω σχέδια πάντοτε και σκέψεις διαφόρους. Κι εκεί οπού διαβάζω, π.χ. πόσα έτη ταλαίπωροι σας μένουν; Τι προσμένετε; Η ζωή μας είναι 70 η 80 το πολύ έτη. Τότε εξαφνιάζομαι ωσάν εξαφνιάζεται ένας εις τον ύπνον του από ένα ράπισμα κατ’ όναρ.
Εξαφνιάζομαι και βλέπω ότι 5 χρόνια μου μένουν, αν μου μένουν και αυτά. Και μένω άναυδος. Αλλ’ αυτό πρέπει να κάμνω; Να μένω άναυδος; Πρέπει να τρέξω, να αρράξω εις ένα ήσυχον λιμένα όπου τα 5 αυτά χρόνια να επισκευάσω το καράβι μου να το έχω έτοιμον δια το ταξείδι του Ωκεανού. Ο νοών νοείτω….»
Σε άλλο οκτασέλιδο γράμμα γράφει:
«Νύκτα των Χριστουγέννων 1915.
Αγαπητή εν Χριστώ αδελφή κυρία Θεοδώρα.
«…Δεν πρέπει να παραξενεύεσθε δια την αδυναμίαν μου την σωματικήν, διότι το πένθος ως είπας ήτο, ναι ήτο βαρύτατον. Και μόνον ο θάνατος θα το εξαλείψη με σπαραγμόν. Βιάζομαι να χωνεύω την θλίψιν, και αυτό φαίνεται βλάπτει σωματικώς είναι όμως τώρα πολύ ελαφρότερον, και να σου το παραστήσω κάπως αισθητώς, φαντάζομαι ότι η μακαρία Αθανασία μου κάπου αποδημεί και με περιμένει να υπάγω και εγώ».
Ο τραυματισμός του και η αντιμετώπισή του
Το 1907 επισκέπτεται το Μέγα Σπήλαιο. Εκεί πέφτει και χτυπά το πόδι του. Υποχρεώνεται από αυτό να μείνη ακίνητος ως τον Απρίλιο του 1908 στην κλινική και στο σπίτι του στην Σκιάθο. Οι συνθήκες διαβίωσής του είναι τραγικές. Τις απαριθμεί σε επιστολές του προς την ίδια Ηγουμένη με ημερομηνίες 8 και 11-10-1916.
«Εν Σκιάθω τη 8η Οκτωβρίου 1916
Θεοπεφιλημένη μου και περιπόθητος αδελφή εν Χριστώ.
Θύελλα και αστραπαί και κακοκαιρίαι και βρονταί• η στέγη του κελλίου μου σείεται διότι είναι υπό το κωδωνοστάσιον του Ναού της Παναγίας και εν τη κορυφή της πόλεως. Είναι 8 η ώρα περίπου το βράδυ• μου έφεραν το κατσαρολάκι με ζωμόν από πικραλίδας, ούτω λέγουν εδώ τα ραδίκια του βουνού. Τα παράθυρα φεγγοβολούν από τας αστραπάς. Ήρχισε βροχή. Και ως φαίνεται θα διαρκέση όχι μόνο την νύκτα αλλά και ημέρας. Αλλ’ ο καιρός είναι νότιος θερμός. Όταν είναι κρύο και βορράς, καταβαίνω κάτω εις εν δωμάτιον (όπου και κοιμώμαι τώρα), το οποίον είναι σωστόν σπήλαιον, φωτιζόμενον μόνον από την κανδήλαν των αγίων.
Εψάλαμεν απόψε τον εσπερινόν των οσίων Ανδρονίκου και Αθανασίας. Έφερα μαζί μου καθώς και πέρυσι την αγίαν εικόνα των και την εστόλισα με ωραία λουλούδια, κρίνα της ερήμου κατά το τροπάριον, πάλλευκα και κάτι άλλα της εποχής χρώμα μέλιτος, βελούδινα μανιταράκια λέγομεν εδώ. Θαύμα των οσίων. Διότι χωρίς να τα παραγγείλω, χωρίς άλλην φοράν να μου φέρουν, άγνωστος γυναίκα μου τα έφερε χθες βράδυ από το βουνό του αειμνήστου Γέροντα παπα-Διονυσίου. Μου τα έδωσε, λέγει, η αδελφή σου, όχι αυτή που συγκατοικώ αλλ’ άλλη η οποία δεν γνωρίζει πως έχω την πανήγυριν και την εικόνα των οσίων προφανώς. Και είναι κρίνα λευκά που εις το χωρίον δεν έχει κανείς. Και ήσαν πολλά κρίνα και ευωδίαζαν. Αν προφθάσω θα θέσω μέσα εις την επιστολήν από την αγίαν εικόνα.
Το μεσημέρι μετά το φαγητόν μόνος μου έπλεξα το στέφανον και εις τας 4 περίπου το επήγα εις την εκκλησίαν μετά της εικόνος και την ετοποθέτησα καταλλήλως. Ο εσπερινός διήρκεσε 1,30 ώρα• μέγας εσπερινός. Αν υπήρχε αλεύρι θα έκαμνα αρτοκλασίαν, αλλά είναι νηστικοί οι άνθρωποι και περιμένουν αύριον το ατμόπλοιον. Τώρα όπου γράφω οικονόμησα 50 δράμια πετρέλαιον με παρακλήσεις πολλάς.
Βοήθειά μας οι όσιοι!»
Και η δεύτερη επιστολή:
«Εν Σκιάθω τη 11 Οκτωβρίου 1916
Στερούμαι χειμερινού οικήματος. Κοιμούμαι τώρα εις υγρόν σπηλαιώδες δωμάτιον και μου φαίνεται πως με βλάπτει πολύ η υγρασία.
Πως εβάσταζαν οι Όσιοι εις τους λάκους; Αυτούς συλλογίζομαι και ο νους μου σαλεύεται. Δια να ίσταμαι ολίγον, διότι από τον καιρόν των καταγμάτων συνήθισα εις το καθήσθαι αείποτε, επενόησα έναν κρεμαστήρα όπου τον έχω δια να γυμνάζω την θραυσμένην μου δεξιάν – τρία χρόνια παρημέλησα τώρα και αισθάνομαι βάρος ύποπτον και ως ρευματικόν. Λοιπόν κρεμώμαι και λέγω το μεσονύκτιον, τον Εξάψαλμον, τας Ωδάς και όσα γνωρίζω από στήθους…».
Η βράβευσή του
Το 1928 η Ακαδημία Αθηνών τον ανακηρύσσει ομόφωνα πρόσεδρο μέλος της. Ο Μωραϊτίδης ούτε που πήγε να παραστή στην εκλογή του. Αρκέστηκε σε μια ευχαριστήρια επιστολή του προς τον πρόεδρο της Ακαδημίας.
Η μοναχική του κλίση
Ζούσε αποσυρμένος, παντελώς ξένος προς τα εγκόσμια. Ο ασκητισμός του ήταν αυστηρός. Συγγένευε με εκείνων των πρώτων αναχωρητών. Η χριστιανική ταπείνωση δεν ήταν άδεια λέξη γι’ αυτόν. Την είχε ντυθή κατάσαρκα η ψυχή του. Καταδίκασε στην ψυχή του την εγκόσμια ζωή για να βρη λύτρωση στην σιωπή της έκστασης, στην ουρανοπολιτεία του μοναστηριού, όπου θα αντάμωνε Εκείνον. Διψούσε για αλήθεια εσωτερική. Άκουε την φωνή του Ιησού προς την Μάρθα ότι: «ενός εστί χρεία». Ανταποκρίνεται σ’ αυτό το κάλεσμα, παίρνει το μοναχικό σχήμα και ονομάζεται Ανδρόνικος. Για μια απλή αλλαγή ρούχων πρόκειται, γιατί ο Μωραϊτίδης δεν έγινε τότε μοναχός, ήταν μοναχός και μάλιστα από εκείνους που αναφέρονται στα πιο αυστηρά μοναστήρια. Απλά έδωσε την εξωτερική φόρμα στο περιεχόμενο της ζωής του.
Η κουρά του έγινε στους Τρεις Ιεράρχες της Σκιάθου. Με μεγάλη χαρά ντύθηκε το «Αγγελικό Σχήμα» για να εισέλθη στον νυμφώνα του Χριστού. Ένα γράμμα του που έστειλε λίγες μέρες αργότερα σε μια ευλαβική κυρία των Αθηνών και δημοσιεύθηκε στην «Εστία», νομίζει κανείς πως είναι γραμμένο από καθολική παρθένα δεκατεσσάρων ετών, που έκαμε την πρώτη μετάληψή της και διηγείται σε μια φιλενάδα της την χερουβική τελετή. Το ίδιο και ο Μωραϊτίδης με ένα παρθενικό ύφος μιλάει για τα ράσα του, που του στέκανε ωραία, για τις καμπάνες της εκκλησίας, που σήμαιναν χαρμόσυνα, για την ευλογία του Μητροπολίτη, για τους χριστιανούς του εκκλησιάσματος, που δεν χόρταιναν να τον καμαρώνουν μέσα στο «Αγγελικό Σχήμα».
Και στην παραπάνω Ηγουμένη Θεοδώρα θα γράψη στις 16-9-1929:
«Σήμερον είχον την μεγαλυτέραν εορτήν της ζωής μου. Εκείνο το οποίον επόθουν από τόσα χρόνια, εκείνο το οποίον η ψυχή μου εμελετούσε νύκτας και ημέρας, το απήλαυσα, το απέκτησα. Το Μέγα και Αγγελικόν Σχήμα. Δεν είμαι πλέον ο Διδάσκαλος Αλέξανδρος, ο πρεσβύτης, ο πολυάσχολος με τας μερίμνας του κόσμου. Είμαι ο μοναχός Ανδρόνικος…».
Ο θάνατός του
Ο θάνατος του Ανδρόνικου-Αλέξανδρου Μωραϊτίδη ήρθε το 1929. Πέθανε σαν τον Τολστόϊ σε ένα μοναστήρι. Μια καλόγρια του έκλεισε τα μάτια. Έτσι πέρασε στην γαλήνη της αιωνιότητας «εις προϋπάντησιν του Σωτήρος», που τόσο επιθυμούσε.
πηγή: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Επιτάφιος Ομιλία εις Κοιμηθέντα Ιερέα Νικόλαον Πλανά

epitafios omilia 3
Γράφει ο Αρχιμανδρίτης Τιμόθεος Ηλιάκης

Ο μακαριστός Μητροπολίτης πρώην Παραμυθίας Τίτος Ματθαιάκης, ήταν από τους πρώτους που έγραψαν για τον άγιο Νικόλαο τον Πλανά και τούτο γιατί υπήρξε πνευματικό αυτού τέκνο και συχνά τον διακονούσε στο άγιο Βήμα στις κατανυκτικές ιερές Ακολουθίες στον Προφήτη Ελισσαίο στο Μοναστηράκι, όπως και ο κατά σάρκα αδελφός του μακαριστός Μητροπολίτης Ν.Ιωνίας-Φιλαδελφείας Τιμόθεος, μάλιστα στον αείμνηστο Μητροπολίτη Τίτο, ο άγιος Νικόλαος είχε πει σε ανύποπτο χρόνο ότι θα γινόταν Κληρικός και Αρχιερεύς όμως η Αρχιερωσύνη του θα ήταν πολύ δύσκολη, κάτι που έγινε με την άδικη και αντικανονική απομάκρυνση του από τον Θρόνο της Ιεράς Μητροπόλεως Παραμυθίας επί Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Κοτσώνη.
Από το βιβλίο λοιπόν του Μητροπολίτου Τίτου, "'Ο Ιερεύς Νικόλαος Πλανάς και το έργον αυτού", μεταφέρουμε εδώ τα της εκδημίας και νεκρώσιμου ακολουθίας του αγίου,καθώς και την επί του τάφου ομιλία του φοιτητού τότε της Θεολογίας Κωνσταντίνου Ματθαιάκη του μετά ταύτα Μητροπολίτου Παραμυθίας, Φιλιατών και Γηρομερίου Τίτου του Α΄.
"Ξημέρωσε η Κυριακή τού Ασώτου, 28η Φεβρουαρίου τού έτους 1932. Αυτή είναι η μέρα πού λειτούργησε για τελευταία φορά στο επίγειο θυσιαστήριο. Μετά τη Θεία Λειτουργία έχασε τις αισθήσεις του.
Ως ασθενής περέμεινε στην οικία του ευσεβούς υιού του Ιωάννου επι της οδού Δράκου 39 στην Γαργαρέττα,όπου και παρέδωσε την αγία του ψυχή στις 2 Μαρτίου 1932 ,ημέρα κατά την οποίαν είχε την επέτειο της εις Πρεσβύτερον χειροτονίας του..
Έκανε το σημείο τού Τιμίου Σταυρού και είπε: «Τον δρόμον τετέλευκα. Δόξα σοι ο Θεός! Η θεία χάρη να σάς ευλογεί».
Με αυτά τα λόγια άφησε τον κόσμο τούτο. Το πρωί έφεραν το ιερό του λείψανο στον Ναό τού Αγ. Ιωάννου της οδού Βουλιαγμένης, όπου ετέθη σε λαϊκό προσκύνημα για τρείς ημέρες.
Οι λαϊκές εκδηλώσεις ήταν πρωτοφανείς και το πλήθος τού λαού αναρίθμητο. Χιλιάδες λαού κατέφθασαν από το λεκανοπέδιο Αττικής για να αποχαιρετήσουν τον σύγχρονο Άγιο.
Της κηδείας αυτού προέστη ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (+1938), ο οποίος εκφώνησε και τον επικείδιο λόγο,επίσης ωμίλησεν ο εκ των συνεφημερίων αυτού ιερεύς Νικόλαος Λαμπρόπουλος ενώ επι του τάφου, δίπλα ακριβώς από το άγιο Βήμα του Ναού, εξέφωνησε επιτάφιο ομιλία, εκ μέρους των Πνευματικών του παιδιών, ο τότε φοιτητής της Θεολογίας Κωνσταντίνος Ματθαιάκης ο μετά ταύτα Μητροπολίτης Παραμυθίας, Φιλιατών και Γηρομερίου Τίτος (+1991)."
ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑ ΙΕΡΕΑ ΝΙΚΟΛΑΟΝ ΠΛΑΝΑ
Υπό του φοιτητού της Θεολογίας Κωνσταντίνου Ματθαιάκη, μ.τ. Μητροπολίτου Παραμυθίας ΤΙΤΟΥ Α΄.
"Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι και εν Κυρίω ο μισθός αυτών και η φροντίς αυτών παρά Υψίστω.
Διά τούτο λήψονται το βασίλειον της ευπρέπειας και το διάδημα του κάλλους εκ χειρός Κυρίου,ότι τη δεξιά σκεπάσει αυτούς και τω βραχίων υπερασπιεί αυτών"(Σοφ.Σολομ.5,15-16).
Οι θεόπνευστοι ούτοι λόγοι της Σοφίας Σολομώντος ευρίσκουσι πλήρη την εφαρμογήν αυτών επί του δικαίου τούτου και ευσεβούς Πατρός της Εκκλησίας ημών, ιερέως Νικολάου Πλανά,ούτινος το σεπτόν σκήνωμα αποθέτομεν εις τον παρόντα τάφον,πλησίον του ιερού Θυσιαστηρίου του ναού αυτού,εν τω οποίω ελάτρευσε τον Θεόν πιστώς και ευσυνειδήτως καθ΄όλην την μακράν ιερατικήν αυτού διακονίαν.
Διά τε των πολλών αυτού αρετών και της θεαρέστου αυτού εν τω αμπελώνι του Κυρίου εργασίας,κατέστησεν την εαυτού ψυχήν,ευάρεστον Αυτώ, δικαιούμενος ενώπιον του ουρανίου του Θεού θυσιαστηρίου της θείας μακαριότητος της Βασιλείας Αυτού και στεφανούμενος με το απαραμίλλου κάλλους διάδημα, ένεκα των αγαθών έργων, άτινα εν τω κόσμω τούτω ειργάσατο.
Με βαθύν πόνον περιστοιχίζομεν το σεπτόν αυτού σκήνωμα τα πνευματικά αυτού τέκνα, οι προσφιλείς του ενορίται,οι ευσεβείς και πισταί αυτού μαθήτριαι, οι σωθέντες δι αυτού.
Ολόκληρος η πόλις των Αθηνών και τα περίχωρα αυτής θρηνούν τον αποχωρισμόν του, διότι ήτο γνωστός τοις πάσιν και άγιος πράγματι Πατήρ της Εκκλησίας ημών.
Ετίμησεν την Εκκλησίαν όσον ολίγοι, διεκρίθη τοσούτον εν αυτή,ούτως ώστε απέκτησε φήμην αγαθήν τιμώμενος παρά πάντων ανεξαιρέτως, ως άγιος άνθρωπος, δια τε την ενάρετον αυτού πολιτείαν, την βαθείαν προς τον Θεόν πίστιν και αφοσίωσιν, τα καλά έργα, τα οποία εποίησεν, ως Ποιμήν ο Καλός του αμπελώνος Χριστού.
Αυτού το πρότυπον έχων εν νώ, ηκολούθησε πιστώς τα παραγγέλματά του, μηδόλως παρεκκλίνας των Θείων Αυτού εντολών.
Διό ως Πνευματικός Πατήρ έσωσε χιλιάδας ψυχών,οδηγήσας αυτάς πρός την αλήθειαν και το φώς του Σωτήρος Χριστού. Υπήρξεν αληθώς πρότυπον ευσεβείας και αγιότητος, τελειοποιηθείς εν πάσαις ταις χριστιανικαίς αρεταίς.
΄Ακακος και πράος, εξέπληττε πάντας η άκρα αυτού αγαθότης. Εφέρετο ως μικρόν παιδίον,με μειλιχιότητα και προσήνειαν, βαθείαν ταπείνωσιν και απέραντον αγάπην και συμπάθειαν.
Πρός τους αμαρτήσαντας ιδία εξεδηλούτο περισσότερον η καλωσύνη του. Με αυτήν προσείλκυε τους βαρέως αμαρτήσαντας εις μετάνοιαν. Ουδέποτε εφείσθη κόπων προκειμένου ν΄αναγεννήση και σώση ψυχάς.
Η αφιλοχρηματία του θα παραμείνη μνημειώδης. Η ελεημοσύνη του,η πολλή του ευσπλαχνία πρός τους πάσχοντας και τους πτωχούς ήτο λίαν παραδειγματική. Πρίν εισέλθη εις τας τάξεις του ιερού Κλήρου διένειμε τα αγαθά της περιουσίας του μεριδίου αυτού εις τους πτωχούς.
Ηγάπησε κατ΄εξοχήν τα σκηνώματα του Κυρίου, αναδειχθείς ως άριστος λειτιυργός της Εκκλησίας, μύστης της Χάριτος του Θεού. Τον βίον αυτού διήνυσεν εν μακρά προσευχή.
Δι αυτής κατώρθωνε να διδάσκη και να σώζη ψυχάς, να φρονιματίζη και νουθετή, να εμπνέη και εξαυλώνη πιστούς, να συνεγείρη τους ανθρώπους εις την αληθινήν πνευματικήν λατρείαν του Θεού.
Ημέραν και νύκτα προσηύχετο,τελών διαρκή άσκησιν και εγρήγορσιν. 'Αλλοτε με τας παρατεταμένας και κατανυκτικάς αυτού λειτουργίας και άλλοτε με τας ιεράς παννυχίδας ηρέσκετο η ψυχή αυτού να λατρεύη τον Θεόν.
Οι πάντες συνέρρεον πτος τον καλοκάγαθον τούτον Πατέρα, ίνα αποθέσουσιν το βάρος των ψυχών αυτών, να ζητήσουν δι αυτού το έλεος και την βοήθειαν του Θεού. Και τα μικρά παιδία ησθάνοντο την πολλήν του χάριν, τον έβλεπον ως επίγειον ΄Αγγελον.
Αι πτοσευχαί του εισακουόντο,είχεν πολλήν ενώπιον Θεού παρρησίαν. Εις τους κοπιώντας και πεφορτισμένους της παρούσης ζωής ήτο βακτηρία, εις τους παραπεσόντας τη αμαρτία η ανάνηψις, εις τους ασθενούντας η ανακούφισις και ιάσις, εις τους ενδεείς η συναντίληψις, εις τεθλιμμένους η παρηγορία και ενθάρρυνσις, εις τους προσευχομένους αληθής μεσίτης της χάριτος του Θεού.
Η όλη του παρουσία, η βιβλική αγία μορφή του, το σεμνόν του παράστημα, το βαδισμά του, οι λόγοι και οι τρόποι του, η λιτότης και η πολλή του εγκράτεια, η διαρκής αυτού άσκησις και νηστεία ενεπίουν βαθείαν εις πάντας εντύπωσιν, οίτινες εξεδήλωνον παντοιοτρόπως προς αυτόν τον βαθύτατον αυτών σεβασμόν, τιμήν και ευλάβειαν.
Τα θαυμάσια έργα της Χάριτος του Θεού, άτινα εποίει πρός δόξαν Θεού κατέστησαν αυτόν επιφανή Πατέρα εν τη στρατευομένη του Χριστού Εκκλησία.
Πολυσέβαστέ μοι Πνευματικέ Πάτερ,
Ιδού ημείς τα πνευματικά σου τέκνα αποθέτομεν μετ΄ευλαβείας πολλής το σεπτόν σκήνωμά σου επι τον τάφον, εν ω συνάμα σε παρακαλούμεν, μη παύσης δεόμενος υπέρ πάντων ημών τω Αγίω Θεώ.
Με το βαθύ συναίσθημα της προς σε ευγνωμοσύνης μας, υποσχόμεθα να διαφυλάξωμεν εις τα μύχια της καρδίας μας όλα όσα η αγία και ευσεβής ψυχή σου εδίδαξεν ημας.
Θα τηρήσωμεν τας σοφάς πατρικάς σου υποθήκας, υπέρ παν δε άλλο το εξαίρετον παράδειγμα της εναρέτου πολιτείας σου, της ακραδάντου πίστεως και ευσεβείας σου, δι ων εδικαιώθης παρά του Θεού και κατέστη μακαριστή η ψυχή σου. Εύχου και υπέρ ημών, των ταπεινών δούλων του Θεού ν΄αξιωθώμεν της επουρανίου βασιλείας.
Η μνήμη σου θα παραμείνη αιωνία.".
Στις 29 Αυγούστου τού 1992 τα ιερώτατα και θαυματουργά λείψανα τού Αγίου Νικολάου τού Πλανά τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα, πού σήμερα βρίσκεται στο δεξιό κλίτος τού Ναού.
Η Αγία μας Εκκλησία τον ανακήρυξε και επισήμως ως άγιο κατά την 135η Συνοδική Περίοδο (1991 - 1992) τού Πανσέπτου Οικουμενικού Πατριαρχείου, έπειτα από εισήγηση τού μακαριστού Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου, ο οποίος συνέθεσε και την ιερά Ακολουθία του Αγίου, και με φροντίδα τού μακαριστού Μητροπολίτου Παροναξίας Αμβροσίου.
Η μνήμη του τιμάται κατά την καθιερωμένη πανήγυρη της 2ας Μαρτίου. Εάν η ημέρα της εορτής συμπίπτει κατά την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, τότε η μνήμη του εορτάζεται κατά την επόμενη Κυριακή.
Ωσαύτως στη Νάξο εορτάζει την πρώτη Κυριακή τού Σεπτεμβρίου, ενώ στην Πάρο την τρίτη Κυριακή τού Σεπτεμβρίου, κατά την καθιερωθείσα προσφάτως Σύναξη των Πέντε Αγίων της Ι. Μ. Παροναξίας. "
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΛΑΝΑ
Ποίημα Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου
Ηχος α΄
"Τάς του πλάνου παγίδας εκφυγών, ιερώτατε, απλανώς επορεύθης διά βίου, πατήρ ημών, Νικόλαε αοίδιμε Πλανά, ουράνια χαρίσματα λαβών, αγρυπνίαις και νηστείαις, ιερουργών οσίως τω Κυρίω σου. Όνπερ καθικετεύων εκτενώς, Νάξιον ιεράτευμα,πρέσβευε δωρηθήναι καί ημίν το μέγα έλεος."

*Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος Ι.Μητροπόλεως Ν.Ιωνίας και Φιλαδελφείας
epitafios omilia 2
epitafios omilia 2
epitafios omilia 2
epitafios omilia 2
epitafios omilia 2