Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Εισήγηση με θέμα: "Το διαθρησκειακό άνοιγμα της Ορθοδοξίας στη θεματολογία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου"




Εισήγηση με θέμα:
ΗΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ»
Μεγάλη  προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες.
 
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΤΟ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΤΗ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ».
 
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Διευθυντού τοῦ Γραφείου Αἱρέσεων καί Παραθρησκειῶν
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
 
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι ἀρχιερεῖς, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, ἀγαπητοί Σύνεδροι, σεβαστοί Πατέρες, κυρίες καί κύριοι.
Κατ’ ἀρχήν θά ἤθελα νά ἐκφράσω καί ἐγώ τίς εὐχαριστίες μου πρός τήν ἐπιστημονική ἐπιτροπή τοῦ Συνεδρίου γιά τήν τιμή τῆς ἀναθέσεως τῆς παρούσης ὁμιλίας. Τό θέμα μου ἔχει τίτλο: «Τό διαθρησκειακό ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδοξίας στή θεματολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου». 
Τό πνεῦμα τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ, πού ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά κυριώτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μιᾶς φοβερῆς αἱρέσεως πού κυριάρχησε σ’ ὁλόκληρο τόν 20ο αἰώνα, δέν περιορίστηκε μόνο σέ διαχριστιανικό ἐπίπεδο, ἀλλά σύντομα ἐπεκτάθηκε, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, καί σέ διαθρησκειακό. Τό πρῶτο ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδοξίας πρός τίς ἄλλες χριστιανικές αἱρέσεις, ἐπακολούθησε ἕνα δεύτερο ἄνοιγμα πρός τίς ἄλλες θρησκεῖες. Τό διαθρησκειακό αὐτό ἄνοιγμα πού ἐπιδιώχθηκε μέ διμερεῖς καί πολυμερεῖς Διαθρησκειακές Συναντήσεις, Διαλόγους και Συνέδρια, ἀποτελεῖ ἕναν ἀπό τούς οὐσιωδέστερους στόχους τοῦ Διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ δέ προσπάθεια θεσμικῆς κατοχυρώσεως καί συνοδικῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἐν λόγω Συναντήσεων καί Διαλόγων συνεχίζει νά παραμένει μέχρι σήμερα μία ἀπό τίς κυριώτερες ἐπιδιώξεις τῆς μελλούσης νά συνέλθει «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου». Κατ’ ἀρχήν τό θέμα αὐτό εἶναι τεράστιο καί φυσικά δέν εἶναι δυνατόν νά τό ἐξαντλήσουμε στά πλαίσια μιάς ομιλίας. Θά προσπαθήσουμε ἁπλῶς νά σκιαγραφήσουμε πολύ συνοπτικά καί σέ γενικές γραμμές ὁρισμένες πλευρές του. Καί πιό συγκεκριμένα κατ’ ἀρχήν θά καταδείξουμε, ποῦ καί πῶς ἐντάσσονται οἱ Διαθρησκειακοί Διάλογοι στή θεματολογία τῆς ἐν λόγω Συνόδου, διότι αὐτό δέν καθίσταται ἀντιληπτό μέ μιά ἁπλή ἀνάγνωση τῶν θεμάτων. Στή συνέχεια θά ἀναφερθοῦμε ἐν ὀλίγοις στό ξεκίνημά τους, στήν μέχρι σήμερα ἱστορική τους πορεία, στή μεθοδολογία, στήν στοχοθεσία, στή σχέση τους μέ τό πανθρησκειακό ὅραμα τῆς Νεᾶς Ἐποχῆς καί τέλος πῶς ἡ οἰκουμενιστική «θεολογία», πού ἀναπτύχθηκε μέσα στά πλαίσια τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων κρίνεται ὑπό τό φῶς τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας καί τῆς Πατερικῆς μας Παράδοσης.
   
Οἱ Διαθρησκειακοί Διαλόγοι στήν θεματολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου
 
Ὅπως εἶναι γνωστό ἡ Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη πού συνῆλθε στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης τό 1976, προχώρησε στήν ἀναθεώρηση τοῦ καταλόγου τῶν θεμάτων τῆς Α΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως, πού συνῆλθε στή Ρόδο τό 1961. Ἀπό τά θέματα τῆς Διασκέψεως τῆς Ρόδου ἐπέλεξε μόνο δέκα, διά νά ἀποτελέσουν τήν θεματολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Ἕνα ἀπό αὐτά, τό τελευταῖο κατά σειρά, ἀναφέρεται μ’ ἕνα συγκεκαλυμμένο τρόπο στό Διαθρησκειακό ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὑπό τήν ἑξῆς διατύπωση: «Συμβολή τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τήν ἐπικράτησιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν της εἰρήνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης μεταξύ των λαῶν καί ἄρσιν τῶν φυλετικῶν διακρίσεων».1 Στό θέμα αὐτό δέν γίνεται βέβαια σαφής καί ρητή ἀναφορά στούς Διαθρησκειακούς Διαλόγους, ὡστόσο στό ἀνακοινωθέν πού ἐξέδωσε ἡ Α΄ Προσυνοδική, ὅπου γίνεται λόγος καί  στό τελευταῖο αὐτό θέμα, διασαφίζεται πλέον ξεκάθαρα μέ ποιόν τρόπο θεωροῦν τά μέλη τῆς Διασκέψεως ὅτι μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐν λόγω «συμβολή». Ἡ Διάσκεψη διακηρύσσει ἐπί λέξει τά ἑξῆς: «Ἡ Διάσκεψις ἐκφράζουσα τήν ἐπιθυμίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά συμβάλη εἰς τήν διαθρησκειακήν συννενόησιν καί συνεργασίαν, δι’ αὐτῆς δέ εἰς τήν ἀπάλειψιν τοῦ φανατισμοῦ ἀπό πάσης πλευρᾶς καί τοιουτοτρόπως, εἰς τήν συμφιλίωσιν τῶν λαῶν καί ἐπικράτησιν τῶν ἰδεωδῶν της ἐλευθερίας καί τῆς εἰρήνης εἰς τόν κόσμον πρός ἐξυπηρέτησιν τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ἀνεξαρτήτως φυλῆς καί θρησκεύματος ἀπεφάσισεν ὅπως ἡ Ὀρθοδόξος Ἐκκλησία συνεργασθῆ πρός τοῦτο μετά τῶν ἄλλων ἐκτός του χριστιανισμοῦ θρησκευμάτων». 2 Μ’ ἄλλα λόγια ἡ Διάσκεψη πιστεύει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μπορεῖ καί ὀφείλει νά συμβάλει στήν ἐπικράτηση τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν της εἰρήνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης μεταξύ των λαῶν διά μέσου της διαθρησκειακῆς συνεννοήσεως καί συνεργασίας, ἡ ὁποία βέβαια ἐπιτυγχάνεται κυρίως μέσω τῶν Διαθρησκειακῶν Συναντήσεων καί Διάλογων. Τό ἐν λόγω θέμα ἔτυχε περαιτέρω μελέτης καί ἐπεξεργασίας κατά τήν Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη πού συνῆλθε στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης τό Νοέμβριο τοῦ 1986, ἐπί τῇ βάσει σχεδίου κειμένου πού καταρτίσθηκε τόν Φεβρουάριο τοῦ 1986, ἀπό Διορθόδοξο Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή. Στήν Γ΄ Προσυνοδική ἔγινε μιά προσπάθεια θεολογικῆς θεμελιώσεως καί κατοχυρώσεως τῶν Διαθρησκειακῶν σχέσεων καί Διαλόγων ἐπί οἰκουμενιστικῶν βάσεων. Πιό συγκεκριμένα οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου προσπάθησαν νά δικαιολογήσουν τήν διαχριστιανική καί διαθρησκειακή συνεργασία πάνω στίς βάσεις τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τῆς ἀξίας τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας καί στήν ἀναγωγή τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους στό ἀρχέτυπο ζεῦγος τῆς θείας δημιουργίας. Ἐπικαλέστηκαν ἀκόμη ὁρισμένα βιβλικά χωρία πού ἀναφέρονται στίς παρά πάνω θεολογικές βάσεις καί στήν ἐν Χριστῷ εἰρήνη.3 Πρός ἐπίρρωσιν τῶν θέσεών τους ἐπικαλέστηκαν ἀκόμη καί ὁρισμένα πατερικά χωρία ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο4, τον Μέγα Βασίλειο5, τόν ἅγιο Ἰππόλυτο6, τόν ἅγιο Διονύσιο τον Ἀρεοπαγίτη7, τον Κλήμη τον Ἀλεξανδρέα8, κ.α. Ἀργότερα στήν Ε΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη, πού ἔγινε καί αὐτή στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2015, διαμορφώθηκε τό τελικό προσυνοδικό κείμενο, τό ὁποῖο παρεπέμφθη πρός ἔγκριση στήν μέλλουσα νά συνέλθη  Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, μ’ ἕνα γενικότερο τίτλο ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνω κόσμω. Ἡ Συμβολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τήν ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης μεταξύ των λαῶν καί ἄρσιν τῶν φυλετικῶν και λοιπῶν διακρίσεων». Στό ἐν λόγω κείμενο, (Α΄ κεφ. §5), διασαφίζεται, πῶς νοεῖται καί πῶς βλέπουν οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου, ὅτι μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ  αὐτή ἡ «συμβολή» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας: «Αἰ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καλοῦνται νά συμβάλλουν εἰς τήν διαθρησκειακήν συνεννόησιν καί συνεργασίαν, δι’ αὐτῆς δέ εἰς τήν ἀπάλειψιν τοῦ φανατισμοῦ ἀπό πάσης πλευρᾶς καί τοιουτοτρόπως εἰς τήν συμφιλίωσιν τῶν λαῶν καί ἐπικράτησιν τῆς ἐλευθερίας καί τῆς εἰρήνης εἰς τόν κόσμον πρός ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἀνθρώπου, ἀνεξαρτήτως φυλῆς καί θρησκεύματος». Βλέπουμε δηλαδή ὅτι στό κείμενο τῆς Ε΄ Προσυνοδικῆς οὐσιαστικά ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἴδια ἰδεολογία καί ἡ ἴδια ἀντίληψη σχετικά μέ τήν ἀποστολή καί τό χρέος «τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά συμβάλη εἰς τήν διαθρησκειακήν συννενόησιν καί συνεργασίαν ......μετά τῶν ἄλλων ἐκτός του χριστιανισμοῦ θρησκευμάτων», προφανῶς μέσω τῶν Διαθρησκειακῶν σχέσεων καί Διαλόγων9.
 
Ἱστορική πορεία
 
Τίς ἀπαρχές τοῦ ἀνοίγματος τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας πρός τίς ἄλλες θρησκεῖες θά πρέπει νά ἀναζητήσουμε στήν Α΄ Πανορθόδοξο Διάσκεψη τῆς Ρόδου τό 1961. Ἡ ἐν λόγω Διάσκεψη κατάρτισε ἕνα εὐρύ κατάλογο θεμάτων, ὅπου γιά πρώτη φορά, σ’ ἕνα ἀπό αὐτά γίνεται λόγος περί συμβολῆς «τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τήν ἐπικράτησιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν της εἰρήνης, τῆς ἐλευθερίας τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης μεταξύ των λαῶν».10  Ἕνα χρόνο ἀργότερα ἐπακολουθεῖ τό πρῶτο ἐπίσημο ἄνοιγμα τοῦ Παπισμοῦ πρός τίς ἄλλες θρησκεῖες κατά τήν Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο, (1962-1965), μέ τήν γνωστή Συνοδική Ἐγκύκλιο Nostra Aetate, ὅπου διακηρύσσεται: «Μέ ἐκτίμηση ἀτενίζει ἡ Ἐκκλησία καί τούς Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι λατρεύουν τόν ἕνα καί μοναδικό Θεό τόν ζῶντα… τόν εὔσπλαγχνο καί παντοδύναμο, τόν δημιουργό οὐρανοῦ καί γῆς, πού μίλησε στούς ἀνθρώπους».11 Προσκαλεῖ δέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς πιστούς νά δώσουν μαρτυρία τῆς χριστιανικῆς πίστης καί ζωῆς μέ σύνεση καί ἀγάπη, μέ διάλογο καί συνεργασία μέ τούς ὀπαδούς τῶν ἄλλων θρησκειῶν, ἀναγνωρίζοντας, διατηρώντας καί προωθώντας τά πνευματικά καί ἠθικά στοιχεῖα, καθώς καί τίς ἀξίες, πού ὑπάρχουν στήν κοινωνία καί τόν πολιτισμό τους. Πρός τόν σκοπό αὐτό μάλιστα διοργάνωσε σέ πρώτη φάση τρεῖς Διαθρησκειακές Συναντήσεις στήν Ἀσσίζη (1986, 1994 καί 2002) καί μία Διαθρηκειακή Συνέλευση στή Ρώμη (Βατικανό, Ὀκτώβριος 1999), μέ ἐκπροσώπους ὅλων των θρησκειῶν.12
Τό παράδειγμα τοῦ Βατικανοῦ ἀκολούθησε στή συνέχεια καί ὁ Προτεσταντισμός, ὁ ὁποῖος διά τοῦ Π.Σ.Ε., ἵδρυσε τό 1971 τό τμῆμα διαλόγου μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες καί πραγματοποίησε σειρά Διαθρησκειακῶν Συναντήσεων καί Συνεδρίων κυρίως μεταξύ χριστιανῶν καί μουσουλμάνων, ἀνταποκρινόμενο στά αἰτήματα πολλῶν προτεσταντικῶν ὁμολογιῶν.13   Στό ἴδιο πνεῦμα κινήθηκε καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τῶν ἀποφάσεων τῆς Β΄ Βατικανῆς καί τοῦ Π.Σ.Ε. ἀπεφάσισε κατά τίς Α΄ καί Γ΄ Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διάσκεψεις, νά προωθήσει ἔτι περαιτέρω τίς διαθρησκειακές σχέσεις. Εἰδικότερα ἡ Γ΄ Προσυνοδική, μετά ἀπό διεξοδική μελέτη, συνέταξε  ἕνα κείμενο, τό ὁποῖο παρέπεμψε  πρός ἔγκριση στήν μέλλουσα νά συνέλθει Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ἐνῶ παράλληλα ἤδη ἀπό τό 1977 ἄρχισαν οἱ πρῶτες ἐπαφές μέ τόν Ἰουδαϊσμό, ὑπό τήν μορφή τῶν Ἀκαδημαϊκῶν Διασκέψεων. Καί ἐνῶ θά ἔπρεπε οἱ προσυνοδικές αὐτές ἀποφάσεις, (τῆς  Α΄ καί Γ΄ Προσυνοδικῆς), νά μήν τεθοῦν σέ ἐφαρμογή, ἀλλά νά περιμένουν τήν τελική ἔγκριση, ἤ ἀπόρριψή τους ἀπό τήν μέλλουσα νά συνέλθη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ὅπως ἐπιβάλλει ἡ συνοδική δεοντολογία καί Κανονική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ἀποφάσεις αὐτές, ὅλως παραδόξως ἐφαρμόσθηκαν στήν πράξη, ὡσάν νά εἶχε ἤδη πραγματοποιηθεῖ ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος καί ὡσάν νά εἶχε ἤδη ἐγκρίνει τίς ἐν λόγω προσυνοδικές ἀποφάσεις. Τέτοιου εἴδους ὅμως μεθοδεύσεις, τῶν πρωτεργατῶν τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων, μόνον ὡς ἐμπαιγμός τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ θά μποροῦσαν νά χαρακτηριστοῦν. Πέραν τούτου οἱ ἐν λόγω προσυνοδικές ἀποφάσεις δέν ἐτέθησαν, ὅπως θά ἔπρεπε βέβαια, ὑπό τήν μελέτη καί τόν συνοδικό ἔλεγχο τῶν Ἱερῶν Συνόδων τῶν κατά τόπους Πατριαρχείων καί Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἐάν καί κατά πόσον τέτοιου εἴδους ἀποφάσεις εἶναι σύμφωνες μέ τήν πίστη καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως σέ καμιά περίπτωση δέν μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὅτι ἐκφράζουν τήν ἐπίσημη θέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 
Μέ βάση τίς πραναφερθεῖσες Προσυνοδικές Διασκέψεις τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διοργάνωσε ἀφ’ ἑνός μέν διμερεῖς Ἀκαδημαϊκές Διασκέψεις μέ τόν Ἰουδαϊσμό καί τό Ἰσλάμ καί ἀφ’ ἑτέρου Διαθρησκειακᾶ Συνέδρια καί Συναντήσεις ἡγετῶν καί ἐκπροσώπων τῶν τριῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν. 
Μέ τόν Ἰουδαϊσμό, ὕστερα ἀπό μιά προκαταρκτική συνάντηση ἐκπροσώπων τῶν δύο θρησκειῶν πού ἔγινε στή Γενεύη τό 1976, πραγματοποιήθηκαν ἀπό τό 1977 μέχρι τό 2003 πέντε Ἀκαδημαϊκές Διασκέψεις. Ἡ πρώτη ἔλαβε χώρα στή Λουκέρνη (16-18 Μαρτίου 1977) μέ θέμα «Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου στήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη», ἡ δεύτερη στό Βουκουρέστι,  (29-31 Ὀκτωβρίου 1979), μέ θέμα «Παράδοση καί Κοινότητα στόν Ἰουδαϊσμό καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», ἡ τρίτη στήν Ἀθήνα, (21-24 Μαρτίου 1993), μέ θέμα «Συνέχεια καί ἀνανέωση», ἡ τέταρτη στή Μααλέχ Χασαμίσα τῆς Ἱερουσαλήμ, (13-16 Δεκεμβρίου 1998), μέ θέμα «Ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ σύγχρονου κόσμου ἀπό τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἰουδαϊσμό» καί ἡ πέμπτη στή Θεσσαλονίκη, (27-29 Μαΐου 2003), μέ θέμα «Ἡ πιστότητα στίς πηγές: κοινή δέσμευση γιά τήν εἰρήνη καί τή δικαιοσύνη».
Πολύ περισσότερες καί τακτικότερες ὑπῆρξαν οἱ Ἀκαδημαϊκές Διασκέψεις μέ τό Ἰσλάμ, χάρις στή συνεργασία τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό Σαμπεζύ μέ τή Βασιλική Ἀκαδημία τῆς Ἰορδανίας, (Ἀμμάν), γιά τήν ἔρευνα τοῦ ἰσλαμικοῦ πολιτισμοῦ, (Al-Albait Foundation), μέ τήν ἔνθερμη μάλιστα ὑποστήριξη τοῦ πρίγκιπα – διαδόχου της Ἰορδανίας Χασᾶν. Μετά ἀπό δύο προπαρασκευαστικές Συναντήσεις πού ἔγιναν, ἡ πρώτη στό Windsor τῆς Ἀγγλίας (1984) καί ἡ δεύτερη στό Ἀμμάν τῆς Ἰορδανίας (1985), πραγματοποιήθηκαν ἀπό τό 1984 μέχρι τό 2002 δέκα Διασκέψεις. Ἡ πρώτη ἔλαβε χώρα στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης (16-20 Νοεμβρίου 1986) μέ θέμα «Αὐθεντία καί θρησκεία», ἡ δεύτερη στό Ἀμμάν τῆς Ἰορδανίας, (20-25 Νοεμβρίου 1987), μέ θέμα «Πρότυπα ἱστορικῆς συνυπάρξεως μουσουλμάνων καί χριστιανῶν καί μελλοντικές προοπτικές», ἡ τρίτη στό Σαμπεζύ, (12-15 Δεκεμβρίου 1988), μέ θέμα «Εἰρήνη καί δικαιοσύνη», ἡ τέταρτη στήν Κων/πόλη (10-14 Σεπτεμβρίου 1989) μέ θέμα «Ὁ θρησκευτικός πλουραλισμός καί τά ὅριά του», ἡ πέμπτη στό Ἀμμᾶν, (26-28 Ἰουλίου 1993), μέ θέμα «Οἱ νέοι καί οἱ ἀξίες τῆς μετριοπάθειας», ἡ ἕκτη στήν Ἀθήνα, (8-10 Σεπτεμβρίου 1994), μέ θέμα «Παιδεία γιά κατανόηση καί συνεργασία», ἡ ἕβδομη στό Ἀμμάν, (3-5 Ἰουνίου 1996), μέ θέμα «Τό ἐκπαιδευτικό σύστημα στό Ἰσλάμ καί τόν Χριστιανισμό», ἡ ὄγδοη στήν Κων/πόλη, (3-5 Ἰουνίου 1997), μέ θέμα «Προοπτικές συνεργασίας καί συμμετοχῆς μεταξύ χριστιανῶν καί μουσουλμάνων ἐνώπιόν τῆς τρίτης χιλιετίας», ἡ ἔνατη στό Ἀμμάν, (10-12 Νοεμβρίου 1998), μέ θέμα «Μουσουλμάνοι καί Χριστιανοί στή σύγχρονη κοινωνία. Ἡ εἰκόνα τοῦ ἄλλου καί τό νόημα τῆς ἰσοπολιτείας» καί ἡ δέκατη στό Μπαχρέϊν, (28-30 Ὀκτωβρίου 2002), μέ θέμα «Ὁ ρόλος τῆς θρησκείας γιά τήν εἰρηνική συνύπαρξη στή σύγχρονη κοινωνία».14
Μετά τό τρομοκρατικό χτύπημα τῶν διδύμων πύργων τῆς Νέας Ὑόρκης στίς 11 Σεπτεμβρίου 2001, παρατηρεῖται μία ἔξαρση τῶν Διαθρησκειακῶν Συναντήσεων. Οἱ συναντήσεις αὐτές προωθήθηκαν τώρα καί ἀπό ἰσχυρούς πολιτικούς παράγοντες μέ σκοπό τήν καταστολή τοῦ ἰσλαμικοῦ φανατισμοῦ, τήν πάταξη τῆς διεθνοῦς τρομοκρατίας καί τήν προώθηση τῆς παγκόσμιας εἰρήνης. Μέσα στά πλαίσια αὐτά καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπιστρατεύτηκε σέ μιά «σταυροφορία» κατά τῆς τρομοκρατίας, θεωρήθηκε πολιτιστικό μέγεθος καί οἱ ἐκκλησιαστικοί μας ἡγέτες ἐκλήθηκαν νά ὑπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες καί ἐγκόσμιους ρόλους. Ἀπό τίς Συναντήσεις αὐτές ἀναφέρουμε ἐνδεικτικά τίς τρεῖς σπουδαιότερες πού εἶχαν καί διεθνῆ ἀπήχηση: Ἡ Α΄ Διαθρησκειακή Συνάντηση πραγματοποιήθηκε ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης στίς Βρυξέλλες (19-20 Δεκεμβρίου 2001) μέ θέμα «Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ κόσμω».Ἡ Β΄ Διαθρησκειακή Συνάντηση ἔλαβε χώρα στή Θεσσαλονίκη, (29-30 Μαΐου 2003), ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί σέ συνεργασία μέ τό ἑλληνικό Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ μέσα στό πλαίσιο τῶν δραστηριοτήτων τῆς Ἑλληνικῆς Προεδρίας τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, μέ θέμα «Ὁ διαθρησκειακός διάλογος ὡς προϋπόθεση τοῦ πολιτισμοῦ τῶν πολιτισμῶν». Ἡ Γ΄ Διαθρησκειακή Συνάντηση πραγματοποιήθηκε ἐξ ἀφορμῆς τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων τῆς Ἀθήνας στό Μαρούσι, (10-11 Αὐγούστου 2004), μέ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου καί τοῦ Ὀλυμπιακοῦ Δήμου Ἁμαρουσίου, μέ θέμα «Θρησκεία, εἰρήνη καί ὀλυμπιακό ἰδεῶδες».15
Ὁ πόλεμος στή Συρία καί οἱ σφαγές ἀθώων χριστιανῶν ἀπό τούς φανατικούς μουσουλμάνους, πού συνεχίζονται μέχρι σήμερα, ἔδωσε ἀφορμή γιά νέα ἔξαρση τῶν Διαθρησκειακῶν Συναντήσεων. Ἀναφέρουμε μόνο μερικές ἐνδεικτικά: Τήν Διαθρησκειακή Συνάντηση μεταξύ Ἰουδαϊσμοῦ καί Ὀρθοδοξίας πού πραγματοποιήθηκε στίς 4–6 Ἰουνίου 2013 στή Θεσσαλονίκη μέ θέμα «Τό πνευματικό καί φυσικό περιβάλλον: σεβασμός πρός τόν κόσμο, σεβασμός πρός ἀλλήλους». Τό Διεθνές Διεπιστημονικό Συνέδριο πού πραγματοποιήθηκε  ἐπίσης στή Θεσσαλονίκη στίς 27 Ἀπριλίου 2015, μέ θέμα: «Θρησκεία καί Βία». Τό πέμπτο Συνέδριο τῶν παγκοσμίων καί παραδοσιακῶν θρησκευμάτων, πού πραγματοποιήθηκε στήν Ἀστάνα τοῦ Καζακστᾶν στίς 10-11 Ἰουνίου 2015 μέ θέμα: «Ὁ διάλογος τῶν θρησκευτικῶν ἡγετῶν καί τῶν πολιτικῶν γιά τήν κυριαρχία τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀνάπτυξης». Τό Διαθρησκειακό Συνέδριο πού πραγματοποιήθηκε στήν Ἀθήνα στίς 3 Σεπτεμβρίου 2015 ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ «Διεθνοῦς Κέντρου “Βασιλιάς Ἀμπντάλα” γιά τόν Διαθρησκειακό καί Διαπολιτισμικό Διάλογο» μέ θέμα «Ἑνωμένοι, χριστιανοί καί μουσουλμάνοι, ἐνάντια στή βία στό ὄνομα τῆς Θρησκείας». Καί τέλος τό Διαθρησκειακό Συνέδριο πού ἔλαβε χώρα στήν Ἀθήνα ἀπό 18 ἕως 20 Ὀκτωβρίου 2015 μέ θέμα: «Θρησκευτικός καί Πολιτιστικός Πλουραλισμός καί Εἰρηνική Συνύπαρξη στή Μέση Ἀνατολή».
 
Βασικές δογματικές παραδοχές.
Σχέση τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων μέ τήν Νέα Ἐποχή.
 
Σ’ ὅλα τα παρά πάνω συνέδρια καί συναντήσεις κυριάρχησαν κατ’ ἀρχήν δύο βασικές ἀντιλήψεις, οἱ ὁποῖες σύν τῷ χρόνω κατέστησαν βασικές καί θεμελιώδεις δογματικές ἀρχές: α) Ἡ ἀρχή τοῦ δογματικοῦ πλουραλισμοῦ, καί β) Ἡ ἀρχή τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ. Μέ τήν πρώτη υἱοθετεῖται καί νομιμοποιεῖται ἡ συνύπαρξη διαφορετικῶν δογμάτων καί πίστεων. Σύμφωνα μ’ αὐτήν καμία θρησκεία δέν ἔχει ὁλόκληρη τήν ἀλήθεια. Ὅλες οἱ θρησκεῖες, (μαζί καί ἡ Ὀρθοδοξία), ἔχουν μέρος μόνον τῆς ἀληθείας. Ὁπότε ὅλες θά πρέπει νά συνεισφέρουν τό μερίδιό τους, ὥστε ἡ κάθε μία νά ἐμπλουτίσει τίς ἄλλες καί νά ἐμπλουτιστεῖ ἀπό αὐτές. Μέ τήν δεύτερη ἀρχή ἐλαχιστοποιοῦνται καί ἀμβλύνονται οἱ μεταξύ των θρησκειῶν δογματικές διαφορές, ἐνῶ καταβάλλεται προσπάθεια νά προβληθοῦν οἱ δῆθεν ὁμοιότητες καί τά μεταξύ αὐτῶν κοινά στοιχεῖα, ὥστε νά μή μείνουν περιθώρια στήν Ὀρθοδοξία νά διεκδικεῖ τήν ἀποκλειστικότητα καί τήν μοναδικότητα τῆς σωτηρίας. Διακηρύχθηκε μάλιστα ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι παρόν καί ἐνεργεῖ κατά παρόμοιο τρόπο σ’ ὅλες τίς θρησκεῖες. Ἁπλῶς ἐκφράζεται μέ διαφορετικά ὀνόματα. Στόν Ἰουδαϊσμό ὡς Σεχινά, στόν Χριστιανισμό ὡς Ἅγιο Πνεῦμα, στόν Ἰνδουϊσμό ὡς Ἄτμαν, ἐνῶ στόν Μουσουλμανισμό ὡς Ρουάχ.16
Κυριάρχησε ἐπίσης στίς συναντήσεις αὐτές τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ Οὐμανισμοῦ. Οἱ στόχοι καί ἡ μεθοδολογία τῶν διαλόγων σφραγίστηκαν μ’ ἕνα ἔντονο ἐγκοσμιοκρατικό χαρακτήρα καί προσανατολισμό. Μέσα στό πνεῦμα αὐτό καλλιεργήθηκε ἡ ἰδέα ὅτι ἡ προσέγγιση καί ὁ διάλογος μέ τίς ἄλλες  θρησκεῖες, ἀποτελεῖ μία ἀναγκαιότητα προκειμένου ἔτσι νά συστρατευθοῦν ἀπό κοινοῦ σέ μιά κοινή μαρτυρία γιά τό καλό τοῦ κόσμου. Γιά νά καταπολεμήσουν, ὅπως ἰσχυρίζονται, τά ποικίλα κοινωνικά προβλήματα πού μαστίζουν τήν ἀνθρωπότητα, ὅπως  ὁ πόλεμος, ἡ μόλυνση τοῦ περιβάλλοντος, ἡ φτώχεια, ἡ ἀνεργία ὁ θρησκευτικός φανατισμός, ἡ τρομοκρατία κ.λ.π. Γιά νά προωθήσουν τήν παγκόσμια εἰρήνη, τήν εἰρηνική συνύπαρξη καί συνεργασία  τῶν θρησκειῶν στίς σύγχρονες πολυθρησκευτικές κοινωνίες, τήν δικαιοσύνη, τήν ἐλευθερία καί τήν ἀδελφοσύνη μεταξύ των λαῶν. Πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ καὶ πρὸς ἐπίτευξη τῶν παρὰ πάνω στόχων υἱοθετήθηκαν οἱ διαθρησκειακὲς συμπροσευχές, οἱ ὁποῖες ὅμως ρητὰ ἀπαγορεύονται ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες. Ἂς σημειωθεῖ ἐν προκειμένω ὅτι στὸ Κείμενο τῆς Ε΄ Προσυνοδικῆς πουθενὰ δὲν γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀνάγκη ἀπαγορεύσεως τῶν συμπροσευχῶν, πράγμα ποὺ δείχνει ὅτι ἔστω καὶ σιωπηρῶς ἐγκρίνονται καὶ προωθοῦνται.
Οἱ μέχρι τώρα γενόμενοι Διάλογοι ὅπως ἀπέδειξαν τὰ πράγματα ὑπηρέτησαν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπηρετοῦν καὶ νὰ προωθοῦν τά σκοτεινά σχέδια  τῆς Νέας Ἐποχῆς, τήν ὁμογενοποίηση ὅλων των θρησκειῶν, προκειμένου ἔτσι νά οἰκοδομηθεῖ τό νέο θρησκευτικό μοντέλο τῆς πανθρησκείας τοῦ Ἀντιχρίστου.Ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ πρῶτος καί κύριος σκοπός τῆς Νέας Ἐποχῆς εἶναι ἡ δημιουργία τῶν καταλλήλων προϋποθέσεων γιά τήν οἰκοδόμηση μιᾶς Νέας Τάξεως Πραγμάτων, δηλαδή ἡ ἐνοποίηση τῆς ἀνθρωπότητος, πολιτική, οἰκονομική, πολιτισμική καί θρησκευτική καί ἡ ἐπίτευξη μιᾶς παγκόσμιας κυβερνήσεως ὑπό τήν ἡγεσία ἑνός νέου Μεσσία, ὁ ὁποῖος θά εἶναι ταυτόχρονα πολιτικός ἡγέτης καί θρησκευτικός, τῆς νέας παγκόσμιας θρησκείας πού θά προέλθει ἀπό τήν ὁμογενοποίηση καί τόν συγκερασμό ὅλων των θρησκειῶν τοῦ κόσμου. Αὐτήν ὅμως τήν ἰδέα τῆς συγκρητιστικοῦ τύπου ὁμογενοποιήσεως τῆς ἀνθρωπότητος, πού ὁραματίζονται οἱ σχεδιαστές τῆς Νέας Ἐποχῆς, ὁμολογοῦν ἐπίσης οἱ πρωτεργάτες τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων.
Παρά κάτω περιοριζόμαστε νά παραθέτουμε μερικές μόνον, λόγω ἐλλείψεως χρόνου, ἀποκαλυπτικές δηλώσεις, ἀλλά καί συγκεκριμένες πράξεις συμβολικοῦ χαρακτήρα, ὁρισμένων ἐξ’ αὐτῶν. Ἀρχίζουμε μέ τόν πρώην Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας κυρό Παρθένιο, ὁ ὁποῖος διεκήρυξε: «Γιά μένα τό θέμα τῆς γνώσεως ἄν τό Ἰσλάμ εἶναι ἤ δέν εἶναι μιά ἐμπνευσμένη θρησκεία δέν τίθεται: Εἶναι βεβαίως ἐμπνευσμένη… Ὁ Μωάμεθ εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τούς Ἄραβας τῆς ἐρήμου νά πιστεύουν στόν ἕνα Θεόν ἱκανούς νά νηστεύουν, νά προσεύχονται, νά ἀγαποῦν τούς γείτονές τους καί νά ἐργάζονται γιά τό καλό. Καί αὐτό εἶναι καλό πράγμα».17 Ὁ νῦν Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, στήν Παγκόσμια Διάσκεψη Θρησκείας καί Εἰρήνης στήν Riva del Garda τῆς Ἰταλίας στίς 4 Νοεμβρίου 1994, ἐδήλωσε μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «…Ρωμαιοκαθολικοί καί Ὀρθόδοξοι, Προτεστάντες καί Ἑβραῖοι, Μουσουλμάνοι καί Ἰνδοί, Βουδιστές καί Κομφουκιανοί, ἦλθε ὁ καιρός ὄχι ἁπλῶς γιά προσέγγιση, ἀλλά γιά μιά συμμαχία καί συλλογική προσπάθεια πρός τόν σκοπόν τῆς καθοδηγήσεως τοῦ κόσμου, μακράν των ψευδοπροφητῶν τοῦ ἐξτρεμισμοῦ καί τῆς μισαλλοδοξίας».18 Τόν Νοέμβριο τοῦ 2000 πραγματοποιήθηκε στό Καταμντού τοῦ Νεπάλ τό 39ο Διεθνές Συνέδριο γιά τό φυσικό περιβάλλον, στό ὁποῖο συμμετεῖχαν ἐκπρόσωποι ἕνδεκα θρησκειῶν, οἱ ὁποῖοι «προσέφεραν ἱερά Δῶρα στή γῆ». Στό συνέδριο συμμετεῖχε ὡς ὁμιλητής καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος προσέφερε ὡς ἱερό δῶρο στή γῆ μιά μοναστηριακή ἔκταση στήν περιοχή τῆς Δωδεκανήσου.19  Σέ ἄλλη ὁμιλία του, πού ἐκφωνήθηκε στήν Α΄ Διαθρησκειακή Συνάντηση πού πραγματοποιήθηκε ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης τό Δεκέμβριο τοῦ 2001, ἐδήλωσε ἐνώπιον πολλῶν ἐκπροσώπων τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί τοῦ Ἰσλάμ, ὅτι: «Ἐάν σταθῶμεν μέ τό προσῆκον δέος ἀπέναντί των προσωπικῶν ἀναζητήσεων ἑκάστης ψυχῆς, ἡ ὁποία γεννηθεῖσα εἰς ὁρισμένην θρησκευτικήν παράδοσιν, ἀνοίγει τάς πτέρυγάς της διά νά πετάξει εἰς ἀναζήτησιν τοῦ Ἠγαπημένου, ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι ἔχομεν ἀνθρώπινον χρέος νά σεβασθῶμεν ἀπολύτως τήν προσωπικήν πορείαν ἕκαστου πρός τήν ὑπερτάτην ἀγάπην. Τότε ἐναγκαλιζόμεθα ἐν εἰρήνη τήν ψυχήν αὐτήν καί παρακολουθοῦμε ἐν ἄκρα σιωπή καί προσευχή τήν πορείαν της, εἴτε συμβαδίζει μέ ἠμᾶς [τούς Χριστιανούς] εἴτε ἀκολουθεῖ ἄλλον δρόμον, [λόγου χάριν τόν Ἰουδαϊσμό ἤ τό Ἰσλάμ], διότι ὁ Ἠγαπημένος τήν ἀναμένει καί θά τῆς δείξη τόν δρόμον».20  Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2009, μετέβη στήν Ἀμερική, ὅπου ἐπεσκέφθη τήν ἕδρα τῆς Coca cola, ὅπου προσέφερε στόν πρόεδρο τῆς ἐταιρίας κ. Μουχτάρ, ὡς ἀναμνηστικό δῶρο, ἀντί Ἁγίας Γραφῆς, ὅπως θά περίμενε κανείς, τό Κοράνιο, τό ὁποῖο μάλιστα χαρακτήρισε ὡς «ἱερό».21  Τήν ἴδια ἐκείνη περίοδο, (Ὀκτώβριος 2009), ἐπεσκέφθη ἐπίσης καί τήν Ἑβραϊκή Συναγωγή τῆς Νέας Ὑόρκης, ὅπου ὁ ἀρχιραβίνος κ. Schneier, τόν ἐτίμησε προσφέροντάς του κάποιο ἀναμνηστικό δῶρο. Ὁ Πατριάρχης ἀντιφωνώντας ἐξέφρασε τήν μεγάλη χαρά του, γιά τήν παρουσία του στήν Συναγωγή καί ἐδήλωσε μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «Ἀγαπητοί φίλοι, καλούμεθα νά γίνωμεν προφητικαί κοινότητες μεταμορφώσεως εἰς ἕνα τελματωμένον κόσμον […] Ἅς πιαστοῦμε ἀπό τά χέρια ὄχι μόνον εἰς προσευχήν, ἀλλά καί εἰς ἔνδειξιν ἀλληλεγγύης. Τό ὀφείλομεν εἰς τόν Θεόν μας, εἰς τούς κοινούς πατριάρχας μας Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ, εἰς ὅλους ἠμᾶς καί εἰς τόν κόσμον».22  Παρόμοια προσφορά ὡς ἀναμνηστικοῦ δώρου τοῦ Κορανίου, εἴχαμε καί ἀπό τούς Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας κ. Θεόδωρο 23  καί Ἱεροσολύμων κ. Θεόφιλο.24 Ὁ πρῶτος κατά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Προέδρου τοῦ Σουδάν κ. Ὀμάρ Ἇλ Μπασίρ στό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας τόν Φεβρουάριο τοῦ 2010 καί ὁ δεύτερος κατά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πρίγκηπος τῆς Ἰορδανίας κ. Ἐμίρ Γάζη στό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2012.
Ἀναφέρουμε ἐπίσης τίς βλάσφημες δηλώσεις τοῦ πρώην Μητροπολίτου Ἐλβετίας Δαμασκηνοῦ: Κατά τόν Σεβασμιώτατο, ὅλες οἱ θρησκεῖες θεωροῦνται «ἠθελημέναι ὁδοί ἀπό τόν Θεόν γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τήν σωτηρία τῶν πιστῶν τους».25 Ὅτι «κατά βάθος μιά ἐκκλησία, ἤ ἕνα τέμενος ἀποβλέπουν στήν ἴδια πνευματική καταξίωση τοῦ ἀνθρώπου».26 Ὅτι «ἡ οὐσιαστική ἀνεξιθρησκεία δέν περιορίζεται σέ ἁπλή ἀνοχή, ἀλλά συνίσταται πέραν αὐτῆς καί σέ μιά θετική ἀναγνώριση μιᾶς ξένης θρησκείας ὡς γνήσιας δυνατότητος συναντήσεως μέ τό ἱερό».27  Τέλος ὁ γνωστός καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν κ. Σάββας Ἀγουρίδης, μετά τήν συμμετοχή του στήν Β΄ Συνδιάσκεψη τῆς «Συνελεύσεως τῶν Θρησκειῶν τοῦ Κόσμου» στό Σάν Φραντσίσκο τό 1990, ἐδήλωσε: «Ὁ Ἰουδαϊσμός καί τό Ἰσλάμ πρέπει νά γίνουν ἀποδεκτοί ἀπό τούς Ὀρθοδόξους ὡς ἴσοι καί ὅμοιοι μέ τήν Ὀρθοδοξία καί ὁ Βουδισμός, ὅπως προφανῶς καί ἄλλες θρησκεῖες, ἀποτελοῦν θρησκευτικά φαινόμενα, ὅπως ἡ Ὀρθοδοξία».28
Σ’ ὅλα τα παραπάνω νά προσθέσουμε τήν παραχώρηση στίς 14 Νοεμβρίου 2015 τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Οὐάσιγκτον στούς μουσουλμάνους γιά νά τελέσουν δική τους λατρεία.29  Τήν ἀνοικοδόμηση στό Βερολίνο διαθρησκειακού ναοῦ γιά Χριστιανούς, Μουσουλμάνους καί Ἑβραίους.30  Καί τέλος τήν ἀποκατάσταση τοῦ Ἰούδα καί τοῦ Ἑβραϊκοῦ λαοῦ ἀπό τό στυγερό ἔγκλημα τῆς σταυρώσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπό τόν Πάπα Βενέδικτο,31 τό 2011, τήν ὁποία ἀπεδέχθησαν ἔστω και σιωπηρῶς, χωρίς καμία διαμαρτυρία καί ἐξ’ Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές. 
 
Ἡ Διαθρησκειακή οἰκουμενιστική «θεολογία» ὑπό τό φῶς τῆς Ὀρθοδόξου Πατερικῆς Θεολογίας.
 
Α) Ὁ Θεός τῶν Ἑβραίων καί τοῦἸσλάμ.
 
Μέ βάση τίς θεμελιώδεις ἀρχές τοῦ δογματικοῦ πλουραλισμοῦ, καί τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ οἱ πρωτεργάτες τῶν διαλόγων καλλιέργησαν τήν ἀντίληψη, ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες ἀποτελοῦν νόμιμες ἐκφάνσεις τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου. Ὅτι  τόσον ἡ Ὀρθοδοξία ὅσο καί οἱ δύο ἄλλες μονοθεϊστικές θρησκεῖες, ὁ Ἰουδαϊσμός καί τό Ἰσλάμ, πιστεύουν στόν ἴδιο Θεό καί ἑπομένως καί σ’ αὐτές ὑπάρχει σωτηρία. Προχώρησαν ἐπί πλέον καί σέ συμπροσευχές μέ τούς ἀλλοθρήσκους, οἱ ὁποῖες ρητά ἀπαγορεύονται ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες, (βλ. ΞΕ΄ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων κ.α.). Ἰσχυρίζονται ἐπίσης, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖος ὁ διάλογος προκειμένου ἔτσι νά δοθεῖ ἡ μαρτυρία τῆς ἀληθείας τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Τά πράγματα ὅμως ἀπέδειξαν τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Οἱ μέν ἀλλόθρησκοι δέν μετακινοῦνται ἀπό τίς θέσεις τους οὔτε στό ἐλάχιστο, ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι, μεταξύ αὐτῶν δυστυχῶς καί Πατριάρχες καί Ἀρχιεπίσκοποι, παρασύρθηκαν σέ πλάνες καί ἔφθασαν στό σημεῖο νά διατυπώνουν αἱρετικές καί βλάσφημες διδασκαλίες, πού ἀνατρέπουν ὁλόκληρο το Εὐαγγέλιο, ὅπως ἀναφέραμε ἤδη προηγουμένως.
Κατ’ ἀρχήν μεταξύ του Τριαδικοῦ Θεοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ θεοῦ τοῦ Ἰσλάμ καί τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ὑπάρχουν χαώδεις διαφορές, διότι  τόσον οἱ Ἑβραῖοι, ὅσο καί οἱ Μουσουλμάνοι δέν πιστεύουν σέ Τριαδικό Θεό, ἀλλά σέ ἕνα θεό μονοπρόσωπο. Ἐπίσης ἀπορρίπτουν τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τήν Θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι δέ ἀδύνατον νά ὑπάρχει σωτηρία σ’ αὐτούς, σύμφωνα μέ τόν θεόπνευστο λόγο τοῦ ἀπόστολου Πέτρου, ὁ ὁποῖος μᾶς βεβαιώνει ὅτι «οὐκ ἔστιν ἐν οὐδενί ἄλλω ἡ σωτηρία, οὐδέ γάρ ὄνομα ἔστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθεῖναι ὑμᾶς» (Πράξ. 4,12). Ὁλόκληρη ἡ δογματική διδασκαλία τῶν δύο αὐτῶν θρησκειῶν ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τήν βασική δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία δέχεται ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ μοναδικός Σωτήρας καί λυτρωτής τοῦ κόσμου, διότι μόνον Αὐτός εἶναι «ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή», (Ἰω. 14,6), καί διότι μόνον σ’ αὐτόν «κατοικεῖ πᾶν το πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κόλ. 2,9), διά τοῦ ὁποίου ἐλάβομεν τό πλήρωμα τῆς ζωῆς: «καί ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἠμεῖς πάντες ἐλάβομεν» (Ἰω.1,16). Ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὅταν ἦρθε τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἔδωσε μαρτυρία μόνον περί τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τόν λόγον τοῦ Κυρίου «ἐκεῖνος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ» (Ἰω.15,26). Δέν ἔδωσε καμία ἄλλη μαρτυρία οὔτε γιά τόν Μωάμεθ, οὔτε γιά ἄλλον προφήτη. Ὁ Χριστός ἐβεβαίωσε τούς ἀποστόλους ὅτι ὁ Παράκλητος θά τούς ὁδηγήσει «εἰς πάσαν τήν ἀλήθειαν», (Ἰω.16,13). Ἄν ἦταν ἀναγκαῖος καί ὁ Μωάμεθ γιά νά μᾶς ὁδηγήσει «εἰς πάσαν τήν ἀλήθειαν», τότε φθάνουμε στό βλάσφημο συμπέρασμα, ὅτι δέν τό ἔπραξε αὐτό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο καί χρειαζόταν νά ἔρθει καί ὁ ψευδοπροφήτης γιά νά τό συμπληρώσει.
Πέραν αὐτῶν τό γεγονός ὅτι οἱ Ἑβραῖοι ἦταν κάποτε ὁ περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ στήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἐξακολουθοῦν νά πιστεύουν καί νά λατρεύουν τόν ἀληθινό Θεό. Καί τοῦτο διότι στή συνέχεια ἀποδείχθηκαν ἀνάξιοι αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς, ἐπειδή ἀπέρριψαν τόν Μεσσία Χριστό καί τόν ἐσταύρωσαν, ἄν καί στό πρόσωπό Του πραγματοποιήθηκαν ὅλες οἱ μεσσιανικές προφητεῖες. Τήν θέση τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ κατέλαβε ὁ νέος Ἰσραήλ τῆς Χάριτος, ἡ Ἐκκλησία, ὁ δέ παλαιός Ἰσραήλ ἀποδοκιμάσθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, σύμφωνα μέ τούς λόγους του: «Ἰδού ἀφίεται ὑμίν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος», (Ματθ.23,38), «διά τοῦτο λέγω ὑμίν ὅτι ἀρθήσεται ἀφ’ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί δοθήσεται ἔθνει ποιούντι τούς καρπούς αὐτῆς» (Ματθ.21,43). Τήν ἴδια ἀποδοκιμασία ἐκφράζει καί ὁ ἅγιος πρωτομάρτυς Στέφανος στήν ἀπολογία τοῦ ὀλίγον πρό τοῦ μαρτυρίου του, ὁ ὁποῖος μέ δριμύτατες ἐκφράσεις καυτηριάζει τήν ἀπιστία καί σκληροκαρδία τῶν συμπατριωτῶν του: «Σκληροτράχηλοι καί ἀπερίτμητοι τῇ καρδία καί τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεί τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίω ἀντιπίπτετε ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καί ὑμεῖς», (Πράξ.7,51). Διαλέχθηκε καί ὁ ἅγιος αὐτός μέ τούς Ἰουδαίους. Ποιά ὅμως σχέση καί ποιά ὁμοιότητα ἔχει ὁ διάλογος τοῦ ἁγίου, πού ἀποτελεῖ μιά μαρτυρική ὁμολογία πίστεως τῆς Θεότητος τοῦ Χριστοῦ, μέ τούς διαλόγους τῶν οἰκουμενιστῶν; Εἶναι βέβαιο ὅτι ἄν ζοῦσε σήμερα ὁ ἅγιος Στέφανος, θά τόν χαρακτήριζαν οἱ ὀπαδοί τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων ὡς φανατικό καί φονταμενταλιστή. 
Τήν ἴδια ἀπορριπτική στάση πρός τόν Ἰουδαϊσμό βλέπουμε νά τηροῦν καί οἱ ἅγιοι Πατέρες  στά «Κατά Ἰουδαίων» συγγράμματά τους, ὅπως ἐπίσης καί στήν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στόν πρῶτο «Κατά Ἰουδαίων» λόγο τοῦ σημειώνει: «Οὔτε νά ἐκπλήττεσθε πού ἀποκάλεσα ἄθλιους τούς Ἰουδαίους. Γιατί πράγματι καί ἄθλιοι εἶναι καί ταλαίπωροι, ἀφοῦ περιφρόνησαν καί ἀπέρριψαν τόσα ἀγαθά, πού δέχθηκαν τά χέρια τους ἀπό τόν οὐρανό, ἀφοῦ πιό νωρίς ἀνέτειλε σ’ ἐκείνους ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης. Ὅμως ἐκεῖνοι ἀποστράφηκαν τήν ἀκτίνα του καί βρίσκονται τώρα στό σκοτάδι…Ἦταν οἱ κλάδοι τῆς ἁγίας ρίζας, ἀλλά κόπηκαν…».32  Παρά κάτω προσθέτει: «Καί βέβαια θά ἰσχυριστοῦν, ὅτι καί αὐτοί προσκυνοῦν τόν Θεό. Ἀλλά αὐτό νά μήν τό πῆ κανένας. Γιατί κανένας Ἰουδαῖος δέν προσκυνεῖ τόν Θεό. Ποιός τά λέγει αὐτά; Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ: ‘Ἐάν γνωρίζατε’, λέγει, ‘τόν Πατέρα μου, θά γνωρίζατε καί ἐμένα. Ἀλλ’ οὔτε ἐμένα γνωρίζετε, οὔτε τόν Πατέρα μου’».33 Πῶς θά χαρακτήριζαν ἄραγε σήμερα οἱ ὀπαδοί τῶν Διαλόγων τόν μεγάλο αὐτόν Πατέρα, ἄν ζοῦσε στήν ἐποχή μας καί τολμοῦσε νά πῆ ὅλα τα παρά πάνω;
Σχετικά μέ τό Ἰσλάμ θά ἀρκεσθῶ στήν εἰκόνα, πού μᾶς δίδει γι’ αὐτήν ὁ μεγάλος Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας μας ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σέ μιά ἐπιστολή του, τήν ὁποία ἔστειλε πρός τό ποίμνιό του, τήν Ἐκκλησία τῶν Θεσσαλονικέων, ὅταν βρισκόταν στή Λάμψακο αἰχμάλωτος στά χέρια τῶν Τούρκων: «Πράγματι αὐτό τό δυσσεβές καί θεομίσητο καί μιαρό γένος, (τῶν Τούρκων), ἰσχυρίζονται μέ κομπασμό, ὅτι ἐπικρατοῦν τῶν Βυζαντινῶν λόγω τῆς θεοφιλίας των, ἀγνοώντας ὅτι ‘ὁ κόσμος οὗτος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται’ καί ὅτι τό μεγαλύτερο μέρος του ἔχουν οἱ κακοί καί δοῦλοι τῶν κάτω, πού ἐκβιάζουν μέ ὅπλα τά γειτονικά ἐδάφη… Γι’ αὐτό μοῦ φαίνεται, ὅτι καί αὐτοί, πού κομπάζουν γιά τήν κακία τους, ἔπαθαν τό ἴδιο μέ τούς Ἕλληνες, γιά τούς ὁποίους λέγει ὁ ἀπόστολος, ὅτι παραδόθηκαν σέ ἀδόκιμον νοῦν ἐπειδή ‘γνόντες τόν Θεόν οὔχ ὡς Θεόν ἐδόξασαν ἤ ἐσεβάσθησαν’. Διότι καί αὐτοί, ἐνῶ ἐγνώρισαν τόν Χριστόν, ἀφοῦ λέγουν ὅτι αὐτός εἶναι Λόγος τοῦ Θεοῦ καί Πνεῦμα, ἀλλά καί ὅτι ἐτέχθηκε ἀπό παρθένο καί ἔπραξε καί ἐδίδαξε θεία πράγματα, ἀναλήφθηκε στούς οὐρανούς, παραμένει ἀθάνατος καί πρόκειται νά ἔλθη καί νά κρίνη τά σύμπαντα, ἐνῶ λοιπόν ἐγνώρισαν ἔτσι τόν Χριστόν, δέν τόν ἐπίστευσαν ὡς Χριστό, δηλαδή Θεάνθρωπο Λόγο, ἀλλά ἄλλαξαν τήν ἀλήθεια μέ τό ψεῦδος καί ἐπίστευσαν καί ἐσεβάσθηκαν καί ἀκολούθησαν ἄνθρωπο ἁπλό, θνητό καί θαμμένον, τόν Μωάμεθ δηλαδή, παρά τόν Θεάνθρωπο καί ἀείζωο καί ἀΐδιο Λόγο, ὁ ὁποῖος ἄν καί ἐγεύθηκε μέ τήν σάρκα τόν θάνατο, ἀλλ’ αὐτό ἔγινε γιά νά καταργήσει τόν θάνατο καί νά γίνει ἀρχηγός τῆς αἰώνιας καί ἄφθαρτης ζωῆς… Ἐπειδή λοιπόν οἱ παρά πάνω ἀναφερόμενοι, ἐνῶ ἐγνώρισαν τόν Χριστόν, δέν τόν ἐδόξασαν καί δέν τόν ἐλάτρευσαν ὡς Χριστό, ὁ Θεός τούς παρέδωσε ‘εἰς ἀδόκιμον νούν’ καί ‘εἰς πάθη ἀτιμίας’, ὥστε νά ζοῦν μέ αἰσχρότητα καί ἀπανθρωπιά καί ὡς θεομίσητοι…νά ζοῦν μέ τόξο καί μάχαιρα καί μέ ἀσωτεία, ἐπιδιδόμενοι σέ ἀνδραποδισμούς, φόνους, λεηλασίες, ἁρπαγές, ἀκολασίες, μοιχεῖες, ἀνδρομανίες. Καί δέν πράττουν μόνο αὐτοί τέτοια πράγματα, ἀλλά, τί παρανοϊκότης, νομίζουν ὅτι καί ὁ Θεός τούς ἐπιδοκιμάζει».34  Πέραν τούτου ἡ ἀποδοχή τοῦ Ἰσλάμ προσβάλλει τούς ἁγίους Νεομάρτυρες, πού προτίμησαν νά χύσουν τό αἷμα τους γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, παρά νά ἀλλάξουν τήν πίστη τους μέ τήν θρησκεία τοῦ Μωάμεθ καί ἀκυρώνει τήν ἀξία τῆς μαρτυρικῆς τους ὁμολογίας. 

Β) Τό ἐπιχείρημα τῆς εἰρήνης.
 
Προβλήθηκε ἀκόμη τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι οἱ Διαθρησκειακὲς Συναντήσεις εἶναι ἀναγκαῖες γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς παγκόσμιας εἰρήνης. Στὸ Κείμενο τῆς Ε΄ Προσυνοδικῆς γίνεται λόγος περὶ εἰρήνης στὸ Γ΄ κεφάλαιο μὲ τίτλο: «Περὶ εἰρήνης καὶ δικαιοσύνης»  καὶ στὸ Δ΄ μὲ τίτλο:  «Ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἀποτροπὴ τοῦ πολέμου». Στὰ κεφάλαια αὐτὰ γίνεται προσπάθεια νὰ κατανοηθοῦν καὶ νὰ ἐφαρμοσθοῦν οἱ περὶ εἰρήνης βιβλικὲς καὶ πατερικὲς ἀναφορὲς μὲ τὴν κοσμική τους σημασία, προκειμένου ἔτσι νὰ δικαιολογηθεῖ ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἀποτροπὴ τοῦ πολέμου καὶ στὴν ἑδραίωση τῆς παγκόσμιας εἰρήνης.
Ὡστόσο ὁ ὅρος «εἰρήνη» ἔχει μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας χαρισματικό περιεχόμενο, πού διαφοροποιεῖται οὐσιαστικά ἀπό τήν κοσμική σημασία, πού ἀποδίδεται σ’ αὐτόν. Κανείς δέν ἀμφιβάλλει, ὅτι οἱ πόλεμοι, οἱ συγκρούσεις, οἱ αἱματοχυσίες καί οἱ τρομοκρατικές ἐνέργειες δέν εἶναι σύμφωνες μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅλα αὐτά ὅμως εἶναι ἐπακόλουθα τῆς ἁμαρτίας, καί τῆς ἀποστασίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεόν καί τότε μόνον θά ἐκλείψουν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέψει ἐν μετανοίᾳ μέσα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας καί φυλάξει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ὑποδεικνύει μέν τόν τρόπον τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ, δέν μπορεῖ ὅμως νά μεταβληθεῖ σέ ἕναν ἐγκόσμιο εἰρηνευτικό ὀργανισμό, οὔτε εἶναι δυνατόν νά ἐγκλωβιστεῖ σέ ἐγκόσμιους ρόλους, διότι τότε μοιραῖα ἐκκοσμικεύεται καί ἐκφυλίζεται, χάνει τήν σωτηριολογική της ἀποστολή. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι Θεανθρώπινος Ὀργανισμός, πού σκοπό ἔχει νά προσλάβει καί νά θεώσει τόν κόσμο, καί ὄχι νά γίνεται ἡ ἴδια κόσμος. Ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά εἰρηνεύσει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, πού εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση, γιά νά εἰρηνεύσουν καί οἱ ἄνθρωποι στή συνέχεια μεταξύ τους. Νά προσφέρει τόν Χριστό, τόν μόνον εἰρηνοποιόν, ὁ ὁποῖος εἶναι «ἡ εἰρήνη ἠμῶν» (Ἐφ.2,14) κατά τόν ἀπόστολο. Γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἰρήνη δέν σημαίνει τήν ἀπουσία πολέμου, ἀλλά εἶναι καρπός τοῦ ἁγίου Πνεύματος: «ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματος ἐστίν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη…»  (Γαλ.5,22). Ἐξ ἄλλου καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός τήν ἀντιδιαστέλλει ἀπό τήν κοσμική εἰρήνη: «εἰρήνην τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν, οὐ καθώς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγώ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰω.14,27). Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καί οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας οὐδέποτε κατενόησαν τήν ἀποστολή τους, ὅπως τήν κατανοοῦν σήμερα οἱ ὀπαδοί τῶν Διαλόγων. Οὐδέποτε διανοήθηκαν νά συμμαχήσουν καί νά συνεργαστοῦν μέ ἄλλες θρησκεῖες καί αἱρέσεις γιά νά ὑπηρετήσουν μία κοσμικοῦ τύπου παγκόσμια εἰρήνη, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τούς παραπάνω  λόγους τοῦ Κυρίου.
Ἐπικαλεῖται ἀκόμη τὸ Κείμενο, (Α΄ κεφ. § 6), τὸ βιβλικὸ χωρίο τοῦἀποστόλου Παύλου «Θεοῦ ἐσμὲν συνεργοὶ» (Α΄ Κορ.3,9) γιὰ νὰ θεμελιώσει βιβλικὰ τὴν ἀνάγκη συνεργασίας τῆς Ἐκκλησίας «μεθ’ ὅλων τῶν ἀνθρώπων καλῆς θελήσεως τῶν ἀγαπώντων τὴν ἀληθῆ εἰρήνην, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας ἐπὶ τοπικοῦ, ἐθνικοῦ, καὶ διεθνοῦς ἐπιπέδου». Προφανῶς μέσα σ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους «καλῆς θελήσεως» συμπεριλαμβάνονται καὶ ἄνθρωποι κάθε θρησκεύματος. Ὡστόσο τὸ παραπάνω χωρίο τοῦ ἀποστόλου ἑρμηνεύεται μόνο σὲ καθαρὰ ἐκκλησιολογικὰ πλαίσια καὶ οὐδέποτε βεβαίως σὲ πλαίσια διαθρησκειακά. Συνεργασία σὲ διαθρησκειακὸ ἐπίπεδο μὲ βάση τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, οὔτε δυνατὴ εἶναι, οὔτε ἐπιτρεπτή. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συνεργαστοῦμε  μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες, πού βρίσκονται στὸ σκότος τῆς πλάνης, χωρὶς νὰ προσκρούσωμε τὸν θεόπνευστο λόγο τοῦ ἀποστόλου: «Μὴ γίνεσθε ἐτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τὶς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνη καὶ ἀνομία; Τὶς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;» (Β΄ Κορ. 6,14). Ποιὰ ἐπικοινωνία, καὶ κατὰ συνέπεια, ποιᾶς μορφῆς συνεργασία, μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μεταξύ τοῦ φωτὸς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ σκότους τῶν διαφόρων αἱρέσεων καὶ θρησκειῶν; Ἀσφαλῶς καμία. Οἱ σημερινοὶ Οἰκουμενιστὲς δυστυχῶς, ἀγνοοῦντες καὶ διαγράφοντες θεληματικὰ τὶς παρὰ πάνω διδασκαλίες τοῦ ἀποστόλου Παύλου καὶ τὶς ἑρμηνεῖες τῶν ἁγίων Πατέρων, καὶ τὴν ἰδίαν διδασκαλίαν «ζητοῦντες στῆσαι», τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ Θεοῦ «οὒχ ὑπετάγησαν» (πρβλ. Ρώμ. 10,3). Ὁραματίζονται μία κοσμικοῦ τύπου εἰρήνη μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἀλλοθρήσκους, στὴν ὁποία «τὸ νενοσηκώς» σῶμα τοῦ Παπισμοῦ καὶ τῶν ἄλλων αἱρέσεων καὶ θρησκειῶν δὲν θὰ «ἀποτέμνηται», οὔτε «τὸ στασιάζον» θὰ χωρίζεται, ἀλλὰ θὰ ἐναρμονίζεται μὲ τὸ ὑγιὲς ἐκκλησιαστικὸ σῶμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας!
 Ἐπικαλεῖται ἀκόμη τὸ Κείμενο, (Α΄ κεφ. § 6) τὸν Μακαρισμό τοῦ Κυρίου στήν ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία του «Μακάριοι  οἱ εἰρηνοποιοί» (Ματθ.5,9). Ὡστόσο τό ἔργο τῶν εἰρηνοποιῶν, τούς ὁποίους μακαρίζει ἐδῶ ὁ Κύριος, δέν ἔχει καμία σχέση μέ τίς προσπάθειες καταλλαγῆς πού καταβάλλουν οἱ Οἰκουμενιστές μέσα στά πλαίσια τῶν Διαθρησκειακῶν Συναντήσεων καί Διαλόγων. Οἱ εἰρηνοποιοί, γιά τούς ὁποίους ἐδῶ ὁμιλεῖ ὁ Κύριος εἶναι οἱ ποιμένες καί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουν νά συμφιλιώσουν τούς ἀνθρώπους μέ τόν Θεόν. Ὁ ἄνθρωπος, ὑποδουλωμένος στά πάθη καί στήν ἁμαρτία, εὑρίσκεται σέ κατάσταση ἔχθρας μέ τόν Θεόν καί ἔχει ἀνάγκη καταλλαγῆς καί συμφιλιώσεως, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ μακαρίου Παύλου: «Εἰ γάρ ἐχθροί ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διά τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῶ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησώμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ» (Ρωμ.5,10). Ὅταν δέ ἐπιτευχθῆ αὐτή ἡ καταλλαγή διά τῆς πίστεως, τότε ὁ ἄνθρωπος ἀπολαμβάνει τό ἀγαθόν τῆς εἰρήνης: «Δικαιωθέντες οὔν ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρός τόν Θεόν διά τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», (Ρωμ.5,1). Αὐτό δέ ἀκριβῶς τό ἔργο τῆς καταλλαγῆς ἐπιτυγχάνεται μόνον ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ποτέ μέσα στόν χῶρο τῆς αἱρέσεως, οὔτε βεβαίως σέ συνεργασία μέ ἄλλες θρησκεῖες.
Πέραν τούτου, ἡ εἰρήνη δέν εἶναι πάντοτε ἐπαινετή, οὔτε ὁ πόλεμος πάντοτε κακός. Ὑπάρχει κακή εἰρήνη, ὅταν συμβιβαζόμαστε μέ τήν πλάνη καί προδίδουμε τήν πίστη καί καλός πόλεμος, γιά τόν ὁποῖον ὁμιλεῖ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Μή νομίσητε, ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπί τήν γῆν, οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλά μάχαιραν. Ἦλθον γάρ διχᾶσαι ἄνθρωπον κατά τοῦ πατρός αὐτοῦ καί θυγατέρα κατά τῆς μητρός αὐτῆς καί νύμφην κατά τῆς πενθερᾶς αὐτῆς καί ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοί αὐτοῦ»,(Ματθ.10, 34-36). Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σχολιάζει: «Οὐ γάρ πανταχοῦ ὁμόνοια καλόν. Καί ἐπί τοῦ πύργου ἐκείνου, (τῆς Βαβέλ), τήν κακήν εἰρήνην ἡ καλή διαφωνία ἔλυσε καί ἐποίησε εἰρήνην».35 Σέ ἄλλη συνάφεια, ἐρμηνεύοντας τόν  λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή «εἰ δυνατόν τό ἐξ ὑμῶν μετά πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες», λέγει: «Καλῶς δέ τό ἑξῆς ἐκέλευσεν εἰπῶν, ‘εἰ δυνατόν’. Ἔστι γάρ ὅπου οὐ δυνατόν. Οἷον ὅταν περί εὐσεβείας ὁ λόγος ἤ, ὅταν περί ἀδικουμένων ὁ ἀγών.[…] Εἰ δέ πού τήν εὐσέβειαν παραβλαπτομένην ἴδοις, μή προτίμα τήν ὁμόνοιαν τῆς ἀληθείας, ἀλλ’  ἵστασο γενναίως ἕως θανάτου […] τήν ἀλήθειαν μηδαμοῦ προδιδούς».36 ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐπιβεβαιώνει: «Κρείττων γάρ ἐπαινετός πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ».37
Στό κείμενο τῆς Ε΄ Προσυνοδικῆς, (Α΄ κεφ. §5), γίνεται ἐπίσης λόγος γιά «συμφιλίωσιν τῶν λαῶν καί ἐπικράτησιν τῆς ἐλευθερίας καί τῆς εἰρήνης εἰς τόν κόσμον πρός ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἀνθρώπου». Ἀλλά καί στούς μέχρι τώρα Διαλόγους προβλήθηκε τό ἰδανικό τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως, καί συμφιλιώσεως τῶν λαῶν καί τῶν θρησκειῶν. Ἡ Ὀρθοδοξία οὐδέποτε ἀρνήθηκε τήν συνύπαρξη καί συμβίωση μέ ἀνθρώπους διαφορετικῶν πίστεων, ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν της τόν λόγον τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή, «εἰ δυνατόν τό ἐξ ὑμῶν μετά πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες» (12,18). Ἐν ἀντιθέσει  βέβαια μέ ἄλλες θρησκεῖες, ὅπου ἔχουμε πάμπολλα συγκεκριμένα παραδείγματα θρησκευτικῆς βίας. Ἡ ἱστορική τους πορεία μέχρι σήμερα δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνας ἀδιάκοπος ἀγώνας ἐπιβολῆς τῆς θρησκευτικῆς των ἰδεολογίας ἀκόμη καί διά τῆς βίας. Τό ἰδανικό της εἰρηνικῆς συνυπάρξεως καθίσταται ἀδύνατο, διότι ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τόν λόγον τοῦ Κυρίου, «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν», (Ἰω.15,20), ἀλλά και μέ τόν λόγον τοῦ ἀποστόλου Παύλου «πάντες δέ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται», (Β΄ Τιμ.3,14). Εἶναι ἀδύνατον ὁ πιστός, πού πραγματικά θέλει νά ζήσει τήν ἐν Χριστῷ ζωή, νά ἀποφύγει τόν διωγμό καί νά συμβιώσει εἰρηνικά μέ τόν κόσμο τῆς ἀπιστίας καί τῆς ἀποστασίας, διότι ἕνα τέτοιο ἐνδεχόμενο τό ἀπέκλεισε ὁ Χριστός, ὡς νόμο πνευματικό.
 
Γ)  Τό ἐπιχείρημα τῆς ἀγάπης
 
Οἱ ὀπαδοί τῶν Διαλόγων προέβαλαν ἐπίσης τό ἐπιχείρημα τήν ἀγάπης πρός τόν πλησίον, ὅτι δηλαδή ἡ ἀγάπη ἐπιβάλλει τό ἄνοιγμα καί τήν συνεργασία μέ τούς ἀλλοθρήσκους γιά τό κοινό καλό τῆς ἀνθρωπότητος. Ἡ ἀγάπη ὅμως, ὅπως καί ἡ εἰρήνη, ἐπειδή εἶναι χάρισμα (βλ. Γαλ. 5,22) καί ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος, διαφοροποιεῖται οὐσιαστικά ἀπό τήν κοσμική ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων, πού στήν καλύτερη περίπτωση εἶναι ἕνας ἀνθρώπινος συναισθηματισμός καί στή χειρότερη πρόσχημα ὑποκρισίας καί ἰδιοτέλειας. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη ἔχει καθολικό χαρακτήρα, ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τήν ψυχοσωματική ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου καί δέν περιορίζεται μόνο στίς βιολογικές του ἀνάγκες καί στίς συνθῆκες διαβιώσεώς του. Ἐνδιαφέρεται πρωτίστως γιά τήν αἰώνια προοπτική του, τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία του. Ἡ ἀγάπη ποτέ δέν χωρίζεται ἀπό τήν ἀλήθεια, οὔτε εἶναι δυνατόν νά στραφεῖ ἐναντίον της. Γι’ αὐτό καί δέν μπορεῖ νά ἀγνοήσει τό γεγονός, ὅτι ὁ ἀλλόθρησκος βρίσκεται μέσα στό σκότος τῆς πλάνης καί τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, καί ἑπομένως δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποκρύψει ἀπό αὐτόν τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καί τόν Χριστόν ὡς τήν μοναδική ὁδό σωτηρίας καί λυτρώσεως. Δέν ὑπάρχει χειρότερο κακό ἀπό τήν ἀπόκρυψη τῆς ἀλήθειας, πού ἔχει σάν ἀποτέλεσμα τήν στέρηση τῆς σωτηρίας καί μόνο ὡς ἔργο ἀγάπης δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ. Ὅταν ὅμως στούς Διαθρησκειακούς Διαλόγους πολλοί «Ὀρθόδοξοι» Πατριάρχες καί Ἀρχιεπίσκοποι, ἀντί νά ἐπισημάνουν τό σκότος τῆς πλάνης τῶν ἄλλων θρησκειῶν καί νά καλέσουν σέ μετάνοια καί ἐπιστροφή στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὁμολογοῦν ὅτι ὁ Θεός τῶν Ἑβραίων καί τῶν Μουσουλμάνων εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί ὅτι ὑπάρχει σωτηρία μέσα στίς παρασυναγωγές αὐτές, δέν προδίδουν τήν ἀλήθεια καί δέν ἀποκρύπτουν τήν μοναδική ὁδόν σωτηρίας, τόν Χριστόν;
 
Δ) Τό ἐπιχείρημα τῶν Διαλόγων τῶν ἁγίων ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων μέ τούς ἀλλοθρήσκους.
 
Οἱ Διαθρησκειακοί Διάλογοι, λέγουν ἀκόμη οἱ ὀπαδοί τῶν Διαλόγων, δέν εἶναι ἄγνωστοι στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας. Τόσον οἱ ἀπόστολοι ὅσον καί ὁρισμένοι ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ἅγιος Κύριλλος φωτιστής τῶν Σλάβων, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κ.ἄ., ἦρθαν σέ ἐπικοινωνία καί διάλογο μέ ἀνθρώπους ἄλλων θρησκευτικῶν πεποιθήσεων, πραγματοποίησαν διαθρησκειακές συναντήσεις μέ Ἰουδαίους καί εἰδωλολάτρες καί ἑπομένως οἱ σημερινοί διάλογοι εἶναι συνέχεια ἐκείνων. Ὁ ὁμότιμος καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. π. Θεόδωρος Ζήσης στό πολύ ἀξιόλογο ἔργο του «Διαθρησκειακές Συναντήσεις. Ἄρνηση τοῦ Εὐαγγελίου καί προσβολή τῶν ἁγίων Μαρτύρων»38 κάνει μία σύγκριση ἐκείνων τῶν διαλόγων μέ τούς σημερινούς καί συμπεραίνει, ὅτι οἱ διάλογοι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων «δέν ἔχουν καμία σχέση, οὔτε μακρινή, πρός ὅσα γίνονται σήμερα». Παραθέτει μάλιστα πλῆθος βιβλικῶν μαρτυριῶν καί ἀποσπάσματα πατερικῶν κειμένων μέ τά ὁποῖα ἀποδεικνύει αὐτή τήν ἀλήθεια. Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καί Πατέρες εἶχαν ὁμολογιακό καί μαρτυρικό φρόνημα. Ἀγωνίζονταν ἀνυποχώρητοι μέχρι θανάτου νά μεταδώσουν τό σωτηριῶδες μήνυμα τοῦ εὐαγγελίου στούς λαούς, πού βρίσκονταν μέσα στό σκότος τῆς εἰδωλολατρίας καί τῆς αἱρέσεως γιά νά τούς καταστήσουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Στυλίτευαν μέ καυστικούς λόγους τήν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας,  τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί τοῦ Ἰσλάμ. Δέν ἔκαναν ἐκπτώσεις καί συμβιβασμούς σέ θέματα πίστεως, ἄν καί εὑρέθησαν κάτω ἀπό πολύ δυσμενέστερες συνθῆκες ἀπό ὅτι οἱ σημερινές. Ἀντίθετα οἱ σημερινοί ὀπαδοί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς Πανθρησκείας καθιέρωσαν ἄλλο ἦθος καί ἄλλη τακτική, ξένη πρός αὐτήν τῶν Πατέρων μας. Τήν αὐστηρότητα ἐκείνων ἀντικατέστησαν οἱ φιλοφρονήσεις, οἱ κοσμικές εὐγένειες, οἱ ἐναγκαλισμοί, οἱ ἀνταλλαγές δώρων μέ τούς ἀλλοθρήσκους, οἱ συμπροσευχές. Τίς συνθῆκες διωγμοῦ καί θλίψεων ἐκείνων, οἱ ἄνετες συζητήσεις σέ πολυτελῆ ξενοδοχεῖα μέ πλούσια δεῖπνα. Τήν ξεκάθαρη καί ὁμολογιακή γλώσσα ἐκείνων, οἱ βλάσφημες δηλώσεις πατριαρχῶν, ἐπισκόπων καί θεολόγων, ὅπως ἐξετέθησαν παρά πάνω, καί ἡ διφορούμενη καί διάτρυτη διπλωματική γλώσσα τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας ἡγετῶν, ὅπου ὅλοι λένε τό ἴδιο, ἀλλά δέν ἐννοοῦν ὅλοι το ἴδιο, ἀλλά ὁ καθένας διαλέγει καί παίρνει ὅ,τι τοῦ ἀρέσει. Εἶναι βέβαιο, ὅτι ἄν ζοῦσαν στήν ἐποχή μας οἱ ἅγιοι μάρτυρες καί οἱ ἅγιοι Πατέρες, οἱ σημερινοί Οἰκουμενιστές θά τούς ἀπέρριπταν ὡς ἀκραίους, φανατικούς καί φονταμενταλιστές, ὅπως κατηγοροῦν καί ὑβρίζουν ὅλους ὅσους ἀγωνίζονται σήμερα κατά τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Μέ πολύ θράσος ἐμφανίζονται ὡς ἔχοντες περισσότερη ἀγάπη καί διάκριση ἀπό αὐτούς, τούς γίγαντες τοῦ Πνεύματος, τούς φωστῆρες τῆς Οἰκουμένης, «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος», (Ἑβρ.11,38), κατά τόν ἀπόστολο καί ἔχουν τήν ἀξίωση νά  διορθώσουν τό ἦθος καί τήν διαγωγή τους.
 
Συμπεράσματα
 
Περαίνοντες τήν εἰσήγησή μας καί συνοψίζοντας ὅλα τα παραπάνω, θά μπορούσαμε νά καταλήξουμε στά ἀκόλουθα συμπεράσματα:
Α) Ἤδη ἀπό τήν Α΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου τό 1961 δρομολογεῖται τό διαθρησκειακό ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀργότερα, στήν Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη, (τό 1976), τό θέμα τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων καί γενικότερά τῆς διαθρησκειακῆς συνεργασίας προγραμματίζεται νά ἀποτελέσει ἕνα ἀπό τά δέκα θέματα τῆς μελλούσης νά συνέλθει Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.
 Β) Οἱ προσυνοδικές ἀποφάσεις τῶν Α΄ καί Γ΄ Προσυνοδικῶν Διασκέψεων ἐπί τῇ βάσει τῶν ὁποίων οἱ Διαθρησκειακοί Διάλογοι καί Συναντήσεις καθιερώνονται πλέον ὡς θεσμός στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, σέ καμιά περίπτωση καί ἐπ’ οὐδενί λόγω μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὅτι ἀποτελοῦν τήν ἐπίσημη θέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ ἐφαρμογή τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν ὡσάν νά εἶχε ἤδη πραγματοποιηθεῖ ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος καί ὡσάν νά εἶχε ἤδη ἐγκρίνει τίς ἐν λόγῳ προσυνοδικές ἀποφάσεις εἶναι πέρα γιά πέρα ξένη πρός τήν Πατερική καί Κανονική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀποτελοῦν δέ ἐν τέλει ἐμπαιγμό τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ καί μεταβάλλουν τήν μέλλουσα νά συνέλθη Σύνοδο σέ θέατρο ἐντυπώσεων.  
Γ) Οἱ Διαθρησκειακοί Διαλόγοι καί Συναντήσεις μέ κανένα τρόπο δέν μποροῦν νά δικαιωθοῦν, οὔτε μποροῦν νά θεμελιωθοῦν στήν ἁγία Γραφή καί στήν Ὀρθόδοξη Πατερική μας Θεολογία.
Δ) Ἡ πείρα τῶν μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων ἀπέδειξε τήν πλήρη χρεοκοπία τους. Παρά τήν πληθώρα τῶν μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων, ὁ ἰσλαμικός φανατισμός, ὄχι μόνον δέν καταστέλλεται, ἀλλά γιγαντώνεται ὅλο καί περισσότερο, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τόν ἐπί πέντε χρόνια πόλεμο στή Συρία, τόν πόλεμο στό Ἰράκ καί τά συνεχῶς αὐξανόμενα κρούσματα τρομοκρατίας, ἀπότοκα του ἰσλαμικοῦ φανατισμοῦ στή Μέση Ἀνατολή καί στήν Βόρειο Ἀφρική, ἀλλά καί σέ χῶρες τῆς Εὐρώπης, ὅπως πρόσφατα στή Γαλλία, ὅπου δολοφονοῦνται χιλιάδες ἀθώα θύματα χριστιανῶν ἀπό φανατικούς Τζιχαντιστές μουσουλμάνους. 
Ε) Τό ἐπιχείρημα τῆς δῆθεν μεταδόσεως τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος καί προσελκύσεως τῶν ἀλλοθρήσκων στήν Ὀρθοδοξία ἀποδείχθηκε χίμαιρα καί ἀπάτη. Οἱ μετέχοντες στούς μέχρι τώρα γενομένους Διαλόγους, Συνέδρια καί Συναντήσεις δέν μπόρεσαν δυστυχῶς νά μεταφέρουν ἀνόθευτη τήν Ὀρθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, ἀλλά οὔτε καί νά προσελκύσουν ἔστω καί ἕνα ἀλλόθρησκο στήν Ὀρθοδοξία. Ἀντίθετα μάλιστα ἔφθασαν στό ἀξιοθρήνητο κατάντημα νά παρασυρθοῦν σέ πλάνες καί αἱρέσεις καί νά διατυπώνουν βλάσφημες δηλώσεις, σκανδαλίζοντες τόν πιστό λαό τοῦ Θεοῦ, παρασύροντες στήν πλάνη τούς ἀσθενεῖς στήν πίστη καί προκαλοῦντες ἔτσι μεγίστη πνευματική φθορά καί διάβρωση τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος.
ΣΤ) Τυχὸν θεσμικὴ κατοχύρωση καὶ συνοδικὴ ἀναγνώριση τῶν ἐν λόγω Συναντήσεων καὶ Διαλόγων ἀπὸ τὴν μέλλουσα νὰ συνέλθη Σύνοδο, κινδυνεύει νὰ μεταβάλλει τὴν ἐν λόγω Σύνοδο σὲ Ψευδοσύνοδο, τὴν ὁποία θὰ κληθεῖ ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ νὰ ἀπορρίψει.
 Θά κλείσω μέ τά σοφά καί χαριτωμένα λόγια τοῦ ὁσίου Παϊσίου τοῦ ἁγιορείτου, ὁ ὁποῖος ἀναφερόμενος στόν Οἰκουμενισμό καί τούς Διαλόγους, ἔλεγε τά ἑξῆς: «Μαζεύονται καί συνεδριάζουν καί κάνουν συζητήσεις ἀτέλειωτες γιά πράγματα πού δέν χωράει συζήτηση, πού οὔτε οἱ ἅγιοι Πατέρες συζήτησαν ἐδῶ καί τόσα χρόνια. Ὅλες αὐτές οἱ ἐνέργειες εἶναι τοῦ πονηροῦ, γιά νά ζαλίζουν καί νά σκανδαλίζουν τούς πιστούς καί νά τούς σπρώχνουν ἄλλους στήν αἵρεση καί ἄλλους σέ σχίσματα καί νά κερδίζει ἔδαφος ὁ διάβολος. Πά, πά…βασανίζουν καί μπερδεύουν τόν κόσμο αὐτοί οἱ ἄνθρωποι!...».39  Σέ ἄλλη συζήτηση πού εἶχε μέ κάποια πρόσωπα, ὅταν ἔμαθε γιά τήν  σύγκληση τῆς Α΄ Προσυνοδικῆς Πανορθόδοξης Διάσκεψης καί τά θέματα ποῦ συζητήθηκαν σ’ αὐτήν, εἶπε μέ πόνο ψυχῆς τά ἑξῆς: «Καταλαβαίνετε τί πάει νά γίνη; Θά φύγη ἡ Παράδοση καί θά μείνη ἡ παράβαση! Καταλαβαίνετε πόσο σοβαρό εἶναι αὐτό; Εἶναι σάν νά βγάζουμε ἀπό τό σπίτι ἕνα τοῦβλο. Ἐκείνη τή στιγμή φαίνεται ὅτι δέν παθαίνει τίποτε τό σπίτι, ἀλλά σιγά σιγά μπαίνουν νερά, βγαίνει καί ἄλλο τοῦβλο, καί ἄλλο, καί στό τέλος τό σπίτι γίνεται ἐρείπιο».40
Εὐχαριστῶ γιά τήν ὑπομονή σας νά μέ ἀκούσετε.
 
__________________________________________________

Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, Προς την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον, Προβλήματα και Προοπτικαί,  Έκδ. «Εκκλησιαστικόν  Επιστημονικόν και Μορφωτικόν  Ίδρυμα Ιωάννου και Εριέττης Γρηγοριάδου», Αθήναι 1990, σελ. 25. 
Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, Προς την Αγίαν….ο.π. σελ. 29. 
(Γεν.2,16-17), (Ματθ.5,9), (Ιω. 14,27), (Εφ.6,15. 2,17. 2,14. Γαλ.3,28. Κολ.1,20. Φιλ.4,7), κ.α. 
Ομ. 45,7.PG.36,632 και Ομ.31,15. PG. 36,149  
Επιστ. 114, PG. 32,528 και Επιστ. 203,2. PG. 32,737 
6 Κατά αιρέσεων, 10,35. PG. 16,3454 
7 Περί θείων ονομάτων, 11,2,4. PG. 3,953 
8 Παιδαγ. 2,2. PG. 8,428. Προτρεπτ.11. PG. 8,236. Στρωμ. 4,25. PG. 8,1369-72 
9 Βλ. Ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την Ε' Προσυνοδική Διάσκεψη, Ιστολόγιο «Ρομφαία», 22 Οκτωβρίου 2015 
10 Πρακτικά της εν Ρόδω Πανορθοδόξου Διασκέψεως , (24 Σεπτεμβρίου-1 Οκτωβρίου 1961),  Ανάτυπον από τεύχους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σελ.38.   
11 Βλ. Διάταγμα Β΄ Συνόδου Βατικανού, τεύχ. 7, έκδ. «Γραφείου Καλού Τύπου», Αθήνα σ. 43-44. 
12 Βλ.  Γ. Μαρτζέλου, Ορθόδοξο δόγμα και θεολογικός προβληματισμός, Μελετήματα δογματικής θεολογίας Γ΄, Έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 369. 
13 Γ. Μαρτζέλου, Ορθόδοξο δόγμα…ο.π. σ. 369. 
14 Βλ.  Γ. Μαρτζέλου, Ορθοδοξία και Διαθρησκειακός Διάλογος, users.auth.gr/martzelo /index. files/docs /84.doc, σελ. 4-5. 
15 Βλ.  Γ. Μαρτζέλου, Ορθοδοξία και Διαθρησκειακός Διάλογος …ο.π. σελ.6 
16 Βλ. Μοναχού Αρσενίου Βλιαγκόφτη, Οικουμενισμός και Νέα Εποχή. Διαθρησκειακές συναντήσεις και διάλογοι, εν: Οικουμενισμός Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, Πρακτικά  Διορθοδόξου Επιστημονικού Συνεδρίου, Εκδ. «Θεοδρομία», Σεπτέμβριος 2004, Τόμ. Α΄, σελ.33. 
17 Πατρ. Αλεξανδρείας Παρθενίου, στο «You Shall Be My Witnesses», Επιμέλεια Γεωρ. Λαιμοπούλου, Εκδ. «Τέρτιος», Κατερίνη 1991, σελ. 19. 
18 Περιοδ. «Επίσκεψις», αρ.511/30.11.1994, σελ. 28. 
19 Μοναχού Αρσενίου Βλιαγκόφτη, Οικουμενισμός και Νέα Εποχή…ο.π. σελ. 38. 
20 Ιωάννη Ρίζου, Οι ληστές της Θείας Διδασκαλίας. Η Παγκόσμια θρησκεία του Οικουμενισμού και οι ψευδοδιδάσκαλοι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Έκδ. Ιεράς Μονής Αγίας Παρασκευής Μηλοχωρίου Πτολεμαΐδας, Μέρος Α΄, σελ.32-33. 
21 Ιωάννη Ρίζου, Οι ληστές της Θείας Διδασκαλίας….ο.π. σελ. 41. 
22 Bλ. ιστοσελίδα augoustinos-kantiotis.gr,  28.10.2009. 
23 Bλ. ιστοσελίδα whatisnewage-newage.blogspot.com/2010/08/blog-post.html 
24 Bλ. ιστοσελίδα thriskeftika.blogspot.com/2012/04/blog-post_4028.html  
25 Μητροπολίτου πρώην  Ελβετίας Δαμασκηνού, Λόγος Διαλόγου, σελ. 156. 
26 Μητροπολίτου πρώην  Ελβετίας Δαμασκηνού, εν: «Ορθοδοξία και Ισλάμ.Κριτική προσέγγισις του ακαδημαϊκού διαλόγου υπό το φως των αγίων Πατέρων», Εκδ. Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου, 1997, σελ. 17. 
27 Μητροπολίτου πρώην Ελβετίας Δαμασκηνού, στο Περιοδ. «Επίσκεψις», αρ. 426/1.10.1989, σελ. 6. 
28 Π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, Διαλογισμός ή προσευχή; Ορθόδοξη θεώρηση, Αθήναι 1993, σελ. 236. 
29 Βλ. άρθρο του Ν. Χειλαδάκη στο ιστολόγιο Pro News, 19.11.2014 
30 Βλ. άρθρο της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, στην ιστοσελίδα http://www.impantokratoros.gr/ D456D4D3.el.aspx 
31 Bλ. ιστοσελίδα http://www.fourakis-kea.com/forum/viewtopic.php?f=13&t=1700 
32 Ιω. Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων 1,2,ΕΠΕ 34,103-105. 
33 Ιω. Χρυσοστόμου, Κατά Ιουδαίων1,3,ΕΠΕ 34,111. 
34 Γρηγορίου του Παλαμά, Επιστολή προς την εαυτού Εκκλησίαν  8, ΕΠΕ 7,166-168 
35 Βλ.  Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Παν. Τρεμπέλα, Αθήναι 1951, σ. 212. 
36 Υπόμνημα εις την προς Ρωμαίους Επιστολή  ΚΓ΄, ΕΠΕ 17,490-492, PG 60,611. 
37 Γρηγορίου Θεολόγου, Απολογητικός της εις Πόντον φυγής  82, ΕΠΕ 1,176. 
38 Εκδόσεις «Βρυέννιος», Θεσσαλονίκη 2003 
39 «Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1998, τομ. Α΄σελ. 210,238 
40 «Ο άγιος Παΐσιος ο αγιορείτης», Έκδ. Ιερού ΄Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2015, σελ. 374.

ΠΟΙΑ Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΥΣΗΣ ΝΑ ΣΥΝΕΛΘΕΙ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ;


Ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, πού ἔγινε στά πλαίσια τῶν κατηχητικῶν ἀναλύσεων τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικῶν Γλυφάδας, τό Σάββατο στίς 13-2-2016.

Ἐμεῖς τήν Ὀρθοδοξία δέν τήν πουλᾶμε μέ τίποτε, γιά ὁποιονδήποτε Πάπα, γιά ὁποιαδήποτε λυκοφιλία, ψευτο-φιλία, ἡ ἀλήθεια παραμένει ἀλήθεια, τήν ἀλήθεια δέν τήν πουλᾶμε.
Ὅταν πᾶνε καλά τά πράγματα, ἐγώ σέ αὐτή τήν περίπτωση φοβᾶμαι, ὅπως φοβᾶμαι, σᾶς ἔχω πεῖ, γιά τή μέλλουσα νά συνέλθει Σύνοδο. Καί τό λέω μιά φορά ἀκόμη: Παλιά οἱ Σύνοδοι γίνονταν ὅταν ὑπῆρχε μία αἵρεση καί μαζεύονταν οἱ Πατέρες ἀπ᾽ ὅλο τόν κόσμο καί προσπαθοῦσαν νά ἀντιμετωπίσουν τήν αἵρεση.
Σήμερα ποιά αἵρεση ἔχουμε ἀκριβῶς, ποιός εἶναι ὁ μεγάλος κίνδυνος; Γι᾽ αὐτό θεωρῶ περιττή, αὐτή τήν Σύνοδο πού θά γίνει. Τό φοβᾶμαι πάρα πολύ, τί προβλήματα θά βγάλει, γιατί πρόβλημα δέν ὐπάρχει οὐσιαστικά.
Ποιά εἶναι ἡ αἵρεση, ποιά αἵρεση θά πολεμήσουν; Οἱ Πατέρες πολεμοῦσαν κάποιες αἱρέσεις. Στήν Πρώτη [Οἰκουμενική] πολέμησαν τόν Ἄρειο, στή Δεύτερη, αὐτούς πού δέν δέχονταν τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καί στήν Τέταρτη, τό ἴδιο, δέν δέχονταν ὅ,τι ὁ Χριστός ἔγινε ἄνθρωπος.
Σέ κάθε Οἰκουμενική Σύνοδο ὑπῆρχε μία αἵρεση χοντρή. Τώρα ποιά ὑπάρχει; Μήπως τίς φτιάχνουμε μόνοι μας γιά νά κάνουμε Συνόδους καί ψευτο-πανηγύρια; Ἐμένα δέν μ᾽ ἀρέσει καθόλου καί διαφωνῶ. Εὔχομαι νά μή γίνει ποτέ. Ὅσο γίνονται τέτοιες Σύνοδοι, θά πολλαπλασιάζουμε τά προβλήματα.
Εἶναι ἡ γνώμη μου, τίποτε ἄλλο. Λέω μιά ἀλήθεια, ὅπως τή σκέπτομαι.



(Πηγή: www.floga.gr)
(Ἠχητική πηγή: YouTube)

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ


Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ


Η εγκατάλειψις της Αγάπης από τον Άνθρωπο,
είναι η εγκατάλειψη του από τον Θεό.

όπως όταν το φως υπάρχει είναι αδύνατο το σκότος να φανεί ...
έτσι και η Αγάπη όταν υπάρχει, ο πόνος και η δυστυχία μεταμορφώνονται σε χαρά και ευτυχία.
μα τελικά γιατί πονάει ο άνθρωπος;
τι αγαπά και τι είναι αγάπη;
φτωχός δεν είναι αυτός που δεν έχει... αλλά αυτός που πονά για αυτό που δεν έχει.

και σήμερα οι άνθρωποι πένητες από αλήθεια πονούν και ας έχουν αγάπη....
πονούν γιατί άνθρωπος χωρίς αγάπη ... ψυχή νεκρή χωρίς ζωή.

και ιδού μας λέγει ο Λόγος της Αγάπης …από το δένδρο του αγαθού Θεού.
«ΑΓΑΠΑΤΕ ΑΛΛΗΛΟΥΣ ΩΣ ΕΑΥΤΟΝ»
και η Αγάπη της Θείας Χάριτος του Ιησού Χριστού μας θα λάμψει μέσα στην καρδιά σου... από το φως της επίγνωσης του υιού του Θεού που είναι ό,τι η ψυχή σου ...και ο Λόγος το Είναι σου... αδελφή ψυχή μου.


ένα το Άγιο Πνεύμα...
και οι άνθρωποι σταγόνες της βροχής....
μα ενδεδυμένοι όλοι και αγιασμένοι από την Ορθόδοξη Πόλη της θάλασσας του Θεού στην γη. Ορθόδοξοι Χριστιανοί και ευλογημένοι οι Έλληνες.... σήμερα νεκροί ψάχνουμε λύτρωση από τα δεινά της ύλης ....... και τα δεινά της ψυχής μας δεν νοιάζεται κανείς.

όλοι από μόνοι τους θεοί .... έχουν άποψη αν υπάρχει Θεός ή όχι... και έτσι υπερήφανοι ζουν για το εγώ τους προς τους άλλους ως ανώτεροι αυτοί... με χρήμα για δόξα... και σε αυτό δίνουν την δύναμη όλη της ψυχής τους... κηρύττοντας πως άλλη οδός δεν υπάρχει...

στο όνομα της Ελευθερίας και φύσης της ανθρώπινης Ουράνιας ψυχής...
στο Άγιο Πνεύμα που από όλη την γη μόνο οι Άγιοι και οι Σοφοί Ακούνε...
εσείς άνθρωποι της βαβυλωνίας της γης…
ΤΑΠΕΙΝΩΘΕΙΤΕ... και αιτήστε από τον Κύριο του Ουρανού το Φως,
δεχθείτε την ήττα σας από Αυτόν...
και δοξάστε την Αγάπη με την δική σας Αγάπη αδέλφια μου... Ορθόδοξοι Χριστιανοί της Αγίας Σοφίας του Θεού την Εκκλησία...

ιωάννης
*********


Κηρύττει Ιωάννης: 


Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ. Πως πρέπει να προσέχει τον εαυτό του όποιος ζει μέσα στον κόσμο

 



Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ. Πως πρέπει να προσέχει τον εαυτό του όποιος ζει μέσα στον κόσμο
Πῶς πρέπει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ του ὅποιος ζεῖ μέσα στὸν κόσμο (1)
Ψυχὴ ὅλων τῶν ἀσκήσεων, ποὺ γίνονται γιὰ τὸν Κύριο, εἶναι ἡ προσοχή. Δίχως προσοχή, ὅλες αὐτὲς οἱ ἀσκήσεις εἶναι ἄκαρπες, νεκρές. Ὅποιος ποθεῖ τὴ σωτηρία του πρέπει νὰ μάθει νὰ προσέχει ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό του, εἴτε ζεῖ στὴ μόνωση εἴτε ζεῖ μέσα στὸν περισπασμό, ὁπότε καμιὰ φορά, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλει, παρασύρεται ἀπὸ τὶς συνθῆκες.

Ἂν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ γίνει τὸ ἰσχυρότερο ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς, τότε πιὸ εὔκολα θὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας, τόσο στὴν ἡσυχία τοῦ κελιοῦ μας ὅσο καὶ μέσα στὸν θόρυβο ποὺ μᾶς κυκλώνει ἀπὸ παντοῦ.

Στὴ διατήρηση τῆς προσοχῆς πολὺ συμβάλλει ἡ συνετὴ μετρίαση τῆς τροφῆς, ποὺ μειώνει τὴ θέρμη τοῦ αἵματος. Ἡ αὔξηση αὐτῆς τῆς θέρμης ἀπὸ τὰ πολλὰ φαγητά, ἀπὸ τὴν ἔντονη σωματικὴ δραστηριότητα, ἀπὸ τὸ ξέσπασμα τῆς ὀργῆς, ἀπὸ τὸ μεθύσι τῆς κενοδοξίας καὶ ἀπὸ ἄλλες αἰτίες προκαλεῖ πολλοὺς λογισμοὺς καὶ φαντασιώσεις, δηλαδὴ τὸν σκορπισμὸ τοῦ νοῦ. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι πατέρες σ’ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ του συστήνουν πρὶν ἀπ’ ὅλα τὴ μετρημένη, διακριτικὴ καὶ διαρκῆ ἐγκράτεια ἀπὸ τὶς τροφὲς (2).

Ὅταν σηκώνεσαι ἀπὸ τὸν ὕπνο πρόκειται γιὰ μιὰ προεικόνιση τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ποὺ περιμένει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους—, νὰ κατευθύνεις τὶς σκέψεις σου στὸν Θεό. Νὰ προσφέρεις σὰν θυσία σ’ Ἐκεῖνον τοὺς πρώτους καρποὺς τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ σου, ὅταν αὐτὸς δὲν ἔχει ἀκόμα προσλάβει καμιὰ μάταιη ἐντύπωση.

Ἀφοῦ ἱκανοποιήσεις ὅλες τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματος, ὅπως κάθε ἄνθρωπος ποὺ σηκώνεται ἀπὸ τὸν ὕπνο, διάβασε μὲ ἡσυχία καὶ αὐτοσυγκέντρωση τὸν συνηθισμένο προσευχητικό σου κανόνα. Φρόντισε ὄχι τόσο γιὰ τὴν ποσότητα ὅσο γιὰ τὴν ποιότητα τῆς προσευχῆς. Αὐτὸ σημαίνει νὰ προσεύχεσαι μὲ ἀπόλυτη προσοχή. Ἔτσι θὰ φωτιστεῖ καὶ θὰ ζωογονηθεῖ ἡ καρδιὰ ἀπὸ τὴν κατάνυξη καὶ τὴ θεία παρηγοριά.

Μετὰ τὸν κανόνα τῆς προσευχῆς, προσπαθώντας πάλι μ’ ὅλες σου τὶς δυνάμεις γιὰ τὴ διατήρηση τῆς προσοχῆς, νὰ διαβάζεις τὴν Καινὴ Διαθήκη, κυρίως τὸ Εὐαγγέλιο. Διαβάζοντας, νὰ σημειώνεις μὲ ἐπιμέλεια τὶς παραγγελίες καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ κατευθύνεις σύμφωνα μ’ αὐτὲς ὅλες σου τὶς πράξεις τῆς ἡμέρας, φανερὲς καὶ κρυφές.

Ἡ ποσότητα τῆς μελέτης ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς δυνάμεις σου καὶ ἀπὸ τὶς περιστάσεις. Δὲν πρέπει νὰ βαραίνεις τὸν νοῦ σου μὲ ὑπέρμετρη ἀνάγνωση προσευχῶν ἤ τῆς Γραφῆς. Δὲν πρέπει, ἐπίσης, νὰ παραμελεῖς τὶς ὑποχρεώσεις σου γιὰ νὰ προσευχηθεῖς ἤ νὰ μελετήσεις περισσότερο. Ὅπως ἡ ἄμετρη χρήση ὑλικῆς τροφῆς προκαλεῖ διαταραχὲς στὸ στομάχι καὶ τὸ ἐξασθενίζει, ἔτσι καὶ ἡ ἄμετρη χρήση πνευματικῆς τροφῆς ἐξασθενίζει τὸν νοῦ, τοῦ προκαλεῖ ἀποστροφὴ πρὸς τὶς εὐσεβεῖς ἀσκήσεις καὶ τοῦ φέρνει ἀθυμία (3).

Στὸν ἀρχάριο οἱ ἅγιοι πατέρες συστήνουν νὰ προσεύχεται συχνὰ ἀλλὰ σύντομα. Ὅταν ὁ νοῦς ὡριμάσει πνευματικὰ καὶ δυναμώσει, τότε θὰ μπορεῖ νὰ προσεύχεται ἀδιάλειπτα. Σὲ τέτοιους χριστιανούς, ποὺ ἔχουν γίνει ὥριμοι, φτάνοντας στὰ μέτρα τῆς τελειότητας τοῦ Χριστοῦ (4), ἀναφέρονται τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Ἐπιθυμῶ νὰ προσεύχονται οἱ ἄνδρες σὲ κάθε τόπο καὶ νὰ σηκώνουν στὸν οὐρανὸ χέρια καθαρὰ (ἀπὸ κάθε μολυσμό), δίχως ὀργὴ καὶ λογισμοὺς» (5), δηλαδὴ δίχως ἐμπάθεια, περισπασμὸ ἤ μετεωρισμό. Γιατί αὐτὸ ποὺ εἶναι φυσικὸ γιὰ ἕναν ἄνδρα, δὲν εἶναι ἀκόμα φυσικὸ γιὰ ἕνα νήπιο.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος φωτιστεῖ ἀπὸ τὸν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μέσω τῆς προσευχῆς καὶ τῆς μελέτης, μπορεῖ νὰ ἐπιδοθεῖ στὶς καθημερινές του ἀσχολίες, προσέχοντας ὥστε σ’ ὅλα τὰ ἔργα καὶ τὰ λόγια του, σ’ ὅλη τὴν ὕπαρξή του νὰ κυριαρχεῖ καὶ νὰ ἐνεργεῖ τὸ πανάγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὸ ἀποκαλύφθηκε καὶ ἐξηγήθηκε στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές.

Ἂν στὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας ὑπάρχουν ἐλεύθερες στιγμές, χρησιμοποίησέ τες γιὰ νὰ διαβάσεις μὲ προσοχὴ μερικὲς ἐπιλεγμένες προσευχὲς ἤ περικοπὲς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἐνισχύοντας ἔτσι τὶς ψυχικές σου δυνάμεις, ποὺ ἔχουν ἐξασθενήσει ἀπὸ τὶς διάφορες δραστηριότητες μέσα στὸν πρόσκαιρο κόσμο. Ἂν τέτοιες χρυσὲς στιγμὲς δὲν ὑπάρχουν, νὰ λυπᾶσαι γι’ αὐτό, ὅπως ἂν εἶχες χάσει θησαυρό. Ὅ,τι χάθηκε σήμερα δὲν πρέπει νὰ χαθεῖ καὶ αὔριο, γιατί ἡ καρδιὰ μας εὔκολα παραδίνεται στὴ ραθυμία καὶ τὴ λήθη. Ἀπ’ αὐτές, πάλι, γεννιέται ἡ σκοτεινὴ ἄγνοια, ποὺ καταστρέφει τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου (6).

Ἂν συμβεῖ νὰ πεῖς ἤ νὰ κάνεις κάτι ποὺ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, τότε χωρὶς καθυστέρηση διόρθωσε τὸ σφάλμα σου μὲ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοια. Μὲ τὴ μετάνοια νὰ ἐπιστρέφεις πάντα στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ, ὅταν ξεφεύγεις ἀπ’ αὐτόν, καταφρονώντας τὸ θεῖο θέλημα. Μὴ μένεις γιὰ πολὺ ἔξω ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ! Στὶς ἁμαρτωλὲς σκέψεις καὶ φαντασιώσεις καὶ στὰ ἐμπαθῆ αἰσθήματα νὰ ἀντιπαραθέτεις μὲ πίστη καὶ ταπείνωση τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές, λέγοντας μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο πατριάρχη Ἰωσήφ: «Πῶς μπορῶ νὰ κάνω αὐτὸ τὸ κακὸ καὶ ν’ ἁμαρτήσω μπροστὰ στὸν Θεό;» (7).

Ὅποιος προσέχει τὸν ἑαυτὸ του πρέπει ν’ ἀπαρνηθεῖ γενικὰ κάθε φαντασίωση, ὅσο ἑλκυστικὴ καὶ εὔσχημη κι ἂν φαίνεται αὐτή. Κάθε φαντασίωση εἶναι περιπλάνηση τοῦ νοῦ ὄχι στὴν περιοχὴ τῆς ἀλήθειας ἀλλὰ στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων, ποὺ δὲν ὑπάρχουν οὔτε πρόκειται νὰ ὑπάρξουν καὶ ποὺ πλανοῦν τὸν νοῦ, ἐμπαίζοντάς τον. Συνέπειες τῶν φαντασιώσεων εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς προσοχῆς, ὁ σκορπισμὸς τοῦ νοῦ καὶ ἡ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ἔτσι ἀρχίζει ἡ διαταραχὴ τῆς ψυχῆς.

Τὸ βράδυ, ὅταν πηγαίνεις γιὰ ὕπνο —πού, μετὰ τὴν ἐγρήγορση τῆς ἡμέρας καὶ σὲ σύγκριση μ’ αὐτήν, προεικονίζει τὸν θάνατο—, νὰ ἐξετάζεις τὶς πράξεις ποὺ ἔκανες ὅσο ἤσουνα ξύπνιος. Ἕνας τέτοιος αὐτοέλεγχος δὲν εἶναι δύσκολος γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ζεῖ προσεκτικά. Γιατί ἡ προσοχὴ ἐξαφανίζει τὴ λήθη, ποὺ εἶναι φαινόμενο τόσο συνηθισμένο σ’ ὅποιον ἔχει περισπασμούς. Ἔτσι, λοιπόν, ἀφοῦ θυμηθεῖς ὅλες τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔκανες στὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, εἴτε μὲ πράξεις εἴτε μὲ λόγια εἴτε μὲ σκέψεις, ἐγκάρδια πρόσφερε γι’ αὐτὲς τὴ μετάνοιά σου στὸν Θεό, ἔχοντας τὴ διάθεση τῆς διορθώσεως. Μετὰ διάβασε τὸν κανόνα τῆς προσευχῆς σου. Τέλος, κλεῖσε τὴν ἡμέρα σου ὅπως τὴν ἄρχισες, δηλαδὴ μὲ θεϊκοὺς λογισμούς.

Τὴν ὥρα ποὺ κοιμᾶται ὁ ἄνθρωπος, ποῦ πᾶνε ὅλες οἱ σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματά του; Τί μυστικὴ κατάσταση εἶναι αὐτὴ τοῦ ὕπνου, κατὰ τὴν ὁποία τόσο ἡ ψυχὴ ὅσο καὶ τὸ σῶμα ζοῦν καὶ συνάμα δὲν ζοῦν, ἀποξενωμένα καθὼς εἶναι ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς ζωῆς, σὰν νεκρά; Ἀκατανόητος εἶναι ὁ ὕπνος, ὅπως καὶ ὁ θάνατος. Ὅπως στὴν αἰώνια ἀνάπαυση, ἔτσι καὶ στὴν πρόσκαιρη τοῦ ὕπνου ἡ ψυχὴ ξεχνάει ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ μεγάλες πίκρες, ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ φοβερὲς ἐπίγειες συμφορές.

Καὶ τὸ σῶμα;!... Ἀφοῦ σηκώνεται ἀπὸ τὸν ὕπνο, ὁπωσδήποτε θὰ ἀναστηθεῖ καὶ ἀπὸ τοὺς νεκρούς.

Ὁ μεγάλος ἀββὰς Ἀγάθων εἶπε: «Εἶναι ἀδύνατο νὰ προκόψουμε στὴν ἀρετή, ἂν δὲν προσέχουμε ἄγρυπνα τὸν ἑαυτὸ μας» (8). Ἀμήν.


1. Συντάχθηκε γιὰ ἕναν εὐσεβῆ λαϊκὸ ποὺ ἤθελε νὰ ζεῖ προσεκτικὰ μέσα στὸν κόσμο.

2. Βλ Ὁσίου Φιλόθεού του Σιναΐτου, Νηπτικὰ κεφάλαια Μ', γ'. ιε'.

3. Πρβλ. Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Λόγοι Ἀσκητικοί, ΚΓ', 16-17.

4. Πρβλ. Ἐφ. 4:13.

5. Α' Τιμ. 2:8.

6. Πρβλ. Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ. Ἐπιστολὴ πρὸς Νικόλαον μονάζοντα Ὁσίου Πέτρου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Βιβλίον Α', Περὶ ἐμπράκτου γνώσεως.

7. Γεν. 39:9

8. Πρβλ Τὸ Γεροντικόν, Ἀββᾶς Ἀγάθων, ἀπόφθεγμα η'.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Σ Υ Κ Ο Φ Α Ν Τ Ι Α : "Ψευδολογίας Χείμαρρος".

 



Σάντρο Μποτιτσέλι, Η Συκοφαντία του Απελλή, π. 1495, Πινακοθήκη Ουφίτσι. Έργο βασισμένο σε περιγραφή έργου του Απελλή, όπως αυτή δίνεται από τον Λουκιανό σώζεται σε αντίγραφο από τον Σάντρο Μποτιτσέλι ο οποίος το ζωγράφισε βασισμένος σε περιγραφή του Λουκιανού για τον πίνακα του Απελλή στην πραγματεία του «Περὶ τοῦ μὴ ῥᾳδίως πιστεύειν διαβολῆ» δηλαδή πως δεν θα πιστεύετε εύκολα τη συκοφαντία. Η ιστορία αναφέρεται στον ζωγράφο Αντίφιλο που ενοχλείτο γιατί ο Μακεδόνας βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Α’ ο Λάγου έδειχνε ιδιαίτερη εκτίμηση στον Απελλή παρά σε αυτόν. Για το λόγο αυτό, ο Αντίφιλος συκοφάντησε τον Απελλή στον Πτολεμαίο ότι δήθεν συμμετείχε στη συνωμοσία του έπαρχου της Τύρου Θεοδότα εναντίον του Πτολεμαίου. Ο Πτολεμαίος εξοργίσθηκε κατά του Απελλή αλλά όταν αργότερα έμαθε την αλήθεια ντράπηκε και α) δώρισε στον Απελλή 100 τάλαντα και β) του έδωσε τον Αντίφιλο σαν δούλο. Αντιδρώντας ο Απελλής στη συκοφαντία, εξ αιτίας της οποίας κινδύνευσε, ζωγράφισε τον περίφημο πίνακα «Διαβολή» δηλαδή συκοφαντία.

 

Σ Υ Κ Ο Φ Α Ν Τ Ι Α :

"Ψευδολογίας   Χείμαρρος".

Αρχιμανδρίτου Θεοφίλου Λεμοντζή Δρ. Θ.
Ιεροκήρυκος

«Λύτρωσαί με ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων, καὶ φυλάξω τὰς ἐντολάς σου». (Ψαλμ. 118, 134).
Ο λόγος του ψαλμωδού είναι αποκαλυπτικός. Εκφράζει την απελπισμένη στάση του απλού και ανυπεράσπιστου ανθρώπου απέναντι στο θανατηφόρο δηλητήριο που ενσταλάζουν οι συκοφάντες. Όπως το δηλητήριο του φιδιού ενσταλάζεται μέσα στον ανθρώπινο αίμα χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα να αφαιρεθεί από αυτό με κανέναν τρόπο, κατά τον ίδιο τρόπο το δηλητήριο της συκοφαντίας ενσταλάζεται μέσα στις ανθρώπινες συνειδήσεις και οδηγεί στο θάνατο ανθρώπινες υπολήψεις. «Περιήλθα όλη την οικουμένη και είδα όλες τις συκοφαντίες που γίνονταν κάτω από τον ήλιο. Και να, ποτάμι τα δάκρυα που χύνουν οι συκοφαντούμενοι και δεν υπάρχει κανείς να τους παρηγορήσει», αναφέρει ο σοφός Εκκλησιαστής(Εκκλ. 4,1).
Ο λόγος του ψαλμωδού είναι πάντα επίκαιρος, διότι η ανθρώπινη φύση παραμένει η ίδια από τότε που ο άνθρωπος μεθυσμένος από τη θανατηφόρα ηδονή της εωσφορικής αυτοθεώσεως έγινε παράφρων και δέσμιος του Άδη.i Απομακρύνθηκε από το Θεό, από τότε που ο Κάιν εφόνευσε τον αδελφό του Άβελ υποκινούμενος από το φθόνο και τη ζήλεια και μέχρι τη συντέλεια του αιώνος τούτου, διότι όπως μας διδάσκει ο Μέγας Αντώνιος «η κακία ακολουθεί την ανθρώπινη φύση όπως η σκουριά το χαλκό και η ακαθαρσία το σώμα»ii. Η κακία των ανθρώπων παραμένει αιώνια. Δεν πρέπει να μας παραπλανούν τα διάφορα τεχνολογικά επιτεύγματα του ανθρωπίνου πολιτισμού. Η θανατηφόρος νόσος του φθόνου που οδηγεί στη συκοφαντία συνεχίζει να διαβρώνει τις κοινωνικές σχέσεις, δηλητηριάζει τον κοινωνικό ιστό και οδηγεί σε ανθρώπινες τραγωδίες. Ενδέχεται μάλιστα ο σύγχρονος άνθρωπος να ενθουσιάζεται από κάποιες ιδεολογικές αρχές περί αγάπης προς την ανθρωπότητα γενικά και αόριστα, παρά το γεγονός ότι στην καρδιά του φωλιάζει θανάσιμο μίσος για τον πλησίονiii. «Τα σκοτεινά νέφη του μίσους καλύπτουν από τα μάτια μας το Ουράνιον Φώς. Μόνοι τους οι άνθρωποι δημιουργούν για τον εαυτό τους την κόλασή τους..», αναφέρει ένας μεγάλος σύγχρονος πνευματικός πατέρας, ο Γέροντας Σωφρόνιος του 'Εσσεξiv.
Όσον αφορά την ετυμολογία της λέξεως συκοφαντία αυτή προέρχεται από το ουσιαστικό σύκο και το ρήμα φαίνω, φανερώνω. Έχουν προταθεί πολλές ερμηνείες. Η επικρατέστερη είναι αυτή του Ζηνόδωρου ο οποίος ισχυρίζεται ότι όταν κάποτε είχε πέσει λιμός στην Αθήνα, ο δήμος ενέκρινε ψήφισμα που απαγόρευε την εξαγωγή σύκων· όποιοι κατήγγελλαν άλλους ότι εξάγουν σύκα, ονομάστηκαν συκοφάντεςv. Ίσως οι συκοφάντες των Αθηνών δεν φανέρωναν στις αρχές μόνο αυτούς που εξήγαγαν παρανόμως τα σύκα αλλά και ίσως εκβίαζαν τους πλούσιους εμπόρους ότι θα τους καταγγείλουν ψευδώς ότι εξάγουν σύκα αν δεν τους έδιδαν ένα χρηματικό ποσόvi. Στην τρέχουσα ορολογία, συκοφαντώ σημαίνει διατυπώνω ή διαδίδω εσκεμμένα ψευδείς και κακόβουλες κατηγορίες εναντίον κάποιου για να τον μειώσω, να τον εκθέσω και ο συκοφάντης είναι αυτός που κατηγορεί κάποιον γνωρίζοντας απόλυτα ότι είναι ψευδείς οι κατηγορίες. Διαβάλλω και συκοφαντώ είναι συνώνυμα ρήματα καθώς σημαίνουν τη διάδοση ψευδών κατηγοριών. Η συκοφαντία είναι μία εσκεμμένη και προμελετημένη ενέργεια, με πλήρη διαύγεια αντίληψης και στόχου, κατά της υπόληψης και της τιμής του προσώπου, με προφορική ή γραπτή διατύπωση ψευδούς καταγγελίας ή κατηγορίας.

Συκοφαντία… Μια λέξη που προφέρεται τόσο εύκολα όσο εύκολα διαπράττεται. Μια λέξη που εμπερικλείει μια αρνητική ενέργεια, μια πράξη κατευθυνόμενη με πλήρη συνείδηση, μεθοδευμένα και στοχευμένα. Κατασκευάζει πράγματα που δεν άκουσε και ερμηνεύει πράγματα που δεν κατάλαβε. Είναι ένας διαρκής θάνατος του συκοφαντούμενου. Σύμφωνα με τον αείμνηστο γέροντα Μωυσή τον αγιορείτη, ο συκοφάντης είναι δεινός ψεύτης, κακός άνθρωπος, δόλιος και ζηλόφθονος. Πρόκειται για πρόσωπο δειλό, διαστροφικό και ακαλλιέργητο. Έχει επιπολαιότητα, ρηχότητα, μετριότητα και περιέργεια. Οι συκοφάντες χαίρονται ιδιαίτερα όταν βρίσκουν ακροατές και αναγνώστες των ψευδών τους. Παγιδεύουν απρόσεκτους και αδαείς φίλους τους οποίους δεν είναι καθόλου δύσκολο αύριο να διασύρουν κι αυτούς και να διαδώσουν ανυπόστατες κατηγορίες. Η συκοφαντία είναι χειρότερη της κατηγορίας, γιατί εσκεμμένα χρησιμοποιεί το ψεύδος εναντίον άλλου. Η εμπάθεια του συκοφάντη είναι φοβερή. Συνεργάζονται το μίσος και η κακία, η ζήλια και ο φθόνος, η εχθρότητα και η απάτηvii.

Εφευρέτης της συκοφαντίας είναι ο διάβολος όπως αναφέρει και ο άγιος Νεκτάριοςviii. Ψεύτης και πατέρας του ψεύδους, ο διάβολος αποδίδει στον εαυτό του μια φοβερή αποστολή, την αποστολή να αλλοιώνει εκ προθέσεως την αλήθεια. Ήταν αυτός ο οποίος συκοφάντησε το Θεό στην Εύα καθώς προσπάθησε να την πείσει ότι ο Θεός ψεύδονταν όταν προειδοποίησε τους πρωτόπλαστους για πνευματικό και σωματικό θάνατο σε περίπτωση παράβασης της εντολήςix. «Καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε· ᾔδει γὰρ ὁ Θεός, ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν»(Γεν. 3,4-6). Άλλωστε η ίδια η ετυμολογία της λέξης διάβολος προέρχεται από το ρήμα δια-βάλλω, που είναι συνώνυμο με το ρήμα συκοφαντώ, και σημαίνει χωρίζω-διαιρώ και φανερώνει ότι κύριο χαρακτηριστικό του διαβόλου είναι ότι δια-βάλλει δηλαδή χωρίζει, κομματιάζει αντί να ενώσει, καταστρέφει τα πάντα, αντί να δημιουργήσει. Ο διάβολος είναι εκείνος που διαιρεί, που χωρίζει, αποκόπτει κάθε επικοινωνία μεταξύ Θεού και ανθρώπου και μεταξύ των ανθρώπων. Άλλωστε αυτό δεν κάνει και ο κάθε συκοφάντης; Μέσω της διάδοσης ψευδών ειδήσεων ενσπείρει μίσος ανάμεσα σε πατέρα και γιο, ανάμεσα στο σύζυγο και τη σύζυγο, ανάμεσα σε προϊστάμενο και υφιστάμενο. Για αυτό το λόγο μάς συμβουλεύει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «δεν θα συκοφαντήσεις, για να μην εξομοιωθείς με το διάβολο που συκοφάντησε το Θεό στην Εύα, και γίνεις καταραμένος σαν αυτόν. Ή μάλλον -εκτός αν πρόκειται να προξενηθεί κάποια βλάβη στους πολλούς - ακόμη και θα σκεπάσεις το σφάλμα του πλησίον, για να μην εξομοιωθείς με τον Χαμ, αλλά με τον Σημ και τον Ιάφεθ και να επιτύχεις την ευλογία, όπως αυτοί»x. Μάλιστα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος φθάνει στο σημείο να ισχυρίζεται ότι ο συκοφάντης είναι χειρότερος ακόμη και από αυτόν το διάβολο διότι «ο διάβολος κατηγορεί και διαβάλλει τους ανθρώπους, κανέναν όμως από τους άλλους δαίμονες»xi, ενώ ο άνθρωπος συκοφαντεί τον συνάνθρωπό του.
Η συκοφαντία, δυστυχώς, έχει γίνει σήμερα διαδεδομένος τρόπος συμπεριφοράς πολλών ανθρώπων με αποτέλεσμα να θεωρείται ως κάτι το φυσιολογικό και να μην ονομάζεται καν συκοφαντία. Μέσω της ευρείας και παγκόσμιας διάδοσης του ιντερνέτ οι συκοφάντες δεν ψιθυρίζουν πια μόνο στο αυτί ψευδείς ειδήσεις αλλά τις αναγγέλλουν μέσω του ιντερνέτ για να είναι αποτελεσματικότερος ο τρόπος καταστροφής συνειδήσεων και ταυτόχρονα να διατηρείται η ανωνυμία τους. Έχουμε δει να σπιλώνονται προσωπικότητες, υπολήψεις, οικογενειάρχες, με τραγικά πολλές φορές αποτελέσματα· άνθρωποι να χάνουν την εργασία τους, να διαλύεται η οικογένειά τους, να έχουν χάσει την υγεία τους ακόμη, δυστυχώς και να αφαιρούν την ίδια τους τη ζωή πάνω στην απελπισία για την αδικία που διαπράχθηκε εις βάρος τουςxii. Πρόκειται για ένα σύγχρονο bullying.
Η συκοφαντία είναι «ψευδολογίας χείμαρρος», θα τονίσει ο Μέγας Βασίλειοςxiii. Τα συκοφαντικά λόγια είναι διαδόσεις που δεν στηρίζονται στην αλήθεια και στην πραγματικότητα. Είναι ένα μέσον το οποίον πάντοτε οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν για να πλήξουν άλλους. Είναι μία πληγή στο σώμα της κοινωνίας. Είναι μία αρρωστημένη και παθολογική κατάσταση που φανερώνει το βόρβορο που υπάρχει μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν τη συκοφαντία θυγατέρα του μίσους και του φθόνουxiv. Τα συκοφαντικά λόγια ως άλλα πούπουλα, όπως χαρακτηριστικά τα παρομοιάζουν μερικοί Άγιοί μας, που τα φυσά ο άνεμος, διασκορπίζονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και είναι αν όχι αδύνατον, φοβερά δύσκολο να συγκεντρωθούν πάλι πίσω, όταν αποκαλυφθεί η απάτη της συκοφαντίας ή όταν ο συκοφάντης μετανοήσει και θελήσει να επανορθώσει το κακό που προκάλεσε. Πάντα θα μένουν υπολείμματα και τραύματα από μια συκοφαντία που έχει συντελεσθεί. Σ’ αυτή την πραγματικότητα και φιλοσοφία, εξάλλου, στηρίχθηκε το "δόγμα" του Γκαίμπελς που έλεγε: "ρίξτε-ρίξτε λάσπη, στο τέλος κάτι θα μείνει" και το οποίο εφαρμόζουν πιστά σήμερα, πολλά οργανωμένα συμφέροντα στους χώρους των επιχειρήσεων, της πολιτικής, της εκκλησίας και αλλαχούxv. Ενώ ο δολοφόνος σκοτώνει το σώμα, ο συκοφάντης σκοτώνει την τιμή και την υπόληψη, τα οποία είναι ανώτερα από κάθε υλικό αγαθόxvi.
Ποιό είναι όμως το κίνητρο που ωθεί τον άνθρωπο στο να συκοφαντεί τον συνάνθρωπό του και να εκτοξεύει ψέματα εναντίον του; Η ασκητική εμπειρία μάς έχει υποδείξει ότι τα κίνητρα του συκοφάντη είναι η ζήλεια, ο φθόνος, η μνησικακία, η υπερηφάνεια και τα σαρκικά πάθη. H συκοφαντία είναι το απαισιότερο φάσμα του μίσους και της κακότητας και το οδυνηρότερο τραύμα γι’  αυτόν που την υφίσταται.  H συκοφαντία είναι το αμυντικό όπλο της κατωτερότητας.  Επειδή δεν μπορεί να σκεπάσει τη γύμνωση και ευτέλειά της προσπαθεί να αμαυρώσει αυτούς που βρίσκονται πιο ψηλά για να δικαιωθεί όπως νομίζει, θα επισημάνει ο αείμνηστος και χαρισματούχος Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινόςxvii. Μας διδάσκει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Όταν μας δουν οι δαίμονες να περιφρονούμε τα πράγματα του κόσμου, ώστε να μη μισούμε εξαιτίας αυτών τους ανθρώπους και εκπέσουμε από την αγάπη, τότε παρακινούν άλλους να μας συκοφαντήσουν, ώστε, μη υποφέροντας την λύπη, να μισήσουμε εκείνους που μας συκοφάντησαν»xviii. «Οι δαίμονες μάς σπρώχνουν πιεστικά ή στο να αμαρτήσωμε ή, αν δεν αμαρτήσωμε, στο να κατακρίνωμε όσους αμάρτησαν», μας διδάσκει επίσης ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακοςxix. Σύμφωνα με τον Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινό: «O εχθρός διάβολος γνωρίζει τη σκληρότητα και την οδύνη, που προκαλεί αυτή η κακία και τη μεταχειρίζεται κατά των ισχυρών του αντιπάλων. Σκοπός του είναι να λυγίσει την καρτερία τους»xx. Αυτή είναι η πονηρία του διαβόλου. Ο συκοφάντης φθονεί την αρετή του άλλου και μισεί την αλήθεια. Μέσω της συκοφαντίας προσπαθεί να σπείρει το μίσος μεταξύ των ανθρώπων. Η θέληση του συκοφάντη συμπίπτει με τη σατανική θέληση και έτσι δαιμονοποιείται. Η συκοφαντία έχει εξάπαντος δαιμονικό και εωσφορικό χαρακτήρα. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά και ο άγιος Παΐσιος «οι συκοφάντες εργάζονται συνεργαζόμενοι με το ταγκαλάκι», δηλαδή τον διάβολοxxi.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει: "Δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος της ψυχής από τη συκοφαντία, είτε στην πίστη, είτε στη διαγωγή συκοφαντείται κάποιος∙ και κανείς δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος όταν συκοφαντείται, παρά μόνο εκείνος που στρέφει τα μάτια του στο Θεό, όπως η Σωσάννα. Μόνο ο Θεός μπορεί να μας λυτρώσει από τον κίνδυνο και να φανερώσει στους ανθρώπους την αλήθεια, όπως έκανε στην περίπτωση της Σωσάννας, και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα"xxii. Ποια ήταν όμως η Σωσάννα στην οποία αναφέρεται ο άγιος Μάξιμος; Η Σωσάννα ήταν μια ενάρετη παντρεμένη νεαρή γυναίκα την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Ήταν σεμνή και ταυτόχρονα πολύ όμορφη. Η ομορφιά της γοήτευσε δυο γέροντες που είχαν το αξίωμα του δικαστού οι οποίοι την εκβίασαν ότι αν δεν ενδώσει στις ανήθικες ορέξεις τους θα την κατηγορήσουν ότι είναι μοιχαλίδα και ότι απάτησε τον άντρα της και ότι δήθεν αυτοί ήταν αυτόπτες μάρτυρες της σκηνής της μοιχείας. Η Σωσάννα όμως δεν φοβήθηκε τον εκβιασμό και αρνήθηκε να παραβεί τον νόμο του Θεού και να ενδώσει στις παράνομες επιθυμίες τους. Οι δύο γέροντες δεν έμειναν άπρακτοι και την κατηγόρησαν ότι δήθεν απάτησε τον άνδρα της μ' έναν νεαρό στον κήπο του σπιτιού της και την κατεδίκασαν σε θάνατο. Ασφαλώς ο λαός που την κατεδίκασε δεν γνώριζε την αλήθεια. Ενώ λοιπόν η απόφαση ελήφθη από το δικαστήριο τότε έξαφνα το Άγιο Πνεύμα φωτίζει τον νεαρό τότε προφήτη Δανιήλ ο οποίος ζήτησε να εξετάσει έναν-έναν χωριστά τους δικαστές. Ρώτησε λοιπόν τον πρώτο γέροντα: «Κάτω από ποιο δέντρο είδες τη Σωσάννα να διαπράττει την αμαρτία;». «Κάτω από ένα σχίνο» απάντησε εκείνος. «Να που είπες ψέματα, γιατί ο άγγελος του Θεού έχει λάβει κιόλας εντολή από το Θεό να σε σχίσει στα δύο», του είπε ο Δανιήλ. Μετά απευθύνθηκε στον άλλο δικαστή χωριστά: «Εσύ κάτω από ποιο δέντρο την έπιασες;». «Κάτω από ένα πουρνάρι», απάντησε εκείνος. «Νάτο, ψέμα είπες κι εσύ, ο άγγελος του Θεού σε περιμένει με το ξίφος του για να σε κόψει στα δύο», του είπε ο Δανιήλ. Τελικά απεδείχθη η αθωότητα της Σωσάννας και οι δύο δικαστές καταδικάστηκαν σε θάνατο από τη σύναξη σύμφωνα με το νόμο του Μωυσή και έλαμψε η αλήθεια(Δαν.1.1-64). Μια άλλη διδακτική ιστορία από την Παλαιά Διαθήκη την οποία θυμόμαστε τη Μεγάλη Δευτέρα είναι αυτή του παγκάλου Ιωσήφ ο οποίος πουλήθηκε από τους ίδιους τους αδελφούς του ως σκλάβος στην Αίγυπτο (Γεν 37, 12-36). Εκεί συκοφαντήθηκε αδυσώπητα από την σύζυγο του Πετεφρή επειδή δεν ενέδωσε στις πονηρές διαθέσεις της και φυλακίστηκε(Γεν 39, 1-23). Όμως ο Θεός τον δικαίωσε και τον έκανε κυβερνήτη δίπλα στον Φαραώ της Αιγύπτου (Γεν 41, 1-46) διότι όπως λέγει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής «καλύτερα να σε αδικούν οι άνθρωποι και όχι οι δαίμονες. Εκείνος που ευαρεστεί τον Κύριο, τους νίκησε και τους δύο»xxiii. Αυτό κατόρθωσε και ο πάγκαλος Ιωσήφ. Νίκησε τις μεθοδείες του πονηρού αλλά και την πονηρία των ανθρώπων.
H συκοφαντία ως προς την κακότητα και πονηρία κατέχει την πρώτη θέση στον κατάλογο της κακοήθειαςxxiv.  Ο σοφός και μακαριστός Αγιορείτης Γέροντας Μωυσής αναφερόμενος στο μεγάλο αμάρτημα της συκοφαντίας επισημαίνει: «Ο πνευματικός νόμος συνεχίζει να λειτουργεί: Ό,τι έκανες θα πάθεις. Μερικές φορές και χειρότερα»xxv. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της Ιεζάβελ η οποία ήταν γυναίκα του βασιλιά Αχαάβ και συκοφάντησε τον Ναβουθαί. Ο Αχαάβ ήθελε να αγοράσει το αμπέλι του Ναβουθαί. Ο Ναβουθαί όμως δεν το έδινε γιατί ήταν κληρονομιά από τους προγόνους του. Η άρνησή του προκάλεσε λύπη στον Αχαάβ (Α' Βασ. 21,4) γι’ αυτό και η γυναίκα του Ιεζάβελ ανέλαβε να ενεργήσει για να πάρει παράνομα το αμπέλι. Γράφοντας επιστολές με το όνομα του Αχαάβ τίς έστειλε στους πρεσβυτέρους και τους άρχοντες της πόλης, ζητώντας τους να βρουν δύο ψευδομάρτυρες οι οποίοι θα συκοφαντήσουν το Ναβουθαί για βλασφημία απέναντι στο Θεό και το βασιλιά. Έτσι σε μια τελετή νηστείας που διοργάνωσαν και μπροστά στο λαό συκοφάντησαν το Ναβουθαί με αποτέλεσμα να τον σκοτώσουν με λιθοβολισμό (Α' Βασιλέων 21,7-14). Όμως, όταν ο προφήτης Ηλίας, με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, κατάλαβε ότι ο Ναβουθαί συκοφαντήθηκε, κατήγγειλε και έλεγξε το άνομο βασιλικό ζεύγος(Α' Βασιλέων 21,1). Προφήτευσε ότι η τιμωρία τους θα είναι παραδειγματική. Όταν ο Αχαάβ μετέβη για να αρπάξει το αμπέλι του Ναβουθαί, ο προφήτης Ηλίας του ανήγγειλε ότι στον τόπο που τα σκυλιά έγλυψαν το αίμα του Ναβουθαί που χύθηκε με άδικο τρόπο, εκεί θα γλύψουν και το δικό του (Γ' Βασιλέων 21,1-24). Η τιμωρία όμως δεν έπληξε τον Αχαάβ διότι μετανόησε αλλά την γυναίκα του (Γ' Βασιλέων 21,25-29). Μετά τον θάνατο του Αχαάβ, η Ιεζάβελ εκδιώχθηκε από τον Ιηού ο οποίος διέταξε να την πετάξουν από το παράθυρο. Κατόπιν ο Ιηού πέρασε πάνω από το πτώμα της με την άμαξά του (Β' Βασιλέων 9,30-37) και έδωσε το πτώμα της για βορά των σκύλων εκπληρώνοντας την προφητεία του προφήτη Ηλία.
Οι άγιοι Πατέρες μας όχι μόνο επιτιμούν το πάθος της συκοφαντίας αλλά και το πάθος της κατακρίσεως. Ὁ άγιος Ιωάννης της Κλίμακος παρομοιάζει την καταλαλιά μέ «παχειά βδέλλα, πού απορροφά το αίμα της αγάπης» καθώς γεννάται από το μίσος και από την μνησικακία. Μας διδάσκει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Άκουσα μερικούς να καταλαλούν και τους επέπληξα. Και για να δικαιολογηθούν οι εργάτες αυτοί του κακού μού απήντησαν ότι το έκαναν από αγάπη και ενδιαφέρον προς αυτόν που κατέκριναν. Εγώ τότε τους είπα να την αφήσουν αυτού του είδους την αγάπη, για να μη διαψευσθή εκείνος που είπε: “Τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον εξεδίωκον” (Ψαλμ. ρ΄ 5). Εάν ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς τον άλλον, ας προσεύχεσαι μυστικά γι΄ αυτόν και άς μη τον κακολογής. Διότι αυτός ο τρόπος της αγάπης είναι ευπρόσδεκτος από τον Κύριον»xxvi. Οι ασκητές της ερήμου όχι μόνο θεωρούσαν μεγάλη αμαρτία την κατάκριση αλλά και σκέπαζαν τα αμαρτήματα του πλησίον για να μας υποδείξουν την αγάπη και τη συγχωρητικότητα και το ότι πρέπει να ασκήσουμε τον εαυτό μας στο να μην κακολογούμε και να μη λέμε ψέματα εναντίον του αδελφού μας. Αναφέρει το Γεροντικό ότι κάποιος από τους Πατέρες είδε έναν αδελφό να αμαρτάνει. Έκλαψε τότε πικρά και είπε: «Αυτός σήμερα, εγώ αύριο!», θέλοντας να δείξει πόσο ευμετάβολη είναι η ανθρώπινη φύση και πόσο όλοι είμαστε επιρρεπείς προς την αμαρτίαxxvii. Ένδειξη ταπεινώσεως είναι να δούμε τα δικά μας πάθη και ελαττώματα. «Δώρησαί μοι Κύριε τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου», προσεύχεται ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος. Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας μ' ένα τρόπο απόλυτο είναι ίσως το συγκλονιστικότερο χαρακτηριστικό της ζωής τού αυθεντικού αγίου ανθρώπου και οπωσδήποτε όταν καθρεπτιζόμαστε στο συγκλονισμό που προκαλεί η συναίσθηση μιάς μοναδικής και απόλυτης αμαρτωλότητας, δεχόμαστε ισχυρό νυγμό στο βάθος της αυτογνωσίας μαςxxviii. Για αυτό το λόγο, αυτό το οποίο τονίζει η πνευματική μας παράδοση είναι να εργαζόμαστε για την καλυτέρευση του εαυτού μας και να μην περιεργαζόμαστε τα σφάλματα των άλλων. Μας διδάσκει ο άγιος Παΐσιος ότι θα πρέπει να αμφιβάλλουμε για την κρίση μας διότι αυτή δεν είναι πάντα ασφαλής. Αναφέρει τα εξής: «Δεν σκέφτομαι πάντοτε σωστά, πολλές φορές κάνω λάθος. Να, στην τάδε περίπτωση σκέφθηκα έτσι και βγήκε ότι είχα άδικο. Στην τάδε περίπτωση έκρινα και έπεσα έξω, οπότε τον αδίκησα τον άλλον. Επομένως δεν πρέπει να ακούω τον λογισμό μου. Ο καθένας μας λίγο-πολύ έχει περιπτώσεις που έπεσε έξω στην κρίση του. Αν φέρει στον νου του τις περιπτώσεις που έκρινε και έπεσε έξω, τότε θα αποφεύγει την κατάκριση. Αλλά και μια φορά να μην έπεσε έξω και να είχε δίκαιο, πού ξέρει τα ελατήρια του άλλου; Ξέρει πώς έγινε κάτι; Να μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα»xxix. Τα αισθητήριά μας λοιπόν συχνά κάνουν λάθος. Δεν γνωρίζουμε την πρόθεση του άλλου γι' αυτό ερμηνεύουμε λανθασμένα τη συμπεριφορά του. Άλλωστε δεν έχουμε τη δυνατότητα να κρίνουμε τον άλλο, γιατί δεν μπορούμε να μπούμε στην ψυχή του. Η κρίση είναι έργο μόνο του Θεούxxx. «Μη κατακρίνης και όταν ακόμη βλέπης κάτι με τους ίδιους τους οφθαλμούς σου, διότι και αυτοί πολλές φορές εξαπατώνται», μας διδάσκει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακοςxxxi.
Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπεύθυνοι για τη συκοφαντία δεν είναι μόνο εκείνοι που εκτοξεύουν αυτό το δηλητήριο, αλλά και εκείνοι που το δέχονται με πολύ ευχαρίστηση ή ακόμη και αδιαμαρτύρητα και βέβαια αυτοί που είναι πρόθυμοι να διαδώσουν τις ψευδείς ειδήσεις χάριν μιας «κοινωνικής» ενημέρωσης, δηλαδή κοινώς κουτσομπολιού, κάνοντας το λάθος αυτή τη σπίθα της συκοφαντίας να την μετατρέψουν σε πυρκαγιά κάνοντας παρανάλωμα του πυρός συνειδήσεις και υπολήψεις. «Αυτόν που σου κατακρίνει τον πλησίον, ποτέ μη τον σεβασθής, αλλά μάλλον να του ειπής: “Σταμάτησε, αδελφέ. Εγώ καθημερινώς σφάλλω σε χειρότερα, και πώς μπορώ να κατακρίνω τον άλλον”; Έτσι θα έχης δύο οφέλη∙ με ένα φάρμακο θα θεραπεύσης και τον εαυτό σου και τον πλησίον», επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακοςxxxii. Γι’ αυτό το λόγο ο άγιος Αυγουστίνος σε μια του ομιλία λέγει πως ευθύνη για το λιθοβολισμό του αγίου Στεφάνου δεν είχαν μόνο αυτοί που έριχναν τις πέτρες, αλλά και εκείνοι που συνευδοκούσανxxxiii. Η συκοφαντία είναι ένας «λιθοβολισμός» της τιμής και της υπόληψης και δεν θα πρέπει να ανεχόμαστε να κατηγορούνται άδικα συνάνθρωποί μας για να μην ομοιωθούμε με αυτούς οι οποίοι αν και δεν έριξαν πέτρες εναντίον του αγίου Στεφάνου όμως αποδέχονταν την παράνομη πράξη. Ρώτησαν κάποτε τον Αββά Βαρσανούφιο: «Γέροντα· εάν ακούσω περί τινος ότι κακώς με λέγει, τι ποιήσω; Και ο Γέροντας απεκρίθη: Ευθέως ανάστα και ποίησον ευχήν πρώτον υπέρ εκείνου, και ούτως υπέρ σεαυτού, λέγων· Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τόνδε τον αδελφόν, και εμέ τον αχρείον δούλόν σου· και σκέπασον ημάς από του πονηρού, ευχαίς των σων αγίων»xxxiv. Η συκοφαντία βλάπτει λοιπόν όχι μόνο τον συκοφαντούμενο αλλά και αυτούς που δέχονται τις συκοφαντίες και βέβαια τον ίδιο τον συκοφάντη, ο οποίος επισύρει την οργή του Θεού και την αγανάκτηση των ανθρώπων. Μας διδάσκει ο άγιος Παΐσιος: «Ο άδικος άνθρωπος, όπως και κάθε ένας που αισθάνεται ένοχος, εάν δεν ζητήσει συγχώρηση ταλαιπωρείται από τη συνείδησή του και επί πλέον από το γογγυσμό και την αγανάκτηση του αδικημένου. Δεν μπορεί να κοιμηθεί. Σαν να τον κτυπούν κύματα στριφογυρίζει και ανάπαυση δεν έχει. Είναι μυστήριο πράγμα το πως το πληροφορείται!   Ακόμη και αν ο άνθρωπος είναι αναίσθητος, πάλι υποφέρει. Το πολύ-πολύ να καταφύγει σε καμιά “ψυχαγωγία”, για να ξεχασθεί. Όταν ο αδικημένος έχει συγχωρήσει τον ένοχο, αλλά έχει μείνει λίγη αγανάκτηση μέσα του, τότε και ο ίδιος ταλαιπωρείται σε ένα βαθμό, αλλά ο ένοχος ταλαιπωρείται πολύ από την αγανάκτηση του άλλου. Αν όμως ο ένοχος ζητήσει συγγνώμη και δεν του τη δώσει ο αδικημένος, τότε ταλαιπωρείται εκείνος. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φωτιά από το εσωτερικό κάψιμο της ψυχής, από τη συνείδηση»xxxv.
Γλύτωσέ με Κύριε από τη συκοφαντία των ανθρώπων και εγώ θα φυλάξω τας εντολάς σου, αναφωνεί ο ψαλμωδός. Αλλά ποιες είναι αυτές οι εντολές στις οποίες αναφέρεται ο ψαλμωδός; Είναι οι δύο εντολές που είπε ο Ιησούς επάνω στις οποίες στηρίζεται όλη η πνευματική ζωή: η αγάπη προς το Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον(Ματθ.22, 35-40). Για την ορθόδοξη πνευματική ζωή η ηθική τελείωση δεν συνίσταται στην επίτευξη κάποιων ηθικών πράξεων, στην ηθική ευδαιμονία, αλλά στην επίτευξη ανιδιοτελούς αγάπης. Η τελεία αγάπη είναι υπεράνω παντός εν τω κόσμω συμφέροντοςxxxvi. Στη συγκεκριμένη περίπτωση που εξετάζουμε η άνευ όρων αγάπη προς αυτόν που μας συκοφαντεί. Αυτό είναι και το μεγαλείο της μωρίας του Σταυρού όπως αναφέρει ο απόστολος Παύλος(Α΄Κορ.1,18-24) διότι για τον κόσμο είναι πραγματικά μωρία το να καλείσαι να αγαπήσεις αυτόν που σε συκοφαντεί. Αποτελεί υπέρβαση της λογικής. Μέσα όμως σε αυτήν την υπέρβαση ευρίσκεται και η λύτρωση διότι ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας λέγει ότι "όσο εσύ προσεύχεσαι με την ψυχή σου για χάρη εκείνου που σε συκοφάντησε, τόσο και ο Θεός πείθει για την αθωότητά σου όσους σκανδαλίστηκαν λόγω της συκοφαντίας"xxxvii και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός αναφέρει ότι ενώ η συκοφαντία ως προς την κακότητα και πονηρία κατέχει την πρώτη θέση στον κατάλογο της κακοήθειας έχει όμως και την πρώτη θέση στον κατάλογο της αξιοπρέπειας και του ενάρετου βίου.  H αξιομισθία της ξεπερνά τους βαθμούς της περιεκτικής φιλοπονίαςxxxviii καθώς η υπομονή απέναντι στη συκοφαντία αποφέρει ουράνιο μισθό.
Η υπομονή στις συκοφαντίες αποτελεί μέτρο και κριτήριο της ταπεινώσεώς μας. Η ταπείνωσή μας κρίνεται από τη στάση μας απέναντι στη συκοφαντία. Στο Γεροντικό αναφέρεται πώς ταπεινόφρων δεν είναι αυτός πού αυτοεξευτελίζεται και ταπεινολογεί, αλλά εκείνος πού υπομένει με χαρά τις ατιμίες πού προέρχονται από τον πλησίον∙ και σε άλλο σημείο αναφέρεται πώς εκείνον πού τιμούν οι άνθρωποι περισσότερο απ’ όσο αξίζει ζημιώνεται, εκείνος όμως, πού δεν τον τιμούν καθόλου οι άνθρωποι, θα δοξαστεί στους ουρανούς από τον Θεόxxxix.  Μην νομίσεις πώς έχεις ταπείνωση, τονίζει ο αββάς Ισαάκ, όταν δεν ανέχεσαι την παραμικρή κατηγορίαΟ αββάς Ζωσιμάς προχωρεί πιο πέρα και λέγει τα εξής: «Αυτόν πού σ’ ενέπαιξε ή σε στενοχώρησε ή σε ζημίωσε ή οτιδήποτε κακό σου έκανε, να τον θυμηθείς ως ιατρό σου. Ὁ Χριστός τον έστειλε για να σε θεραπεύσει, μη λοιπόν τον θυμάσαι με θυμό»xl. Για αυτό και ο άγιος Παΐσιος μάς προτρέπει την κάθε θλίψη να την υπομένουμε με χαρά και «όχι μόνον πρέπει να υπομένουμε αγόγγυστα αυτόν που μας πειράζει, αλλά και να νιώθουμε ευγνωμοσύνη, γιατί μας δίνει την ευκαιρία να αγωνισθούμε στην αγάπη, στην ταπείνωση, στην υπομονή»xli. Αυτό είναι το μεγαλείο της ανιδιοτελούς χριστιανικής αγάπης!
Τελικά, το κεντρικό ζήτημα δεν είναι το να εξηγήσουμε για ποιο λόγο μας συκοφαντούν οι άνθρωποι αλλά το να φέρουμε άξια το σταυρό μας, να υπομένουμε άξια αυτή τη σκοτεινή οδύνη, μια οδύνη που στο τέλος μεταμορφώνεται σε χαρά και οδηγεί στη σωτηρία όπως ο άγιος Παΐσιος τονίζει χαρακτηριστικά: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από τη χαρά που νιώθεις, όταν δέχεσαι την αδικία. Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! Ειλικρινά σας λέω, τη γλυκύτερη πνευματική χαρά την ένιωσα μέσα στην αδικία»xlii. Υπομένοντας τη συκοφαντία μετέχουμε στα παθήματα του Χριστού. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο ίδιος ο Χριστός συκοφαντήθηκε κατά την επίγεια παρουσία Του. Συκοφαντούσαν και τον Κύριο μερικοί σύγχρονοί του Ιουδαίοι λέγοντας: "ἰδού ἄνθρωπος φάγος καί οἰνοπότης, τελωνῶν φίλος καί  ἁμαρτωλῶν" (Ματθ. 11,19) και "δαιμόνιον ἔχει καί μαίνεται" (Ιω. 10,20). «Άν σκεφτόμασταν ότι ο πιο αδικημένος είναι ό Χριστός, θα δεχόμασταν με χαρά την αδικία. Οικονομάει ό Θεός να μας αδικήσουν οι άνθρωποι ή να μας πουν καμιά κουβέντα, για να εξοφλήσουμε μερικές αμαρτίες μας ή για να αποταμιεύσουμε κάτι στην άλλη ζωή», μας συμβουλεύει ο άγιος Παΐσιοςxliii. «O πιστός ας έχει ως πρότυπο τον Kύριό μας, που συγχωρούσε τους διαβολοειδείς συκοφάντες. “Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γάρ οίδασι τί ποιούσι” (Λουκ. 23,34). Oσοι σήκωσαν αυτόν το βαρύτατο σταυρό κέρδισαν και τον αντάξιο μακαρισμό: “Μακάριοί εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι πάν πονηρόν ρήμα καθ  υμών, ψευδόμενοι ένεκεν εμού” (Ματ. 5,11). Ως φορείς και οπαδοί της αγάπης ανεχόμαστε και υπομένουμε τη διαβολικότερη αυτή πληγή με πρότυπο τον Kύριό μας και μαθαίνουμε ότι “ο μισθός ημών πολύς εν τοίς ουρανοίς”(Ματ. 5,12)», επισημαίνει ο μακαριστός Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινόςxliv. Ο Θεός με τον πόνο Του ως το σταυρικό θάνατο παίρνει το μέρος μας, σηκώνει το σταυρό μας, συμμερίζεται τον πόνο μας, μοιράζεται τα δεινοπαθήματά μας, αγκαλιάζει το άλγος μας, αγιάζει την οδύνη μας. Όταν δέχεσαι την αδικία και δικαιολογείς τον πλησίον σου, δέχεσαι τον πολυαδικημένο Χριστό στη καρδιά σουxlv. «Μολονότι δεν είναι εύκολο, πρέπει οπωσδήποτε να συμφιλιωθείτε με τους συκοφάντες σας» μας συμβουλεύει ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος. «Με μίσος στην καρδιά, δεν μπορεί να σωθεί κανείς. Γι’ αυτό οφείλουμε να αντιδρούμε με αυταπάρνηση στα εμπαθή αισθήματά μας. Έτσι εξαφανίζονται και οι θλίψεις. Η εμπάθεια, βλέπετε, είναι που γεννάει τη θλίψη. Να ζείτε και να φέρεστε φυσιολογικά. Το πώς σας βλέπουν οι άλλοι να μην το λογαριάζετε. Μόνο του Θεού η κρίση έχει βαρύτητα, ως αλάθητη. Εμείς οι άνθρωποι δεν γνωρίζουμε καλά-καλά ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό, πολύ περισσότερο τον πλησίον», καταλήγει ο Όσιος Θεοφάνηςxlvi.
Η Αγία Γραφή τονίζει ότι η οποιαδήποτε δοκιμασία κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής γίνεται μέσο αναγωγής στον τελικό σκοπό του ανθρώπου, που είναι η Βασιλεία του Θεού. «Διὰ πολλῶν θλίψεων» εισέρχεται ο άνθρωπος στη Βασιλεία του Θεού(Πραξ. 14,22). Η ελπίδα της Βασιλείας του Θεού τον ενισχύει στις θλίψεις και δυσκολίες της ζωής και τον καθιστά διαρκώς δεκτικότερο στη χάρη του Θεούxlvii. «Ας μη λησμονούμε εκείνον πού έλεγε προς τον Κύριον: “Πόσες θλίψεις μου έδειξες! Θλίψεις πολλές και κακές! Δεν με εγκατέλειψες όμως, αλλά με επισκέφθηκες με στοργή και με εζωογόνησες και με ανύψωσες και πάλι μετά την πτώσι μου από τα βάθη της γης όπου είχα πέσει” (Ψαλμ. ο΄ , 20)», μας προτρέπει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης αναφερόμενος στον πολύπαθο Ιώβxlviii. «Θα πρέπει να θεωρείς πώς καθετί πού συναντάς στην πορεία σου, μικρό ή μεγάλο, το στέλνει ό Θεός για να σε βοηθήσει στον αγώνα σου. Μονάχα αυτός γνωρίζει ότι σού είναι ωφέλιμο και ότι χρειάζεσαι σε κάθε περίσταση: επιτυχίες, αναποδιές, πειρασμούς, πτώσεις. Τίποτε δε συμβαίνει τυχαία και χωρίς να αποτελεί πολύτιμη ευκαιρία να διδαχτείς από αυτό. Πρέπει να το αποσαφηνίσεις καλά μέσα σου αυτό, γιατί έτσι μεγαλώνει ή εμπιστοσύνη σου στον Κύριο πού αποφάσισες να ακολουθήσεις», μας συμβουλεύει ένας σύγχρονος θεολόγοςxlix. Ο πιστός που θα υπομείνει λοιπόν την μεγάλη αυτή θλίψη μόνο κερδισμένος θα βγει και αλλοίμονο βέβαια στον συκοφάντη ο οποίος δεν θα μετανοήσει εμπράκτως. Ο πιστός φροντίζει αφενός να υπομείνει την αδικία της συκοφαντίας με σιωπή, ταπείνωση και προσευχή, χωρίς να καλλιεργεί πάθος και εκδικητικότητα για τον συκοφάντη, και αφετέρου φροντίζει με τη στάση του να βοηθήσει και τον άνθρωπο που τον αδικεί, να καταλάβει το σφάλμα του και να διορθωθεί. Η μεγάλη αγάπη προς το Χριστό υπερνικά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες που του προξενούν οι άνθρωποιl. Πόσος πόνος διαπέρασε την ψυχή του αγίου Νεκταρίου όταν άνθρωποι άνομοι και υποκινούμενοι από δαιμονικές δυνάμεις τον κατασυκοφάντησαν και προσπάθησαν να τον διασύρουν τόσο στην Αίγυπτο όσο και στην Ελλάδα. Όμως ο άγιος ακλόνητος στην πίστη του τα υπέμεινε όλα καρτερικά αναμένοντας το έλεος του Θεού. Πόση αγάπη είχε μέσα στην καρδιά του όταν συγχώρεσε τους διώκτες του! Πόση υπομονή επέδειξαν και οι άγιοι μας, οι Κουλακιώτες Αθανάσιος και Ιωάννης, που τιμούμε ιδιαίτερα στην περιοχή μας, όταν συκοφαντήθηκαν από τους αλλόπιστους εχθρούς της πίστεώς μας ότι δήθεν αλλαξοπίστησαν και μετά αρνήθηκαν το Ισλάμ! Έδωσαν τη ζωή τους για την χριστιανική τους πίστη! Γι’ αυτό μένουν εις τον αιώνα ως άγιοι, όπως και ο άγιος Νεκτάριος τιμάται ως άγιος ενώ οι διώκτες τους θα κληθούν να απολογηθούν ενώπιον του Κυρίου κατά την τελική κρίση διότι όπως λέγει και ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής «εκείνος που πιστεύει στο Χριστό που μιλάει για ανταπόδοση, υποφέρει κάθε αδικία πρόθυμα, ανάλογα με την πίστη του»liκαι η ανταπόδοση είναι βέβαιο ότι θα έρθει και θα αποκαλυφθεί η αλήθεια. Πάντοτε η αλήθεια αποκαλύπτεται όπως το λάδι που βάζουμε στο καντηλάκι μας ανεβαίνει στην επιφάνεια του νερού∙ κατά τον ίδιο τρόπο και η αλήθεια φανερώνεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Ποια θα είναι όμως τότε η στάση του πιστού;
Την απάντηση μάς τη δίδει ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος ο οποίος λέγει τα εξής: «Αν ποτέ συκοφαντηθείς και αποκαλυφθεί ή αθωότητα σου, μην υπερηφανευθείς. Με ταπείνωση ευχαρίστησε το Θεό πού σε λύτρωσε από τις συκοφαντίες των ανθρώπων»lii.
 



iΑρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Essex Αγγλίας 1993, σελ. 47.
iiΒλ.Συμβουλές για το ήθος των ανθρώπων σε 170 κεφάλαια, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, Αθήνα 1986, τ.1.
iiiΙωάννου Ρωμανίδη Πρωτοπρεσβυτέρου, Το προπατορικόν αμάρτημα, Αθήνα 1989, σελ. 163.
ivΑρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 47.
vΒλ.https://sarantakos.wordpress.com/2011/02/28/sykophant/
viΝατάσσας Κοντολέτα, «Συκοφαντία: η μάστιγα της εποχής», στο http://www.enromiosini.gr/arthrografia/arthrografia-koinwnika/
viiΓέροντας Μωυσής , «Η συκοφαντία», στο http://ahdoni.blogspot.gr/2012/08/blog-post_1917.html
viiiΑγίου Νεκταρίου, Το γνώθι σαυτόν, Εκδ. Άθως, Αθήνα 2011.
ixΧ. Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήνα 2005, σελ. 127-128.
xΆγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, σελ. 278,τ.4
xiΣεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Σεραφείμ, «Ω κακίας υπερβολή», στο http://poimin.gr/o-kakias-ipervoli/
xiiΑικ. Αντωνιάδου, Περί Συκοφαντίας, στο http://www.agioskosmas.gr/periodiko
xiiiΜ. Βασιλείου, Επιστολή 223, προς Ευστάθιον, PG 32,824.
xivΣεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Σεραφείμ, «Ω κακίας υπερβολή», στο http://poimin.gr/o-kakias-ipervoli/
xvΑικ. Αντωνιάδου, «Περί Συκοφαντίας», στο http://www.agioskosmas.gr/periodiko
xvi«Ο συκοφάντης», Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία, τεύχος 76, στο http://imverias.blogspot.gr/2013/10/blog-post_2834.html
xviiΓέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Τί είναι η συκοφαντία και γιατί πρέπει να την υπομένουμε; Ερωτήσεις – Απαντήσεις, στο http://www.diakonima.gr
xviiiΑγίου Μάξιμου του Ομολογητή, ‘’Κεφάλαια περί αγάπης’’, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, τ. 2.
xixΑγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, Λόγος Ι΄, Περί καταλαλιάς. Μετάφραση Αρχιμ. Ιγνατίου, Έκδοσις Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1988.
xxΓέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Τί είναι η συκοφαντία και γιατί πρέπει να την υπομένουμε; Ερωτήσεις – Απαντήσεις, στο http://www.diakonima.gr
xxiΑγίου Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, «Οικογενειακή ζωή», Τόμος Δ΄, Έκδοσις Ι. Η. Αγίου  Ιωάννου Θεολόγου, Σουρωτή, Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2002.
xxiiΑγίου Μάξιμου του Ομολογητή, ‘’Κεφάλαια περί αγάπης’’, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, σελ.100, τ. 2.
xxiiiΒλ. Τα 200 κεφάλαια περί του πνευματικού νόμου, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών,τ.1.
xxivΓέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Τί είναι η συκοφαντία και γιατί πρέπει να την υπομένουμε; Ερωτήσεις – Απαντήσεις, στο http://www.diakonima.gr 
xxvΓέροντας Μωυσής, «Η συκοφαντία», στο http://ahdoni.blogspot.gr/2012/08/blog-post_1917.html
xxviΑγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, Λόγος Ι΄, Περί καταλαλιάς.΄
xxviiΤο πάθος της συκοφαντίας, Κείμενα και ερμηνευτική απόδοση Αδελφότης Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα, Εκδόσεις 'ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ', Σειρά 'ΣΕΛΑΣΦΟΡΑ' 2006.
xxviiiΠροσέγγιση στην ευχή του αγίου Εφραίμ του Σύρου. Αποσπάσματα από κείμενα του Μοναχού Μωϋσή, Αγιορείτου, καί του Ιωάννου Κορναράκη, Καθηγητού Πανεπιστημίου, στο http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.
xxixΑγίου Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, «Πάθη και αρετές» , Τόμος Ε΄, Έκδοσις Ι. Η.Αγίου  Ἰωάννου Θεολόγου, Σουρωτή, Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2006.
xxxΤο πάθος της συκοφαντίας, Κείμενα και ερμηνευτική απόδοση Αδελφότης Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα, Εκδόσεις 'ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ', Σειρά 'ΣΕΛΑΣΦΟΡΑ' 2006
xxxiΑγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, Λόγος Ι΄, Περί καταλαλιάς.΄
xxxiiΑγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, Λόγος Ι΄, Περί καταλαλιάς.΄
xxxiiiΣεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Σεραφείμ, «Ω κακίας υπερβολή», στο http://poimin.gr/o-kakias-ipervoli/
xxxivΑικ. Αντωνιάδου, «Περί Συκοφαντίας», στο http://www.agioskosmas.gr/periodiko
xxxvΑγίου Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, «Με πόνο και αγάπη για το σύγχρονο άνθρωπο», Τόμος Α΄, Κεφάλαιο Δ΄,  Έκδοσις Ι. Η.Αγίου  Ιωάννου Θεολόγου, Σουρωτή, Βασιλικά Θεσσαλονίκης 1998.
xxxvi π.Ι.Ρωμανίδη, Το προπατορικόν αμάρτημα, σελ.111.
xxxviiΑγίου Μάξιμου του Ομολογητή, ‘’Κεφάλαια περί αγάπης’’, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, σελ.100, τ.2.
xxxviiiΓέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Τί είναι η συκοφαντία και γιατί πρέπει να την υπομένουμε; Ερωτήσεις – Απαντήσεις, στο http://www.diakonima.gr
xxxixΜοναχού Μωυσέως, Περί της φονεύτριας της μοναξιάς, της αγίας ταπεινώσεως, από το βιβλίο «Η κοινωνία της ερήμου και η ερημία των πόλεων» , Εκδόσεις Τήνος, Αθήναι 1987. Βλ. και http://proskynitis.blogspot.gr/2015/09/blog-post_3.html
xlΜοναχού Μωυσέως, Περί της φονεύτριας της μοναξιάς, της αγίας ταπεινώσεως, από το βιβλίο «Η κοινωνία της ερήμου και η ερημία των πόλεων» , Εκδόσεις Τήνος, Αθήναι 1987. Βλ. και http://proskynitis.blogspot.gr/2015/09/blog-post_3.html
xliΑγίου Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, «Οικογενειακή ζωή», Τόμος Δ΄, Εκδοσις Ι. Η.Αγίου  Ιωάννου Θεολόγου, Σουρωτή, Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2002.
xliiΑγίου Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, «Πνευματικός αγώνας», Τόμος Γ΄,  Εκδοσις Ι. Η.Αγίου  Ιωάννου Θεολόγου, Σουρωτή, Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2001,σελ.74-77 .
xliiiΑγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι, «Πνευματικός αγώνας», Τόμος Γ΄,  Έκδοσις Ι. Η.Αγίου  Ιωάννου Θεολόγου, Σουρωτή, Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2001.
xlivΓέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Τί είναι η συκοφαντία και γιατί πρέπει να την υπομένουμε; Ερωτήσεις – Απαντήσεις, στο http://www.diakonima.gr
xlvΑγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι, «Πνευματικός αγώνας», Τόμος Γ΄,  Έκδοσις Ι. Η.Αγίου  Ιωάννου Θεολόγου, Σουρωτή, Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2001,σελ.74-77.
xlviΟσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Χειραγωγία στην Πνευματική Ζωή, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Εκδ. ε΄, 2005, σελ. 18-19.
xlviiΓ. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 493.
xlviiiΑγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, Λόγος Δ΄, Περί Υπακοής.
xlixTito Colliander, Ο Δρόμος των ασκητών, (11η έκδοση), εκδ.Ακρίτας, Αθήνα 1999.
lΑγίου Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, «Πνευματικός αγώνας», Τόμος Γ΄,  Έκδοσις Ι. Η.Αγίου  Ιωάννου Θεολόγου, Σουρωτή, Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2001,σελ.74-77.
liΒλ. Τα 200 κεφάλαια περί του πνευματικού νόμου, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, τ.1.
liiΟσίου Εφραίμ του Σύρου, Έργα, τόμος Α’, εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 253.

πηγή φωτογραφίας http://laonikos13galanis.blogspot.gr/2014/09/352-300.html 
 
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com
9 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2015


 

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

Μεταμόρφωση του Σωτήρος - Αλλαγὴ - μεταστοιχείωσις, του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

                    

«Καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν» (Ματθ. 17,2)
 
Η σημερινὴ ἑορτή, ἀγαπητοί μου, ὀνομάζεται δεσποτική, διότι σήμερα ἑορτάζει ὁ Δεσπότης  Δεσπότης μὲ δέλτα κεφαλαῖο, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ ἐξουσιάζειτὸ σύμπαν, ποὺ κυβερνᾷ τὸν ἥλιο, τὴ σελήνη, τὰ ἄστρα, τοὺς γαλαξίες, ὅλο τὸν κόσμο. Μεταμόρφωσις! Σήμερα χρειαζόταν γλῶσσα Χρυσοστόμου καὶ Βασιλείου γιὰ νὰ ὑμνήσῃ πρεπόντως τὸ γεγονός. Ἀλλὰ καὶ γλῶσσα μεγάλων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας νὰ εἴχαμε, πάλι δὲ θὰ μπορούσαμε νὰ εἰσέλθουμε στὸ βαθὺ νόημα τῆς ἑορτῆς. Λίγα λόγια μόνο θὰ ποῦμε.
Κατὰ τὴν πίστι μας, ὁ Χριστὸς κατέβηκε ἀπὸ τὰ οὐράνια ἐδῶ στὴ γῆ καὶ φόρεσε σάρκα ἀνθρωπίνη ἀπὸ τὰ πάναγνα αἵματα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἔγινε ἄνθρωπος ὅπως εἴμαστε ἐμεῖς –πλὴν τῆς ἁμαρτίας, γιὰ νὰ σώσῃ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Γεννήθηκε στὴ Βηθλεέμ, ὅπως γνωρίζουμε, καὶ τὰ περισσότερα χρόνιατὰ πέρασε σ᾽ ἕνα μικρὸ καὶ ἄσημο χωριό, τὴ Ναζαρέτ. Γι᾿ αὐτὸ οἱ ἐχθροί του, ἐμπαίζοντάς τον γιὰ τὴν καταγωγή του, τὸν ὠνόμαζαν περιφρονητικὰ «Ναζωραῖο»· «Ναζωραῖος» ἔγραφε καὶ ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ σταυροῦ (Ἰω. 19,19).Ἔζησε φτωχὸς ὅσο κανείς ἄλλος. Ἐργαζόταν σὰν ξυλουργός, ἔφτειαχνε παράθυρα καὶ πόρτες, γιὰ νὰ ἐξοικονομῇ τὸν «ἐπιούσιο ἄρτο» (Ματθ. 6,11). Ἦταν τελείως ἄσημος. Ποιός φανταζόταν ὅτι κάτω ἀπὸ τὸ ταπεινὸ σχῆμα αὐτοῦ τοῦ Ναζωραίου κρυβόταν ὁλόκληρη ἡ Θεότης;
Καὶ ὅμως ἦταν Θεός· τὸ ἀπέδειξαν τὰ θαύματά του,ἡ ἀπαστράπτουσα ζωή του, ἡ ὑπέροχη διδασκαλία του, κυρίως ὅμως τὸ σημερινὸ γεγονός.Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου. Λίγες μέρες πρὸ τοῦ πάθους του ὁ Χριστός, γιὰ νὰ στηρίξῃτοὺς μαθητάς του –ποὺ θὰ τὸν ἔβλεπαν σὲ λίγο νὰ κρέμεται πάνω στὸ σταυρό πῆρε τὸν στενὸ κύκλο τῶν μαθητῶν, ὅπως ἀκούσαμε στὸ εὐαγγέλιο, τὸν Πέτρο τὸν Ἰάκωβο καὶτὸν Ἰωάννη. Κι ὅπως λένε οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πῆρε μαζί του τὸν Πέτρο γιὰ τὴ θερμὴ πίστι του, τὸν Ἰάκωβο γιὰ τὴ ζωντανὴ ἐλπίδα του, καὶ τὸν Ἰωάννη γιὰ τὴ φλογερὴ ἀγάπη του. Πῆρε ἰδιαιτέρως αὐτοὺς τοὺς τρεῖς, σύμβολο τῶν τριῶν μεγάλων ἀρετῶν τοῦ εὐαγγελίου, καὶ τοὺς ἀνέβασεσ᾽ ἕνα ψηλὸ βουνό –κατὰτὴν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας εἶνε τὸ Θαβώρ, ποὺ ὑπάρχει μέχρι σήμερα. Ἐκεῖ –πρὸς τιμὴν τῆς πατρίδος μας–Ἕλληνες μοναχοὶ ἔκτισαν ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως ἐπάνω στὰ ἐρείπια ἄλλου ναοῦ ποὺ εἶχε κτίσει ἡ ἁγία Ἑλένη ἡ μητέρα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ἐκεῖ  συρρέουν ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη οἱ Χριστιανοὶ καὶ ἑορτάζουν τὴ Μεταμόρφωσι (μὲ τὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο), ὅπως καὶ στὴν κορυφὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀπ᾽ ὅπου φαίνεται ὅλο τὸ Αἰγαῖο πέλαγος.
Ἐπάνω λοιπὸν στὸ Θαβὼρ ὁ Χριστὸς μὲ τοὺς μαθητάς του «μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν» (Ματθ. 17,2). Ἔλαμψε δηλαδὴ τὸ πρόσωπό του σὰν τὸν ἥλιο, καὶ τὰ ῥοῦχα του, ποὺ εἶχε ὑφάνει μὲ τὰ ἅγιά της χέρια στὸν ἀργαλειὸ ἡ ὑπεραγίαΘεοτόκος, αὐτὰ τὰ ταπεινὰ καὶ φτωχὰ ῥοῦχαἄστραψαν καὶ ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ χιόνι (βλ. Μᾶρκ.9,3).
Τί θέαμα ἦταν ἐκεῖνο! Ἂν εἶν᾽ ὡραῖος ὁ ἥλιος τὴν αὐγή, ἀπείρως ὡραιότερο ἦταν αὐτὸ ποὺ ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν τότε οἱ τρεῖς μαθηταί.Ἔμειναν ἔκθαμβοι. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό· ἔγινε καὶ κάτι ἄλλο, πολύ σπουδαῖο. Συγχρόνως παρουσιάστηκαν δύο μεγάλες προσωπικότητες τῆς παλαιᾶς διαθήκης· ὁ Μωϋσῆς, ποὺ εἶχε πεθάνει 1.500 χρόνια πρὸ Χριστοῦ, καὶ ὁ Ἠλίας, ποὺ εἶχε φύγει ἀπὸ τὸν κόσμο 800 χρόνια πρὸ Χριστοῦ. Αὐτοὶ οἱ δύο φάνηκαν νὰ συνομιλοῦν μὲ τὸ Χριστὸ γιὰ τὸ σωτήριο πάθος του (βλ. Ματθ. 17,3. Λουκ. 9,30-31). Αὐτὸ φανερώνει, πόσο πλανᾶται ὁ ὑλισμὸς ποὺ λέει πὼς ὁ ἄνθρωπος τελειώνει σὰν τὸ ζῷο. Ὄχι. Τὸ σῶμα φθείρεται, γίνεται «σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία» (Νεκρ. ἀκ., μακαρ.), ἀλλὰ ἡ ψυχὴ μένει ἀθάνατη. Καὶ ἀπόδειξις ἡ συνομιλία μὲ τοὺς δύο αὐτοὺς ἄνδρες, ποὺ δείχνει ὅτι ὁ Χριστὸς «ζώντων καὶ νεκρῶν κυριεύει» (ἑσπερ.),εἶνε ὁ Κύριος ζώντων καὶ νεκρῶν.Ὅταν ὁ Πέτρος εἶδε ὅλ᾽ αὐτά, τόσο ἐνθουσιάστηκε ὥστε εἶπε· Κύριε, νὰ φτειάξουμε ἐδῶ τρεῖς σκηνές, μία γιὰ σένα μία γιὰ τὸ Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία –λησμονώντας τελείως τὸν ἑαυτό του. Δὲν τὸν ἐνδιέφερε ἂν ὁ ἥλιος ἔκαιγε ἐκεῖ τὶς πέτρες κι ἂν τὸ χειμῶνα θὰ πέφτῃ χιόνι· ἕνα μόνο ἤθελε, ν᾽ ἀπολαμβάνῃ τὴ δόξα τῆς μορφῆς τοῦ Χριστοῦ μας.
Ὥσπου νὰ πῇ ὅμως τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Πέτρος,τοὺς σκέπασε νεφέλη φωτεινή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀκούστηκε φωνή· «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. 17,5). Αὐτό, μὲ λίγα λόγια, εἶνε τὸ γεγονὸς ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα.
Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, ἀγαπητοί μου, ἐκτὸς τῶν ἄλλων δείχνει ὅτι ὁ Χριστός,ποὺ ἀξίωσε τοὺς τρεῖς μαθητὰς νὰ δοῦν –ὅσο μποροῦσαν–τὴ δόξα του, ἔχει καὶ τὴ δύναμι νὰ μεταμορφώνῃ τὸν ἄνθρωπο. Ὅπως μεταμορφώθηκε ὁ ἴδιος, ἔδειξε τὸ σῶμα του σὲ μία ἔκπαγλο μορφή, στὸ «ἀρχαῖον κάλλος» (Νεκρ. ἀκ., εὐλογ.), ἔτσιμπορεῖ νὰ μεταμορφώσῃ κ᾽ ἐμᾶς. Τὸ θέμα εἶ νε θεολογικό, κάπως δύσκολο, ἀλλ᾿ αὐτὸ εἶνε ἡ οὐσία τῆς σημερινῆς ἑορτῆς.Ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς πτώσεως τοῦ Ἀδάμ, ἔπαθε ἀλλοίωσι· ἡ θεία εἰκόναποὺ ὑπῆρχε μέσα του ἀμαυρώθηκε, παραμορφώθηκε, ἔπαθε παραμόρφωσι. Τί θὰ πῇ παραμόρφωσις. Ὅπως λ.χ. μερικὰ ἀναρχικὰ στοιχεῖα στὴν Ἀθήνα πηγαίνουν τὴ νύχτα σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀγάλματα τῶν ἡρώων τοῦ 1821 καὶ τὸ μουντζουρώνουν, τοῦ κόβουν τὴ μύτη ἢ τὰ αὐτιά, κάτι τέτοιο ἔπαθε καὶ ὁ ἄνθρωπος. Δὲν εἶνε πλέον ὅπως βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θείου καλλιτέχνου. Αὐτὸ βλέπουμε καὶ στὴ σημερινὴ κοινωνία. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει φύγει μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ διατηρεῖ μόνο τὴν ἐξωτερικὴ μορφή· μέσα εἶνε θηρίο ἀνθρωπόμορφο, τὸ ἀγριώτερο ἀπ᾿ ὅσα γεννᾷ ἡ φύσις, ὅπως εἶπαν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας. Ἔγινε ἀπαίσιος. Ὁ Δαυῒδ θρηνεῖ καὶ λέει· «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε· παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀ νο ήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς»(Ψαλμ. 48,13,21). Καὶ ὁἱερὸς Χρυσόστομος ἐρωτᾷ· Πῶς νὰ σὲ ὀνο-μάσω ἄνθρωπο, ὅταν ἐσὺ εἶσαι πονηρὸς σὰντὴν ἀλεποῦ, ἅρπαγας σὰν τὸ γεράκι, αἱμοβό-ρος σὰν τὸ λύκο, λαίμαργος σὰν τὸ χοῖρο, ἀσελγὴς σὰν τὸν τράγο, φαρμακερὸς σὰν τὴνὀχιά, ἐκδικητικὸς σὰν τὴν καμήλα;…Ἀμαυρώθηκε μέσα μας ἡ θεία εἰκόνα.
Καὶ τώρα τί εἶνε ἀνάγκη· ἀπὸ τὴν παραμόρφωσι νὰ πᾶμε στὴ μεταμόρφωσι, νὰ ἐπανέλθουμε στὸ «ἀρχαῖον κάλλος» ποὺ εἴχαμε στὸν παράδεισο. Πῶς γίνεται αὐτό; Μυστήριο καὶ θαῦμα, ποὺ μπορεῖ νὰ κάνῃ μόνο ὁ Χριστός.Πῶς; Θὰ φέρω δυὸ - τρία παραδείγματαἀ-πὸ τὴ φύσι. Βλέπουμε μιὰ ἀηδιαστικὴ κάμπιανὰ μεταμορφώνεται καὶ νὰ γίνεται χρυσαλλίδα. Λένε ἐπίσης οἱ φυσικοί, ὅτι μέσ᾿ στὰ σπλάχνα τῆς γῆς ὑπάρχει κάρβουνο ποὺ μετὰ  ἀπὸ μεγάλη ἐπεξεργασία γίνεται –τί; διαμάντι. Ἐλᾶτε σεῖς νὰ τὸ ἐξηγήσετε. Θέλετε κι ἄλλο παράδειγμα; Πάνω στὴν κοπριὰ φυτρώνει ἕ-να ῥόδο ποὺ εὐωδιάζει. Πῶς γίνονται αὐτὲς οἱ μεταβολές, αὐτὲς οἱ μεταστοιχειώσεις;
Τὴ λέξι «μεταστοιχείωσις» ἀκοῦμε καὶ σὲ κάποιο τροπάριο τῆς ἑορτῆς (ἀπόστ. ἑσπερ.). Ἔ λοιπόν,αὐτὸς ποὺ κάνει τὴν κοπριὰ ῥόδο, τὸ κάρβουνο διαμάντι, τὴν κάμπια ὡραία πεταλούδα, αὐτὸς ποὺ κάνει τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ στὴ φύσι, αὐτὸς κάνει καὶ τὸ ἀκόμη μεγαλύτερο θαῦμα· παίρνει τὸν παραμορφωμένο ἄνθρωπο, τὸ θηρίο, τὸ τέρας, τὸ ῥάκος, τὸ βδέλυγμα, τὸ «ἔκτρωμα» ποὺ ἔλεγε ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὸν παλαιὸ ἑαυτό του (Α΄ Κορ. 15,8), καὶ τοῦ δίνει μιὰ ἀπερίγραπτη ὡραιότητα. Ὁ ἄνθρωπος φεύγει ἀπὸ τὸ «παρὰ φύσιν» καὶ πηγαίνει στὸ «κατὰ φύσιν», κι ἀπ᾽ τὸ «κατὰ φύσιν» φτερουγίζει στὸ «ὑπὲρ φύσιν», στὰ μεγάλα ὕψη· γίνεται ἐπίγειος ἄγγελος καὶ οὐράνιος ἄνθρωπος.
Ἂς σκεφτοῦμε σήμερα, ἀγαπητοί μου, σοβαρὰ ἐπάνω στὸ μεγάλο αὐτὸ μυστήριο. Τότε θὰ ἑορτάσουμε σωστὰ καὶ θὰ αἰσθανθοῦμε τὸ μυστήριο τῆς θείας Μεταμορφώσεως, ὅταν ὁ καθένας μας, ὄχι ταπεινολογώντας ἀλλὰ μὲ βαθειὰ συναίσθησι, πῇ· Χριστέ μου, ἐγὼ εἶμαι ἡ βρωμερὴ κάμπια, πάρε με καὶ κάνε με πεταλούδα· ἐγὼ εἶμαι τὸ μαῦρο κάρβουνο, πάρε με καὶ κάνε με διαμάντι· ἐγὼ εἶμαι ἡ κοπριὰ τοῦ διαβόλου, πάρε με καὶ κάνε με τριαντάφυλλο.Αὐτὴ τὴ δύναμι τῆς Μεταμορφώσεως βεβαιώνουν αἰῶνες ὁλόκληροι μὲ πλήθη ἁγίων. Μερικοὶ φωνάζουν «ἀλλαγή», «μετασχηματισμό», νέα κοινωνία μὲ ἰσότητα δικαιοσύνη ἐλευθερία. Ἀλλ᾽ αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ ἔρχεται μόνο μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, μὲ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ.Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀλλάζει, ὅταν γίνῃ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Τὴ δύναμι αὐτὴ τὴν ἔχει ἕνας μόνο, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰςπάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Απομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναΐσκο Μεταμορφώσεως τοῦ Ὑψώματος 1020 Φλωρίνης τὴν 6-8-1983μὲ ἄλλο τίτλο.

Μεταμόρφωσις του Σωτήρος - Η φωνὴ απὸ τον ουρανὸ, του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

         



«Αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. 17,5)
Ἂς ἀνεβοῦμε, ἀδελφοί μου, ἂς ἀνεβοῦμεκ᾿ ἐμεῖς σήμερα στὸ ὄρος Θαβώρ. Ὄχι σωματικῶς, ἀλλὰ ψυχικῶς· ἂς ἀνεβοῦμε νοερῶς, διὰ τῆς πίστεως. Καὶ τότε μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως θὰ δοῦμε τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.

 
Ὡραία εἶνε ἡ ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου· ἀλλὰ πιὸ ὡραῖα εἶνε ὅταν ἀνατέλλει στὸν κόσμο ὁ Χριστὸς καὶ φέγγει τὸ γλυκύ του φῶς. Ὡραῖα εἶνε τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ· ἀλλὰ πιὸ ὡραῖαεἶνε τὰ πνευματικὰ ἀστέρια. Καὶ σήμερα κοντὰ στὸν πνευματικὸ ἥλιο, τὸ Χριστό, παρουσιάστηκαν πέντε ἄστρα . Τρία ἄστρα εἶνε οἱ μαθηταί· ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης.Αὐτοὶ οἱ τρεῖς, ὅπως λένε οἱ πατέρες, ἐκπροσωποῦν τὴν στρατευομένη Ἐκκλησία. Τὰ ἄλλα δύο ἄστρα εἶνε ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, ποὺ εἶχαν φύγει πρὶν πολλὰ χρόνια ἀπὸ τὴ ζωή. Ἡ παρουσία τους ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν πεθαίνει. Ὁ Μωυσῆς εἶχε ζήσει 1.500 χρόνια, ὁ δὲ Ἠλίας 850 χρόνια πρὸ Χριστοῦ. Καὶ ὅμως βλέπουμε σήμερα στὸ θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως νὰ συνομιλοῦν αὐτοὶ οἱ δύο μὲ τὸν Κύριο. Ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας ἐκπροσωποῦν τὴν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία.
Στρατευομένη καὶ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία βρίσκεται ἐπάνω στὴν κορυφὴ τοῦ Θαβώρ.Ἐκεῖ, λέει τὸ εὐαγγέλιο, ἔλαμψε τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου «ὡς ὁ ἥλιος», καὶ τὰ «ἱμάτια α τοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς» (Ματθ. 17,2). Καὶ μέσα ἀπὸ τὴ νεφέλη τὴ φωτεινή, ποὺ τοὺς ἐπισκίασε, ἀκούστηκε κάποια γνώριμη φωνή. Ἡ φωνή, ποὺ κατὰ τὴ βάπτισι εἶχε ἀκουστῆ στὸν Ἰορδάνη ποταμό, ἐπαναλαμβάνεται τώρα στὸΘαβώρ· «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός,ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε» (ἔ.ἀ. 17,5). Εἶνε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατρός.
Τί μᾶς συνιστᾷ ἡ φωνὴ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ; Νὰἔχουμε τὰ αὐτιά μας ἀνοιχτὰ γιὰ νὰ ἀκοῦμε τὸν Χριστό. Διότι ὁ Χριστὸς εἶνε ὄχι ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἀλλὰ Θεός. Εἶνε τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ πρό-σωπα τῆς ἁγίας Τριάδος. Ἐφ᾿ ὅσον λοιπὸν ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός, πρώτη ὑποχρέωσί μας εἶνε νὰ τὸν προσκυνοῦμε. «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ τῷ βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ» . Δευτέρα δὲ καὶ σπουδαιοτέρα ὑποχρέωσί μας εἶνε νὰ ἐκ-τελοῦμε στὴ ζωή μας κατὰ γράμμα καὶ νὰ ἐφαρμόζουμε ὅλες τὶς ἐντολές του, μικρὲς καὶμεγάλες.
Κλεῖστε πρὸς στιγμὴν τὰ μάτια σας καὶ φανταστῆτε. Μπορεῖτε νὰ συλλάβετε, τί θὰ ἦταν αὐτὸς ὁ κόσμος, ἐὰν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στὴ γῆ ἐφάρμοζαν τὴν ἐντολὴ τοῦ οὐρανοῦ «Αὐτοῦ ἀκούετε» (ἔ.ἀ.) ; Πώ - πώ τί θὰ ἦταν αὐτὸς ὁ κόσμος· παράδεισος θὰ ἦταν!
«Αὐτοῦ ἀκούετε». Νὰ ἐκτελῆτε ὅ,τι λέει ὁ Χριστός. Ἐὰν γινόταν αὐτό, θὰ ἐκπληρωνόταν ἡ προφητεία ποὺ λέει· «Ἐὰν θελήσετε νὰμ᾽ ἀκούσετε, θὰ φᾶτε τῆς γῆς τὰ ἀγαθά· ἐὰν ὅμως δὲν θελήσετε καὶ δὲν μ᾽ ἀκούσετε, μάχαιρα θὰ σᾶς καταφάῃ»(Ἠσ. 1,19). Ἐὰν ἀκούγαμετὸ Χριστό, θὰ τρώγαμε, ὅπως λένε, μὲ χρυσᾶ κουτάλια.Τώρα, κόλασι ἔγινε ἡ γῆ. Καὶ ἔγινε κόλασι, γιατὶ στὴν ἐποχή μας οἱ ἄνθρωποι δὲν θέλουν ν᾽ ἀκούσουν τὸ Χριστό.Μοῦ ἔλεγαν, ὅτι ὡρισμένοι ἀκοῦνε τὸ ῥαδιόφωνο ὧρες ὁλόκληρες, ἀλλὰ ἂν καμμιὰ φορὰ βάλῃ κανένα κήρυγμα, ἔστω καὶ μικρὸ καὶ σύντομο, ἀμέσως μὲ μανία τὸ κλείνουν.
Δὲν θέλουν ν᾿ ἀκούσουν τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ, μισοῦν τὴ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου. Μοιάζουν αὐτοί, ὅπως λέει ὁ ψαλμῳδός, μὲ κάποιο φαρμακερὸ φίδι ποὺ λέγεται ἀσπίς. Ὅταν ὁ ἐπαοιδός, ὁ μάγος, παίζῃ μουσική, ὅλα τὰ φίδια μαζεύονται κοντά του καὶ τιθασεύονται. Ἀρέσκονται στὸ τραγούδι τοῦ θηριοδαμαστοῦ τὰ φίδια· ἀλλὰ ἕνα φίδι δὲν ἀκούει καθόλου.Κλείνει τ᾿ αὐτιά του καὶ φεύγει μακριά. Αὐτὸτὸ φίδι εἶνε ἡ ἀσπίς. «…Ὡσεὶ ἀσπίδος κωφῆς καὶ βυούσης τὰ ὦτα αὐτῆς»(Ψαλμ. 57,5) . Ἀσπίδεςεἶνε οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Μισοῦν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.
Βρισκόμαστε στὴν ἐποχή, ποὺ προφήτευ-σε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Οἱ ἄνθρωποι, εἶπε ,στοὺς ἐσχάτους καιροὺς θὰ κλείσουν τ᾿ αὐτιά τους μὲ βουλοκέρι, γιὰ νὰ μὴν ἀκοῦνε τὴ φωνὴ τῆς ἀληθείας, τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, καὶ θ᾿ ἀνοίξουν τ᾿ αὐτιά τους στοὺς μύθους, στὴ φωνὴ τοῦ διαβόλου(βλ. Β΄ Τιμ. 4,4). Τὸ πρωὶ δὲν ἔρχονται στὴν ἐκκλησία. Τὸ βράδι ὅμως, ἑκατομμύριαἄνθρωποι, ἀνοίγουν τὶς τηλεοράσεις καὶ τὰῥαδιόφωνα, γιὰ νὰ δοῦν καὶ ν᾿ ἀκούσουν ὅλες τὶς βλακεῖες, ὅλες τὶς ἀσχημίες, ὅλα τὰ ἄτοπα καὶ ἁμαρτωλὰ πράγματα.
Ἔχουν κλείσει λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι τ᾿ αὐτιάτους στὴ φωνή τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό.Μισοῦν καὶ καταδιώκουν τοὺς κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου· ἂν ἦταν δυνατόν, νὰ τοὺς ἐξοντώσουν ὅλους, γιὰ νὰ μὴν ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στὴ γῆ. Σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐποχὴζοῦμε, ἀγαπητοί μου.
«Αὐτοῦ ἀκούετε». Μᾶς ἔδωσε αὐτιὰ ὁ Θεός, γιὰ νὰ ἀκοῦμε τὸ λόγο του καὶ νὰ τὸν ἐφαρμόζουμε. Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι στὴν ἐποχήμας ἔγιναν κουφοί, ἀδιάφοροι καὶ ἀναίσθητοι. Κλείνουν τ᾿ αὐτιά τους στὸ Θεό, καὶ τ᾿ ἀνοίγουν στὸν διάβολο. Ἀλλὰ μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, τῆς ἀπιστίας καὶ διαφθορᾶς, ὑπάρχουν, ναί ὑπάρχουν, καὶΧριστιανοὶ ποὺ ἀκοῦνε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Εἶνε ἄγνωστοι Χριστιανοί. Στὴν Ἀλβανία ἀχούρια ἔκαναν τὶς ἐκκλησιὲς οἱ ἄθεοι, καὶ ἔλυωναν τὶς καμπάνες, καὶ καταδίωκαν τοὺς Χριστιανούς· ἀλλὰ τὴ νύχτα οἱ πιστοὶ κατέβαιναν στὰ ὑπόγεια καὶ προσκυνοῦσαν τὶς εἰκόνες,καὶ τὴν Κυριακὴ ἄνοιγαν τὰ ῥαδιόφωνα ν᾿ ἀκούσουν τὴ θεία λειτουργία, καὶ ἔκλαιγαν.
Τώρα ἐμεῖς γίναμε ἀναίσθητοι. Καὶ ἂν ἐκκλησιαζώμαστε, τυπικὰ καὶ ἀδιάφορα ἐκκλησιαζόμαστε· χωρὶς αἴσθημα, χωρὶς συγκίνησι, χωρὶς ἀγάπη καὶ λατρεία πρὸς τὸ Θεό. Ἐνῷ στὶς χῶρες ὅπου καταδιώκεται ὁ χριστιανισμός, ὅσοι πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, πηγαίνουν πραγματικὰ γιὰ τὸ Θεό. Θὰ ἔρθουν ὅμως χρόνιακαὶ σ᾿ ἐμᾶς, ποὺ δὲν θὰ μποροῦμε νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία . Θὰ τιμωρηθοῦμε, γιατὶ περιφρονήσαμε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ.Τώρα δὲν μᾶς στοιχίζει τίποτε ὁ Χριστός.Διασκέδασι· πᾶμε στὰ πανηγύρια, ἀνεβαίνουμε στὸ βουνό, παίρνουμε καθαρὸ ἀέρα, ἀγναντεύουμε τὰ πελάγη. Αὐτὸς εἶνε ὁ ἀκίνδυνος χριστιανισμός. Ἀλλὰ ἔρχονται ἡμέρες,ποὺ τὸ νὰ εἶνε κανεὶς Χριστιανὸς θὰ στοιχίζῃ πάρα πολύ· καὶ τότε θὰ φανοῦν οἱ πραγματικοὶ Χριστιανοί.
«Αὐτοῦ ἀκούετε». Ποιός λοιπὸν ἔχει αὐτὶγιὰ ν᾿ ἀκούσῃ; Ἕνας ποὺ εἶνε κουφός, ὅ,τιμουσικὴ καὶ νὰ τοῦ παίξῃς, Μπετόβεν νὰ παίξῃς, δὲν καταλαβαίνει καὶ δὲν αἰσθάνεται τίποτε. Ὅπως λοιπὸν ὁ κουφὸς δὲν εἶνε εἰς θέσιν ν᾿ ἀκούσῃ καὶ νὰ καταλάβῃ τίποτε κι ἀπὸτὴν πιὸ ὡραία μουσικὴ κι ἀπὸ τὸ καλύτερο βιολί, ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι σήμερα εἶνε κουφοὶ καὶ ἀδιάφοροι καὶ ἀναίσθητοι. «Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θε-οῦ» (Λουκ. 11,28). Ὑπάρχουν τέτοιοι ἄνθρωποι; Ὑπάρχουν. Καὶ ἄντρες καὶ γυναῖκες, καὶ παιδιὰ καὶ γέροι, καὶ ἀγράμματοι καὶ ἐγγράμματοι καὶ ἐπιστήμονες. Λίγοι εἶνε, ὅμως ὑπάρχουν. Ἀλλὰἡ μικρὴ αὐτὴ ἡ μειοψηφία δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπογοητεύῃ. Θὰ ἔρθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία μὲ βροντὲς καὶ ἀστραπὲς θ᾿ ἀνοίξουν τ᾿ αὐτιὰ τῆς ἀνθρωπότητος. Ὅταν θὰ πέφτουν κεραυνοὶ κιἀστροπελέκια, θ᾿ ἀνοίξουν τ᾿ αὐτιά· τότε ὅμως θὰ εἶνε ἀργά. Τώρα δὲν ἀκοῦνε, ὅπως δὲν ἄκουγαν καὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ Νῶε. Κανείς δὲν ἄκουγε τὸ Νῶε. Τὸν κορόϊδευαν. Ὅτανὅμως ἄνοιξαν οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦκαὶ πλημμύρησε ἡ γῆ, τότε ἄνοιξαν τὰ μάτια τους καὶ τ᾿ αὐτιά τους· ἀλλὰ ἦταν ἀργά. Θ᾿ ἀνοίξουν λοιπὸν τ᾿ αὐτιὰ τῆς ἀνθρωπότητος ὅταν θ᾿ ἀκούσουν τὶς βροντὲς καὶ τὶς ἀστραπὲς καὶ τὴ φοβερὴ καταστροφὴ τοῦ κόσμου,τότε ποὺ θὰ λαλήσῃ ὁ Θεός. Ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος; Τότε δὲν θὰ ἔχῃ καμμία ἀξία.
Σήμερα λοιπόν, ποὺ ἑορτάζουμε τὴ Μεταμόρφωσι τοῦ Σωτῆρος, ἂς παρακαλέσουμε τὸ Θεό, ν᾿ ἀνοίξη τ᾿ αὐτιὰ τῆς ἀνθρωπότητος,ν᾿ ἀνοίξῃ τ᾿ αὐτιά μας, γιὰ νὰ ἀκούσουμε τὰλόγια τοῦ Χριστοῦ, νὰ τὰ ἐφαρμόσουμε μικροὶ καὶ μεγάλοι. Κι ὅταν τὰ ἐφαρμόσουμε,τότε θὰ εἴμαστε ἄξιοι μακαρισμοῦ. Γιατὶ εἶπεὁ Κύριος «Μακάριοι», καλότυχοι, – ποιοί; Ὄχιοἱ πλούσιοι, ἀλλὰ «οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν» (Λουκ. 11,28).
Εἴθε μεταξὺ τῶν ἐκλεκτῶν τῆς εὐλογημένης αὐτῆς μερίδος, ἐκείνων ποὺ ἀκοῦνε τὸλόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐφαρμόζουν, νὰ εἶστε κ᾿ ἐσεῖς ὅλοι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ποὺ ἀκοῦτε καὶ διαβάζετε τὰ λόγια αὐτά.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-