Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Σήμερον Χριστός γεννᾶται

 

Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού κ. Αθανασίου
Εἶναι καλό γιά ὅλους μας νά ὑπενθυμίζομε καί στόν ἑαυτό μας, καί στούς ἄλλους ἀνθρώπους τό πῶς στεκόμαστε μπροστά στίς ἅγιες ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας.
Οἱ ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἔχουν ἕνα ἱστορικό λόγο· δηλαδή δέν εἶναι ἁπλῶς ἀναμνήσεις κάποιων ἱστορικῶν γεγονότων γιά νά θυμηθοῦμε, ἄς  ποῦμε, ὅτι πρίν ἀπό 2000 χρόνια γεννήθηκε ὁ Χριστός. Ἀλλά, ἐκεῖνο πού ἡ Ἐκκλησία ζητᾶ μέσα ἀπό τίς ἑορτές, εἶναι πῶς θά μπορέσομε αὐτό τό ἱστορικό γεγονός, πού ἔλαβε χώρα πρίν 2000 νά τό βιώσουμε σήμερα στή ζωή μας καθημερινά.
 
Γιά αὐτό καί ὅλη ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται στό παρόν. Δέν ἀναφέρεται στό παρελθόν. Δέν λέμε, «Χριστὸς ἐγεννήθη δοξάσατε» ἀλλά,  «Χριστὸς γεννᾶται», «σήμερον ἡ Παρθένος τὸν προαιώνιον Λόγον», «σήμερον ἡ Παρθένος τὸν ὑπερούσιον τίκτει», «σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου», σήμερον, ὄχι ἐχθές, ὄχι αὔριον. Σήμερον.
Ὅλα αὐτά τά γεγονότα στήν Ἐκκλησία λαμβάνουν χώρα, σήμερον, αὐτή τήν ὥρα· γιατί ἀκριβῶς δέν ἔχει τόση σημασία γιά τήν Ἐκκλησία ἡ ἱστορική ἀνάμνηση. Πολλοί κατηγοροῦν τήν Ἐκκλησία (Χιλιαστές) καί λένε ὅτι τά Χριστούγεννα δέν ἔγιναν στίς 25 Δεκεμβρίου. Δέν ξέρουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ὅτι γιά μᾶς δέν ἔχει σημασία ἄν ὁ Χριστός γεννήθηκε 25 τοῦ Δεκέμβρη ἤ 25 τοῦ Ἀπρίλη ἤ 25 τοῦ Αὐγούστου. Σημασία ἔχει ὅτι γεννήθηκε ὁ Χριστός καί σημασία ἔχει ὅτι ὁ Χριστός γεννᾶται κάθε μέρα μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἐάν τοποθετήθηκε μία ἡμερομηνία συγκεκριμένη σέ κάποια ἱστορική στιγμή, αὐτό ἔγινε γιά λόγους καθαρά λειτουργικούς, ἑορτολογικούς, ὥστε νά μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία ὡς ἕνα σῶμα νά ἑορτάζει αὐτή τήν ἁγία καί μεγάλη ἑορτή.
Ὁ Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἄσαρκος ὤν, ἔλαβε σάρκα ἔγινε γιά μᾶς ἄνθρωπος καί εἰσέβαλε μέσα στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Καί ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά γίνει Θεός κατά χάρη, νά λάβει αὐτή τή μεγάλη δωρεά πού τοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός.
Γι’ αὐτό λοιπόν στήν Ἐκκλησία ὅλα τά τροπάρια πού ψάλλομε, ἀναφέρονται στό σήμερον, στόν ἐνεστώτα χρόνο, καί καλούμαστε, σήμερα, νά τόν δοξάσουμε, τόν Χριστό, πού γεννᾶται, τόν Χριστό, πού σταυρώνεται, τόν Χριστό, πού ἀνασταίνεται, τόν Χριστό, πού μεταμορφώνεται. Ὅλος ὁ Χριστός εἶναι παρών στήν Ἐκκλησία.
Οἱ γιορτές τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι, ὅπως οἱ πατέρες μας λένε καί ὅπως τό βιώνουμε, ἁπλές, ἑορταστικές τελετές, ὅπου δίδεται μία εὐκαιρία νά χαροῦμε γιά τό γεγονός αὐτό. Ἀλλά εἶναι σταθμοί θείας χάριτος, εἶναι μέρες ὅπου ὄντως ὁ Θεός δίδει ἄφθονη χάρη στούς ἀνθρώπους. Γιά αὐτό οἱ πατέρες μας στούς λόγους τους ἐκφράζουν αὐτή τήν ἐμπειρία. «Σήμερον», λέει, «τὰ ἄνω συνεορτάζει τοῖς κάτω», «σήμερον, ἄγγελοι ἀγάλλονται», «σήμερον, τέρπονται οἱ ἄνθρωποι», σήμερον, ὅλα αὐτά λαμβάνουν χώρα.
Καί εἶναι πραγματικότητα. Δέν εἶναι σχήματα λόγου ἤ ρητορικά σχήματα, ἀλλά, εἶναι ἐμπειρία ζωῆς, εἶναι πραγματικότητα ὅτι τήν ἡμέρα τῆς μεγάλης αὐτῆς δεσποτικῆς ἑορτῆς, ὑπάρχει μία ἰδιαίτερη χάρη, μία μεγάλη χάρη, μία μεγάλη εὐλογία μέσα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Καί ὅλος ὁ ἀγώνας μας εἶναι ἀκριβῶς πῶς αὐτόν τόν πλοῦτο τῆς χάριτος θά μπορέσομε νά κερδίσομε, πώς θά καταφέρομε ἰδιαίτερα τήν ἁγία ἡμέρα τῆς δεσποτικῆς ἑορτῆς, κάθε ἑορτῆς, νά κοινωνήσουμε μέ τή χάρη πού ὑπάρχει ἀπό τόν Χριστό.
Ἡ Ἐκκλησία μας ἐπειδή εἶναι καλή μητέρα, ἀλλά καί καλός ἐπιστήμονας τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, ξέρει πώς νά μᾶς ἑτοιμάσει. Γιά αὐτό βλέπετε, πρό τῶν μεγάλων ἁγίων ἑορτῶν τοῦ Πάσχα καί τῆς Γεννήσεως προηγεῖται νηστεία. Ἡ νηστεία ὡς ἐκκοπή τοῦ θελήματος, ὡς ἐνίσχυση τοῦ ἀνδρείου φρονήματος τοῦ ἀνθρώπου, ὡς πρόσκληση γιά πνευματικά καί ψυχοσωματικά ἀγωνίσματα, γιατί ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μόνο ψυχή, δέν εἶναι μόνο πνεῦμα, εἶναι καί σῶμα καί ψυχή, ἁγιάζει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο ψυχῇ τέ καὶ σώματι, καί τόν εἰσάγει σιγά σιγά  στόν πνευματικό ἀγώνα.
Ἐπίσης ἡ Ἐκκλησία μᾶς προετοιμάζει μέ τήν ὑμνολογία. Ἐάν προσέξει κανείς τά τροπάρια βλέπει ὅλη αὐτή τήν ἑτοιμασία τῶν ἡμερῶν. Καί στόν κόσμο μπορεῖτε νά προμηθευτεῖτε λειτουργικά βιβλία ὅπως, ὁ μέγας συνέκδημος ἤ τό μηναῖο τοῦ Δεκεμβρίου. Κάθε μέρα ἑτοιμαζόμαστε μέσα ἀπό τά τροπάρια, μέσα ἀπό τούς ὕμνους, μέσα ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν ἁγίων, πού μᾶς δίδουν ἕτοιμη τροφή. Μᾶς δίδουν τά βιώματά τους, αὐτά πού οἱ ἴδιοι βίωσαν γιά νά τά προσλάβομε, νά τά ἀφομοιώσομε, νά τά καλλιεργήσομε καί νά μπορέσομε νά φτάσομε σέ ἐκείνη τήν ἁγία ἡμέρα πού θά ζήσομε στήν πνευματική πανδαισία.
 Ἑτοιμαζόμαστε λοιπόν μέ ὅλα τά μέσα πού μας δίδει ἡ Ἐκκλησία. Μέ τή νηστεία, μέ τή μελέτη, μέ τήν ἐλεημοσύνη, μέ τήν προσευχή, μέ τήν ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν μας, μέ τή μετάνοια, ἡ ὁποία πρέπει νά εἶναι καί καθημερινή ἐργασία μας. Ἡ μετάνοια εἶναι ἐργασία πνευματική, ἀδιάλειπτος, στόν κάθε ἄνθρωπο.
Ὅμως πέρα ἀπό ὅλα αὐτά, ἐκεῖνο τό ὁποῖο εἶναι οὐσιαστικό σημεῖο, ὅπου ὁ ἄνθρωπος δέχεται τή χάρη ἀπό τόν Θεό, ἑλκύει τή χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι νά μοιάσει στόν Χριστό, νά μιμηθεῖ τόν Χριστό. Ἡ ζωή τοῦ χριστιανοῦ εἶναι μίμηση Χριστοῦ. Ἡ μίμηση τοῦ Χριστοῦ δέν ἔγκειται στά ἐξωτερικά γεγονότα, ἀλλά στήν καρδία. «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πράος εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ», λέει ὁ Χριστός. Τό νά μιμηθοῦμε τόν Χριστό μέσα στή ζωή μας, εἶναι τό σημεῖο τῆς χάριτος, ὅπου πραγματικά ὁ ἄνθρωπος, ἀνοίγει τίς πόρτες τῆς καρδιᾶς του γιά νά μπεῖ ὁ Χριστός μέσα καί νά κατοικήσει μέσα στήν ὕπαρξή του. Ἡ μετάνοια εἶναι αὐτή ἡ ὁποία θά μᾶς εἰσάγει στή μίμηση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μετάνοια, ἡ ὁποία σημαίνει τόν καθημερινό ἀγώνα μας, νά ἀλλάξουμε νοοτροπία. Νά ἀλλάξομε μυαλό, νά ἀλλάξομε τρόπο πού σκεφτόμαστε, πού κρίνομε, πού ἀξιολογοῦμε τά πράγματα. Αὐτός εἶναι ὁ ἀγώνας τῆς μετανοίας. Αὐτό σημαίνει μετάνοια· ἀλλαγή νοός. Ἀλλαγή τοῦ μυαλοῦ. Ὅλα τά ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, ὅλο τό εὐαγγέλιο, ὅλη ἡ ἀγωγή τῆς Ἐκκλησίας ἔγκειται σέ αὐτό τό σημεῖο, νά ἀλλάξομε τρόπο πού ζοῦμε.
Γι’ αὐτό ὁ Χριστός ἄρχισε τό εὐαγγέλιό του λέγοντας, «μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Ἀλλάξατε τρόπο πού σκέφτεστε. Δέν εἶναι εὔκολο. Γεννιόμαστε καί φέρνομε μέσα μας τόν τρόπο αὐτό, πού καλλιεργοῦμε δυστυχῶς, πού εἶναι κοσμικός, πού εἶναι τρόπος ἰδιοτελής, συμφεροντολογικός, πονηρός, πού ἔγκειται στήν ἐμπαθῆ κατάσταση. Γιά νά ἀλλάξει θέλει ἀγῶνες πολλούς, θέλει ὑπομονή πολλή, θέλει δάκρυα πολλά, θέλει προσευχή πολλή καί θέλει καί πειρασμούς πολλούς. Χωρίς πειρασμούς, χωρίς θλίψεις, ὁ ἄνθρωπος δυστυχῶς δέν ἀλλάζει. Εἶναι ἡ καρδία μας κατά τέτοιο τρόπο διαμορφωμένη, πού πολύ σπάνια νά βρεθεῖ ἄνθρωπος πού ἄνευ πειρασμῶν, ἄνευ θλίψεων μπορεῖ νά μπεῖ μέσα στόν χῶρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Αὐτές οἱ ἑορτές τοῦ Χριστοῦ, ἀδελφοί μου, εἶναι κρίσις γιά μας· ὅλη ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ εἶναι κρίσις. Καί ἡ ζωή τῶν ἁγίων, ἀλλά ἡ ζωή τοῦ Κυρίου μας ἰδιαίτερα, εἶναι κρίσις. Εἶναι μεγάλη κρίσις τό σπήλαιο τῆς Γεννήσεως γιά ὅλους μας. Ὁ παπά-Ἐφραίμ ὅταν ἐπέστρεφε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα στά Κατουνάκια εἶπε: «Ὅταν μπῆκα στό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, ἔλιωσα. Ὅταν εἶδα ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός, ποῦ ἐγεννήθηκε ὁ Θεός, ὅλα μέσα μου διαλύθηκαν. Ἀπό τότε δέν μπορῶ νά ἔχω καμιά ἀπαίτηση γιά τίποτα. Ἐκεῖνο τό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, τά ἔσβησε ὅλα.». Γί αὐτό ὅταν ἔρχονται καί στή ζωή μας διεκδικήσεις μέ τέτοιες ἀπαιτήσεις, τέτοια παράπονα «μά δέν ἔχω, μά δέν κάνω, μά δέν μπορῶ», ἄς κάνομε καί μία στροφή ἐκεῖ. Αὐτό πού ψάλλομε ἐκείνη τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων εἶναι πολύ δυνατός λόγος: «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός».
Μπροστά σέ αὐτό τό γεγονός τῆς ἁγίας καί μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μας, ἄς ἀφήσομε τίς μέρες αὐτές, ἀδελφοί μου, νά μᾶς ἑτοιμάσουν. Ἄς χρησιμοποιήσομε, ἄς ἀξιοποιήσομε, ἄς ἐνεργοποιήσομε ὅλα τά μέσα πού μᾶς δίδει ἡ Ἐκκλησία μας. Τούς ὕμνους, τή νηστεία, τήν προσευχή, τή μελέτη, τήν ἐξομολόγηση, τήν ἐλεημοσύνη, τά ἀγαθά ἔργα. Ἄς πορευθοῦμε νά μιμηθοῦμε τόν Χριστό στήν καρδία μας μέσα ἀπό τήν ταπείνωση, μέσα ἀπό τή μετάνοια, τήν ἀλλαγή τῆς νοοτροπίας· ἄς ἀφήσομε νά δουλέψουν μέσα μας τά θεία γεγονότα, ὅπως ἔλεγε καί ὁ γέρο-Παΐσιος, μέσα στήν ὕπαρξή μας, καί ἡ μεγάλη αὐτή ἑορτή, ἄς γίνει κρίσις τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῶν ἐνεργειῶν μας, τῶν πράξεών μας, τῶν διανοημάτων μας, τῶν ἐνθυμήσεών μας, τῶν διαθέσεών μας γιά τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Καί νά καταλάβουμε ἐπί τέλους ὅτι ἡ λογική του Θεοῦ δέν ταιριάζει μέ τή λογική του κόσμου τούτου. Ἄλλη εἶναι ἡ λογική του Θεοῦ.

Νά εὐχηθῶ σέ ὅλους νά ἔχουμε καλά καί ἅγια Χριστούγεννα καί ὁ Χριστός νά μᾶς ἀξιώσει νά τόν δεχθοῦμε στήν καρδία μας καί ἔστω καί λίγο νά γευθοῦμε ἀπό αὐτή τή χάρη τῶν ἁγίων ἑορτῶν.
 
(απομαγνητοφωνημένη ομιλία)

Θεοφάνεια ή Επιφάνεια

 

 
Βάπτισis2
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Τη διαφορά λοιπόν των βαπτισμάτων τη μάθαμε από αυτά, πρέπει όμως στη συνέχεια να πούμε για ποιo λόγο βαπτίζεται ο Χριστός και ποιό είναι το βάπτισμα που κάνει. Δεν κάνει ούτε το παλιό ιουδαϊκό βάπτισμα, ούτε το δικό μας που καθιερώθηκε στη συνέχεια, καθόσον δεν εί­χε ανάγκη από συγχώρηση αμαρτημάτων· διότι πώς θα συνέβαινε αυτό σε εκείνον που δεν είχε καμία αμαρτία; Διότι, λέει, «αμαρτία δεν έκανε, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του»(Α΄ Πετρ.2, 22)· και πάλι· «Ποιός μπορεί από σας να με ελέγξει για αμαρτία;»( Ιω. 8,46). Ούτε η σάρκα εκείνη στερούνταν το Πνεύμα· διότι πώς ήταν δυνατό αυτό στη σάρκα εκείνη που συνελήφθη από Πνεύμα άγιο; Εάν λοιπόν η σάρ­κα εκείνη ούτε το άγιο Πνεύμα στερούνταν, ούτε ήταν υπεύθυνη για αμαρτήματα, για ποιό λόγο βαπτίσθηκε; Αλλά προηγουμένως πρέπει να μάθουμε ποιο βάπτισμα έκανε, και τότε και αυτό θα μας γίνει πιο κατανοητό.
 
Ποιο λοιπόν βάπτισμα έκανε; Ούτε το ιουδαϊκό, ούτε το δικό μας, αλλά το βάπτισμα του Ιωάννη. Γιατί; Με σκοπό να μάθεις και από τη φύση αυτού του βαπτίσματος, ότι δεν βαπτίσθηκε για αμαρτίες του, ούτε επειδή είχε ανάγκη της χορηγίας του αγίου Πνεύματος· διότι το βάπτισμα εκείνο στερούνταν τη δυνατότητα και των δύο αυτών βαπτισμάτων, όπως ακριβώς βέβαια και αποδεί­ξαμε.
Και ότι δεν ήρθε στον Ιορδάνη ούτε για άφεση αμαρτημάτων, ούτε για τη χορηγία του αγίου Πνεύματος έγινε φανερό από αυτά· όμως για να μη νομίσει κάποιος από εκείνους που ήταν τότε παρόντες, ότι πηγαίνει εκεί για μετάνοια, όπως ακριβώς πήγαιναν και οι άλλοι, άκουσε πως και αυτό το διευκρινίζει ο Ιωάννης. Διότι εκείνος που έλεγε στους άλλους, «Να κάνετε έργα άξια της μετάνοιας» (Ματθ. 3, 8), άκουσε τί λέει σ’ αυτόν· «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα, και συ έρχεσαι προς εμένα;»(Ματθ. 3, 14). Αυτό το έλεγε για να δείξει ότι δεν πήγε σ’ αυτόν για τον ίδιο λόγο που πήγαιναν οι άλλοι· και ότι τόσο πολύ απέχει από την ανάγκη να βαπτισθεί γι’ αυτό, αφού ήταν κατά πολύ πιο ανώτερος και από τον ίδιο το Βαπτιστή, και ασύγκρι­τα καθαρότερος. Για ποιό λόγο λοιπόν βαπτίσθηκε, εάν αυτό δεν το έκανε ούτε για μετάνοια, ούτε για συγχώρη­ση αμαρτημάτων, ούτε για χορήγηση του Πνεύματος; Για δύο άλλους λόγους, που ένας είναι αυτός που ανα­φέρει ο μαθητής, και ο άλλος αυτός που λέγεται απ’ αυτόν στον Ιωάννη.
Ποια λοιπόν λέει ο Ιωάννης ότι είναι η αιτία του βαπτίσματος αυτού; Για να μάθουν οι πολλοί, όπως και ο Παύλος έλεγε, ότι «ο Ιωάννης βάπτισε βάπτισμα με­τάνοιας, λέγοντας να πιστέψουν σ’ εκείνον που έρχεται μετά απ’ αυτόν»(Πραξ. 19, 4)· αυτό ήταν το κατόρθωμα του βαπτίσματος. Διότι το να πηγαίνει στο σπίτι του καθενός, και πλησιάζοντας στις πόρτες και έχοντας μαζί του το Χριστό να τους καλεί έξω και να τους λέει, ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού, αυτό θα έκανε ύποπτη τη μαρτυρία και θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο· επίσης το να τον πάρει πά­λι και, μπαίνοντας στη συναγωγή, να τον δείχνει, και αυτό πάλι κατά τον ίδιο τρόπο έκανε ύποπτη τη μαρ­τυρία.
Αλλ’ όμως το να έρθει και αυτός προς τον Ιωάννη με σκοπό να βαπτισθεί, τη στιγμή που όλος ο κόσμος από κάθε πόλη ξεχυνόταν στον Ιορδάνη και διέμενε στις όχθες του ποταμού, και εκεί να δεχθεί την ουράνια μαρ­τυρία που γινόταν με τα λόγια του Πατέρα, τη μαρτυρία που γινόταν με την επιφοίτηση του αγίου Πνεύματος με μορφή περιστεράς, αυτό έκανε ανύποπτη τη μαρτυρία που έδινε ο Ιωάννης γι’ αυτόν. Γι’ αυτό λέει, «και εγώ δεν τον γνώριζα», κάνοντας έτσι αξιόπιστη την μαρτύρια του.
Επειδή ήταν συγγενείς, για να μη φα­νεί ότι δίνει τη μαρτυρία για το Χριστό εξαιτίας της συγ­γένειάς τους, ρύθμισε η χάρη του αγίου Πνεύματος να περάσει ο Ιωάννης όλα τα προηγούμενα χρόνια του στην έρημο, για να μη φανεί ότι η μαρτυρία δίνεται από φιλία ή από κάποια άλλη παρόμοια επινόηση, αλλ’ όπως το έμα­θε αυτό από το Θεό, έτσι και το κάνει γνωστό στον κό­σμο. Γι’ αυτό λέει, «και εγώ δεν τον γνώριζα». Και από πού λοιπόν το έμαθες; «Εκείνος», λέει, «που με έστειλε να βαπτίζω με νερό, εκείνος μου είπε». Τί σου είπε; «Σ’ όποιον θα δεις να κατεβαίνει το Πνεύμα με μορφή περιστεράς και να μένει επάνω σ’ αυτόν, αυτός είναι εκείνος που βαπτίζει με Πνεύμα άγιο» (Ιω. 1, 33).
Βλέπεις ότι γι’ αυτό ήρθε το άγιο Πνεύμα, όχι ότι τότε κατέβηκε για πρώτη φορά, αλλά για να φανερώσει εκείνον που κηρυσσόταν, κάνοντας αυτόν γνωστό σ’ ό­λους, σαν με κάποιο δάχτυλο, με την πτήση του υπό μορφή περιστεράς; Γι’ αυτό λοιπόν ήρθε να βαπτισθεί αλλά και για μία άλλη αιτία, την οποία αναφέρει αυτός. Και ποιά είναι αυτή; Όταν ο Ιωάννης είπε, «εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα και συ έρχεσαι προς εμένα;», αυτός αποκρίθηκε και είπε· «άφησέ τα αυτά τώρα διότι πρέπει εμείς να εκτελέσουμε κάθε εντολή»(Ματθ. 3, 14-15). Είδες ευγνωμοσύνη δούλου; Είδες ταπεινοφροσύνη Κυρίου; Τί τέλος πάντων σημαίνει, «να εκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύ­νη»; Δικαιοσύνη ονομάζεται η εκπλήρωση όλων των εντο­λών· όπως ακριβώς όταν λέει·«Ήταν και οι δύο δίκαιοι και εκτελούσαν κατά τρόπο άμεμπτο όλες τις εντολές του Κυρίου»(Λουκ. 1,6). Επειδή λοιπόν έπρεπε να εκτελέσουν τις εντολές αυτές όλοι οι άνθρωποι, όμως κανένας δεν πραγ­ματοποίησε αυτές στην εντέλεια, γι’ αυτό έρχεται ο Χρι­στός και εκτελεί την πραγματοποίηση αυτών των εντολών.
Και ποια εντολή εκτελεί με το να βαπτισθεί; Το να υπακούσει στον προφήτη ήταν εντολή. Όπως ακριβώς λοιπόν περιτμήθηκε, πρόσφερε θυσία, τήρησε τα Σάββατα, και έλαβε μέρος σε ιουδαϊκές εορτές, έτσι πρόσθεσε και αυτό που υπολειπόταν, το να υπακούσει στον προφήτη που βάπτιζε. Διότι, το ότι ήταν τότε θέλημα του Θεού να βαπτίζονται όλοι, άκουσε τι λέγει ο Ιωάν­νης· «Εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με νερό»(Ιω. 1, 33) και πάλι ο Χριστός λέει· «οι τελώνες και το πλήθος του λαού τήρησαν τις εντολές του Θεού, διότι έκαναν το βάπτισμα του Ιωάννη, οι Φαρισαίοι όμως και οι γραμματείς απέρριψαν το θέλημα του Θεού με το να μη βαπτισθούν απ’ αυτόν»(Λουκ. 7, 29-30).
Εάν λοιπόν αποτελεί εντολή το να υπακούει κανείς στο Θεό, ο δε Θεός έστειλε τον Ιωάννη για να βαπτίσει το λαό, ο Χριστός μαζί με όλες τις άλλες νομι­κές διατάξεις εκπλήρωσε και αυτή την εντολή. Υπόθεσε, δηλαδή, ότι οι εντολές του νόμου ήταν διακόσια δηνάρια. Αυτό το χρέος έπρεπε να το πληρώσει το δικό μας το ανθρώπινο γένος. Δεν το πληρώσαμε. Μας είχε στην εξουσία του ο θάνατος, επειδή ήμασταν υπεύθυνοι γι’ αυτές τις κατηγορίες. Όταν ήρθε ο Χριστός και μας βρήκε να εί­μαστε κάτω από την εξουσία του, κατέβαλε το χρέος, πλήρωσε την οφειλή και ελευθέρωσε εκείνους που δεν είχαν να πληρώσουν. Γι’ αυτό δεν είπε, ‛πρέπει να κάνετε σεις αυτό και αυτό’, αλλά, «να πληρώσω κάθε δικαιοσύ­νη»(Ματθ. 3,15). Εγώ ο Κύριος, λέει, που έχω, πρέπει να πληρώσω για εκείνους που δεν έχουν.
Αυτή είναι η αιτία του βαπτίσματος, για να φανεί ότι τηρεί όλες τις εντολές του νόμου· αυτή είναι η αιτία κα­θώς και εκείνη που αναφέρθηκε πριν απ’ αυτή. Γι’ αυτό και το Πνεύμα κατεβαίνει με μορφή περιστεράς, διότι ό­που υπάρχει συμφιλίωση με το Θεό, παρουσιάζεται περι­στερά. Καθόσον και στην περίπτωση της κιβωτού του Νώε ήρθε η περιστερά κρατώντας κλαδί ελιάς, σύμβολο της φιλανθρωπίας του Θεού και της απαλλαγής από τον κατακλυσμό.
Και τώρα παρουσιάζεται το Πνεύμα με μορφή περιστεράς, και όχι με το σώμα της (διότι πρέπει αυτά να τα γνωρίζομε σωστά), γνωστοποιώντας τη φιλανθρω­πία του Θεού στην οικουμένη, και συγχρόνως φανερώ­νοντας, ότι ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να μη έχει πονηριά, να είναι αγνός και άκακος, όπως ακριβώς και ο Χριστός λέει· «εάν δεν μετανοήσετε και δεν γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα μπείτε στη βασιλεία των ουρανών»(Ματθ, 18, 3). Εκείνη λοιπόν η κιβωτός, αφού σταμάτησε ο κατακλυ­σμός, έμεινε στη γη, ενώ αυτή η κιβωτός, αφού καθησύ­χασε η οργή, ανέβηκε στον ουρανό, και τώρα βρίσκεται το καθαρό εκείνο και αμόλυντο σώμα στα δεξιά του Πατέρα.
 
(Αγίου Ι. Χρυσοστόμου, Λόγος στο Άγιο Βάπτισμα, Ε.Π.Ε. τ. 35-αποσπάσματα).

www.pemptousia.gr

Άγιος Λουκάς ο Ιατρός - Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας Λόγος στην Κυριακή των Φώτων


4 Ιανουαρίου 2012
Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα των Θεοφανίων περιέχει έναν λόγο του Χριστού μεγάλης σπουδαιότητας. Σ’ αυτόν τώρα θέλω λίγο να στρέψω την προσοχή σας.
Του μεγάλου αυτού γεγονότος της Θεοφάνειας του Κυρίου προηγείται κήρυγμα στις όχθες του Ιορδάνη ποταμού, του Ιωάννου του Προδρόμου του Κυρίου, του μείζονος μεταξύ των ανθρώπων που γέννησαν ποτέ οι γυναίκες. Το φλογερό του κήρυγμα της μετανοίας για το οποίο προετοιμαζόταν είκοσι ολόκληρα χρόνια στην έρημο της Ιουδαίας τραβούσε προς αυτόν μεγάλο πλήθος ανθρώπων. Ο πύρινος λόγος του κηρύγματός του έκαιγε τις καρδιές των ανθρώπων τους οποίους βάπτιζε στα νερά του Ιορδάνη καθαρίζοντας τις αμαρτίες τους. Την μεγάλη εκείνη ημέρα με πολλή έκπληξη παρατήρησε ότι μεταξύ των άλλων που έρχονται για να βαπτιστούν βρίσκεται και Εκείνος τον οποίον μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει αλλά περί του οποίου του είχε αποκαλυφθεί ότι θα βαπτίζει με το Πνεύμα το Άγιο. Και αφού έπεσε στα πόδια του, του είπε με δέος: «εγώ χρείαν έχω υπό Σου βαπτισθήναι, και συ έρχη προς με;» (Μτ. 3, 14).
Εμείς, που ήδη είμαστε βαπτισμένοι εν Πνεύματι Αγίω και πυρί, δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε γιατί ο αναμάρτητος Υιός του Θεού πήγε στο δούλο του τον Ιωάννη και ζήτησε να βαπτιστεί από αυτόν με το βάπτισμα της μετανοίας για να Του αφε­θούν οι αμαρτίες του, τις οποίες δεν είχε, αν ο ίδιος ο Χριστός δεν μας το έλεγε απαντώντας στην ερώτηση του Προδρόμου το εξής: «άφες άρτι· ούτω γαρ πρέπον εστίν ημίν πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην» (Μτ. 3, 15).
Ω, Κύριε μας! Σε προσκυνούμε εσένα και τον Πρόδρομο Σου και Σε ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας για το ότι μας έμαθες να σεβόμαστε και να τιμάμε «πάσαν δικαιοσύνην» και να μισούμε την οποιαδήποτε αδικία, διότι εκείνη προέρχεται από τον διάβολο. Κάθε δικαιοσύνη, ακόμα και η πιο ασήμαντη δίκαιη πράξη, είναι ευλογημένη από τον Θεό. Έλαβες το βάπτισμα από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη ποταμό για την άφεση αμαρτιών διότι ήθελες να εκπληρώσεις ό,τι προβλέπει το σχέδιο του Θεού. Η κατάδυση στα νερά του Ιορδάνη αποτελούσε σφράγισμα της μετανοίας γι’ αυτούς που έρχονταν να βαπτιστούν. Διότι για την ολόκαρδη μετάνοια, αυτός που δεχόταν το βάπτισμα του Ιωάννη, λάμβανε από τον Θεό την άφεση των αμαρτιών του.
Το βάπτισμα όμως αυτό δεν ανακαίνιζε τον άνθρωπο και δεν ήταν γι’ αυτόν μία δεύτερη γέννηση, όπως αυτό γίνεται στο μεγάλο μυστήριο του βαπτίσματος, με το άγιο Πνεύμα, με το οποίο βαπτιζόμαστε εμείς οι χριστιανοί. Ήταν λοιπόν δίκαιο το βάπτισμα του Ιωάννου. Δεν μίλησε όμως μόνο γι’ αυτήν την δικαιοσύνη,  ο Σωτήρας μας στον Ιωάννη για να τον καθησυχάσει και να λύσει την απορία του, αλλά για την πάσα δικαιοσύνη, δηλ. το σχέδιο του Θεού. Με τον θείο λόγο του αγίασε και ευλόγησε την κάθε αλήθεια και συνεπώς κατέκρινε την οποιαδήποτε αδικία.
Σκεφτείτε, αγαπητοί μου, άνθρωποι του ίδιου με μένα πνεύματος, κοινωνοί του μικρού ποιμνίου του Χριστού, πόση αδικία υπάρχει στον κόσμο! Πόσο μεγάλη αμαρτία είναι ο πόλεμος, όταν οι λαοί, ακόμα και οι χριστιανικοί λαοί, εξοντώνουν ο ένας τον άλλον! Αν ο φόνος ενός μόνο ανθρώπου σε πολλούς λαούς τιμωρείται με θάνατο, τότε πώς ο Κύριος θα τιμωρήσει αυτούς που ευθύνονται για το φόνο δεκά­δων εκατομμυρίων ανθρώπων; Η οποιαδήποτε αμαρτία είναι αδικία και ο πόλεμος είναι η εσχάτη αδικία την οποία όλοι μας πρέπει να την μισούμε.
Μεγάλη αδικία υπάρχει στα κράτη εκείνα όπου η γη, που δόθηκε από τον Θεό σε όλους τους ανθρώπους, και ιδιαίτερα σ’ αυτούς που την καλλιεργούν, δεν ανήκει στον λαό και στο κράτος αλλά σ’ εκείνους τους ανθρώπους που έχουν εξουσία, που τους την δίνει το χρήμα. Και πόση ακόμα αδικία υπάρχει στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, ακόμα και μεταξύ των συγγενών και μελών της ίδιας οικογένειας. Η αδικία αυτή χαροποιεί πάρα πολύ το διάβολο. Δεν ήταν έτσι τα πράγματα στην εποχή των αποστόλων, μεταξύ των πρώτων χριστιανών. «Του δε πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία, και ουδέ εις τι των υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ην αυτοίς άπαντα κοινά. Και μεγάλη δυνάμει απεδίδουν το μαρτύριον οι απόστολοι της αναστάσεως του Κυρίου Ιησού, χάρις τε μεγάλη ην επί πάντας αυτούς. Ουδέ γαρ ενδεής τις υπήρχεν εν αυτοίς· όσοι γαρ κτήτορες χωρίων ή οικιών υπήρχον, πωλούντες έφερον τας τιμάς των πιπρασκομένων και ετίθουν παρά τους πόδας των αποστόλων διεδίδοτο δε εκάστω κα­θότι αν τις χρείαν είχεν» (Πράξ. 4, 32-35).
Δεν είναι μόνο ο λόγος αυτός του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, για το σχέδιο του Θεού, που αποτελεί το μεγαλείο της σημερινής εορτής. Η Βάπτι­ση του Κυρίου μας έχει για μας επίσης ύψιστη σημασία διότι έχουμε την φανέρωση της Αγίας Τριάδος. Την στιγμή που ο Υιός του Θεού ανέβαινε από το νερό πάνω, από τον ουρανό, ακούστηκε η φωνή του Θεού Πατέρα που μαρτυρούσε για τον Υιό του λέγοντας: «ουτός εστίν ο Υ’ιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» (Μτ. 3, 17). Και το Πνεύμα το Άγιο «εν είδει περιστεράς» κατέβηκε από τον ουρανό πάνω στο κεφάλι του προαιώνιου Υιού του Θεού. Έχει μεγάλη σημασία αυτή η Θεοφάνεια, όπως αλλιώς ονομάζεται η εορτή της Βαπτίσεως του Κυρίου. Ο ίδιος ο τρισυπόστατος Θεός φανέρωσε την θεότητα του Δευτέρου Προσώπού του, του ενσαρκωμένου Λόγου του Θεού. Ο Θεός Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα σαν να παρουσίασαν στην ανθρωπότητα τον Σωτήρα του γένους των ανθρώπων.
     Δεν αρκούν αυτά σ’ εκείνους που δεν πιστεύουν στον Κύριο Ιησού Χριστό; Δεν τους συγκινεί η θεία του διδασκαλία, με την οποία δεν μπορεί να συγκριθεί καμμία ανθρώπινη; Δεν τους αρκούν τα θαύματά του με τα οποία ο Χριστός επιβεβαίωνε το κήρυγμά του; Δεν τους φτάνει το ότι το κήρυγμά του το σφράγισε με το τίμιο αίμα του πάνω στον φοβερό σταυρό του Γολγοθά; Και το ότι αναστήθηκε την τρίτη ημέρα μετά το θάνατό του, και που για σαράντα ημέρες, μετά την ανάστασή του, φανερώθηκε πολλές φορές στους μαθητές του, και ολοκλήρωσε το έργο της σωτηρίας του κόσμου με την ένδοξη ανάληψή Του στους ουρανούς από το όρος των Ελαιών;
Ω, Υιέ του Θεού! Ω, Σωτήρα μας, Κύριε Ιησού Χριστέ! Στα έργα της αγάπης σου, στα αμέτρητα θαύματά σου, πρόσθεσε και ένα άλλο θαύμα: άγγιξε με την δεξιά σου τη λίθινη καρδιά τους και δώσε σ’ αυτούς «καρδιά σαρκίνη». Αμήν.
 
(Αγ. Λουκά, Αρχιεπ. Κριμαίας, «Λόγοι και Ομιλίες», τ. Β΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σ.53-57)

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Δημήτριος Παναγόπουλος, Τα Πάθη και η Ανάστασις του Χριστού



ΤΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Σύμφωνα μὲ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, ὁ Χριστὸς ἔπεσε πολλὲς φορὲς μὲ τὸν Σταυρό, στὸ δρόμο γιὰ τὸν Γολγοθᾶ. Τότε ἦρθε ὁ Σίμωνας ὁ Κυρηναῖος, γιὰ νὰ σηκώσει τὸν Σταυρὸ καὶ νὰ βοηθήσει τὸν Χριστό. Ὅπως τότε ὁ Χριστὸς βοηθήθηκε ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπο, ἔτσι καὶ σήμερα ὁ Χριστὸς θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ σηκώσουμε τὸν δικό μας σταυρό, ἀρκεῖ νὰ ζητήσουμε τὴν βοήθειά Του.
● Ἅπλωσε ἡ Εὔα τὰ χέρια της στὸν ἀπαγορευμένο καρπό, ἅπλωσε καὶ ὁ Χριστὸς τὰ χέρια Του πάνω στὸ Σταυρό. Παρέβη τὴν ἐντολὴ ὁ Ἀδὰμ καὶ παρήκουσε, ἔγινε ὁ Χριστὸς ὑπήκοος μέχρι θανάτου, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν ἁμαρτία.

Ἦταν τὸ δέντρο (ξύλο), ἀπὸ ὅπου ὁ καρπὸς τῆς παρακοῆς, ἐπὶ τοῦ ξύλου κρεμάστηκε ὁ Χριστός! Κῆπος καὶ παράδεισος ἦταν ἐκεῖ ποὺ ἔπεσε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἀπὸ ὅπου ἐξορίστηκε, κῆπος ἦταν καὶ στὴν Γεσθημανή, ὅπου ὁ Χριστὸς προδόθηκε. Ἰσοθεΐα καὶ δόξα φαντάστηκε ὁ Ἀδάμ, ἀτιμία καὶ πτύσματα δέχθηκε ὁ Κύριος! Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι ὁ Χριστὸς ὑπέστη ἀκριβῶς τὶς ἀντίστροφες ἐνέργειες, ποὺ ἔκαναν οἱ Πρωτόπλαστοι στὴν πτώση τους, προκειμένου νὰ θεραπεύσει τὴν παρακοὴ καὶ τὰ ἀποτελέσματα, ποὺ ἐπέφερε αὐτή.
Ὁ Χριστός, ὅπως ἀναφέρει ἡ Ἁγία Γραφή, ἔκλινε τὴν κεφαλὴ καὶ μετὰ παρέδωσε τὸ πνεῦμα Του. Οἱ ἄνθρωποι πῶς πεθαίνουν; Παραδίδουν τὸ πνεῦμα καὶ κλίνουν τὴν κεφαλή. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε τὴν ὥ ρα πού ἤθελε. Σημαίνει ὅτι πέθανε σὰν Θεὸς καὶ ὄχι σὰν ἄνθρωπος. Δὲν Τὸν πεθάνανε οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ πέθανε, ὅποια στιγμὴ ἤθελε. Πέθανε ὁ Χριστὸς νωρίτερα σὲ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους δύο ληστές, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὰ σκέλη Του δὲν συνθλίφτηκαν (προφητεύτηκε αὐτὸ αἰῶνες πρίν), ὅπως ἔγινε μὲ τοὺς ἄλλους δύο ληστές, προκειμένου νὰ ἐπέλθει ὁ θάνατός τους, γιατί ἀκολουθοῦσε τὸ Πάσχα τῶν Ἑβραίων.
● Τὸ πρῶτο θαῦμα, πού ἔγινε ἀμέσως μετὰ τὸ τετέλεσται τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὅτι σχίστηκε τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομώντα. Τὸ καταπέτασμα συμβόλιζε τὴν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου καὶ χώριζε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, δίκαιοι καὶ ἄδικοι, πρὶν τὴν Ἀνάσταση, πήγαιναν στὸν Ἅδη. Μὲ τὸ σχίσιμο τοῦ ναοῦ, νικήθηκε ἡ ἁμαρτία ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ ἀποκαταστάθηκε ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Χριστό. Ἄνοιξε ἔτσι ὁ δρόμος τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν παράδεισο. Ὁ δρόμος αὐτὸς εἶναι ἡ Ὡραία Πύλη, πού ὑπάρχει στὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἄνοιξε καὶ προσφέρει τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς Θείας Κοινωνίας.
● Στὴν Καινὴ Διαθήκη ἀναφέρεται ὅτι ὁ Χριστός, ὅταν λογχίστηκε στὴν πλευρά Του, ἀπὸ ἕνα Ρωμαῖο στρατιώτη, προκειμένου νὰ διαπιστώσει ἂν εἶναι νεκρός, τότε βγῆκε ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ αἷμα καὶ νερό. Πολλοὺς αἰῶνες ἀργότερα καὶ σύμφωνα μὲ τὴν σύγχρονη ἐπιστήμη, τὰ στοιχεῖα αὐτά, πού μᾶς δίνει ἡ Ἁγία Γραφή, ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ Χριστὸς πράγματι πέθανε.
Συγκεκριμένα ὁ Σίμπσον, ὁ ἐφευρέτης τοῦ χλωροφορμίου, ἀπέδειξε ὅτι ὁ χωρισμὸς τοῦ ὀροῦ ἀπὸ τὸ αἷμα εἶναι ἔνδειξη θανάτου. Τὸ αἷμα πού βγῆκε ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ, συμβολίζει τὴν Θεία Κοινωνία, ἐνῶ τὸ νερὸ συμβολίζει τὸ Βάπτισμα. Ἡ Εὔα «λογχίστηκε» ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ γέννησε θάνατο,ἐνῶ ὁ Χριστὸς λογχίστηκε ἀπὸ τὸν Ρωμαῖο στρατιώτη καὶ γέννησε Ζωή, μέσῳ τῶν δύο αὐτῶν Μυστηρίων: τῆς Θείας Κοινωνίας καὶ τοῦ Βαπτίσματος.
● Τὸ πέρασμά μας κάτω ἀπὸ τὸν Ἐπιτάφιο, τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, τί συμβολίζει; Βάζουμε μετάνοια στὸ Χριστό, ὅτι θὰ κάνουμε τὸ θέλημά Του καὶ ὄχι τὸ δικό μας.  Ἐντούτοις ἐμεῖς συνεχίζουμε νὰ κάνουμε τὸ δικό μας θέλημα καὶ δὲν ἀποχωριζόμαστε τὰ πάθη μας. Πῶς λοιπὸν ἄνθρωπε τολμᾶς νὰ περνᾶς κάτω ἀπὸ τὸν Ἐπιτάφιο; Μᾶς ἀνέχεται ὁ Χριστός, δείχνει μακροθυμία, ἀλλὰ ὡς πότε;
●Ὅταν ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, οἱ στρατιῶτες, πού φύλαγαν τὸν τάφο Του καὶ ἦταν πολλοί, δωροδοκήθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους, γιὰ νὰ μή ποῦν ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ἀλλὰ ὅτι κλάπηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους! Ὁ Χριστὸς θάφτηκε μὲ τὸν Ἰουδαϊκὸ τρόπο ταφῆς. Ἄλειψαν τὸ σῶμα Του μὲ παραφίνη (κολλητικὴ οὐσία), ἔντυσαν τὸ κεφάλι μὲ τὸ σουδὰριο καὶ τὸ σῶμα μὲ σεντόνια.
Ἂν ὅμως οἱ Μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἔκλεβαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὰ ἐνδύματά Του πῶς βρέθηκαν μέσα στὸν τάφο; Δηλαδὴ ἔκλεψαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, βγάζοντας πρῶτα τὰ ροῦχα Του; Ἀστεῖα πράγματα! Ἐξάλλου ἡ παραφίνη, πού ἄλειψαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, θὰ ἦταν ἡ αἰτία, τὸ σεντόνι νὰ γίνει ἕνα μὲ τὸ δέρμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς ἔμεινε 33 ὧρες στὸν ἅδη (ἀπὸ τὶς 3 τὸ ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς ἕως τὰ μεσάνυχτα τοῦ Σαββάτου), ὅσα ἦταν δηλαδὴ τὰ χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του. Ἐκεῖ στὸν ἅδη, ὁ Χριστὸς κήρυξε καὶ ὅσοι Τὸν πίστεψαν, πῆγαν μαζί Του στὸν Παράδεισο, ὅταν Ἀναστήθηκε. Ἡ πρώτη, πού πληροφορήθηκε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, εἶναι ἡ Θεοτόκος ἀπὸ ἄγγελο Κυρίου.
● Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἰσχύει τὸ μνήσθητι πού εἶπε ὁ ληστὴς πάνω στὸ σταυρό. Τὸ μνήσθητι ἴσχυε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ἄλλαξε ὁ τρόπος σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὑπάρχει τὸ βάπτισμα, ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ θεία Κοινωνία. Πλα νῶνται ἑπομένως αὐτοὶ πού λένε καὶ εἶναι πολλοὶ δυστυχῶς, ὅτι ἐγὼ ἕνα μνήσθητι θὰ πῶ στὰ τελευταῖα μου, μιμούμενος τὸν ληστὴ καὶ ἔτσι θὰ σωθῶ! Ἔξαλλου τί μνήσθητι θὰ πεῖς, ἅμα σὲ πατήσει ἁμάξι, τρελλαθεῖς ἢ πεθάνεις ξαφνικὰ καὶ ἀκαριαῖα; Θέλει προσοχὴ αὐτὸ τὸ θέμα!
● Ἡ «πρώτη» λεγομένη Ἀνάσταση ἔχει σχέση μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν ἅδη. Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς κήρυξε καὶ ὅλοι ὅσοι Τὸν πίστεψαν καὶ Τὸν δέχτηκαν τοὺς ἀνέστησε καὶ πῆγαν στὸν παράδεισο.
● Ὅλοι ὅσοι πρωταγωνίστησαν καὶ συνέβαλαν στὴν Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, εἶχαν φρικτὸ τέλος.
●Μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὅταν πεῖ ὁ ἱερεὺς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ἀκολουθεῖ ἡ Ἀναστάσιμη Ἀκολουθία, ἀλλὰ οἱ περισσότεροι φεύγουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ πᾶνε στὰ σπίτια τους καὶ νὰ φᾶνε τὴν μαγειρίτσα. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς λυπεῖ τὸ Χριστὸ καὶ ζημιώνει τὸν πιστό. Λέει ὁ Δαβὶδ 1050 χρόνια π.Χ. χαρακτηριστικά: Ἀναστήθηκε ὁ Θεὸς καὶ διασκορπίστηκαν οἱ ἐχθροί Του.
Ἐχθρούς τούς ἀποκαλεῖ ὁ Δαβίδ, αὐτοὺς πού φεύγουν πιὸ νωρὶς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, οἱ ἄνθρωποι κολάζονται καὶ χάνουν τὴν ψυχή τους. Μάλιστα πολλοὶ ἀπὸ αὐτούς, πού φεύγουν στὸ Χριστὸς Ἀνέστη, πᾶνε μετὰ μὲ τὴν λαμπάδα καὶ τὸ Ἀναστάσιμο Φῶς, νὰ σταυρώσουν τὴν ὀροφὴ τῆς πόρτας τοῦ σπιτιοῦ τους, γιὰ νὰ κρατήσουν τάχα μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τους τὸ διάβολο.
Δυστυχισμένοι ἄνθρωποι! Ἀφοῦ φύγατε νωρίτερα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἒχετε τὸν διάβολο μέσα σας καὶ ὁ πονηρός σᾶς ἐμπαίζει. Αὐταπατῶνται ἒτσι οἱ ἄνθρωποι, νομίζοντας ὅτι ἔκαναν Πάσχα!
●Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν Ἀναστήθηκε καὶ δὲν εἶναι Θεός, δὲν ὑπάρχει σωτηρία γιά τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλά, δόξα σοι ὁ Θεός, καὶ Ἀναστήθηκε καὶ Θεὸς εἶναι.
●Ὁ τάφος τοῦ Χριστοῦ, εἶναι κενοτάφιο, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς Ἀναστήθηκε καὶ δὲν ὑπάρχει τὸ Σῶμα Του ἐκεῖ. Ἦταν καὶ καινοτάφιος, ἀφοῦ κανένας ἄλλος ἄνθρωπος, δὲν εἶχε θαφτεῖ ποτὲ ἐκεῖ. Ἦταν ὁ πρῶτος, πού θάφτηκε σὲ ἐκεῖνον τὸν τάφο.
● Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι θὰ κατακριθοῦμε, ἀπὸ τὸν κενὸ τάφο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν κενὸ τάφο τῆς Παναγίας μας. Οἱ ἄλλοι (ἑτερόδοξοι), θὰ κατακριθοῦνε ἀπὸ τὸν γεμάτο τάφο τῶν ἀρχηγῶν τους. Ἐμεῖς θὰ κατακριθοῦμε, γιατί δὲν πιστεύουμε στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ ἄλλοι θὰ κατακριθοῦν, γιατί πιστεύουν σὲ πεθαμέ- νους ἀνθρώπους.
● Τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὁ σατανᾶς τὴν μισεῖ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅταν πεῖς, Χριστὸς Ἀνέστη, σὲ ἕνα αἱρετικό, τὸ μόνο πού δὲν θὰ σοῦ πεῖ εἶναι, Ἀληθῶς Ἀνέστη!
Σημείωσις «Ο.Τ.»: Ἡ ἀνωτέρω ὁμιλία τοῦ μακαριστοῦ ἱεροκήρυκος Δημητρίου Παναγοπούλου ἀναδημοσιεύεται ἀπό τό βιβλίον «Ἀπάνθισμα τῶν ὁμιλιῶν» του, τό ὁποῖον ἐκυκλοφόρησε προσφάτως ἀπό τάς ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»
Ορθόδοξος Τύπος,3/05/2013

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος - Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας

  

 

Πῶς ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός; Στὸ βασικὸ αὐτὸ ἐρώτημα ἂς μὴν προσπαθήσουμε ν ἀπαντήσουμε μὲ τὸ ἐπιχείρημα τῆς δημιουργίας τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, γιατὶ ὁ ἄπιστος δὲν θὰ τὸ παραδεχθεῖ. Ἂν τοῦ ποῦμε ὅτι ἀνέστησε νεκρούς, θεράπευσε τυφλούς, ἔδιωξε δαιμόνια, οὔτε τότε θὰ συμφωνήσει. Ἂν τοῦ ποῦμε ὅτι ὑποσχέθηκε ἀνάσταση νεκρῶν, βασιλεία οὐρανῶν καὶ ἀνέκφραστα ἀγαθά, τότε ὄχι μόνο δὲν θὰ συμφωνήσει, ἀλλὰ καὶ θὰ γελάσει.

Πῶς λοιπὸν θὰ τὸν ὁδηγήσουμε στὴν πίστη, καὶ μάλιστα ὅταν δὲν εἶναι πνευματικὰ καλλιεργημένος; Ἀσφαλῶς μὲ τὸ νὰ στηριχθοῦμε σὲ ἀλήθειες, ποὺ καὶ ἐμεῖς καὶ αὐτὸς παραδεχόμαστε χωρὶς καμιὰν ἀντίρρηση καὶ ἀμφιβολία.
Σὲ ποιὸ λοιπὸν σημεῖο συμφωνοῦμε μαζί του ἀπόλυτα; Στὸ ὅτι ὁ Χριστὸς φύτεψε τὴν Ἐκκλησία. Ἀπ᾿ αὐτὸ θὰ φανερώσουμε τὴ δύναμη καὶ θ᾿ ἀποδείξουμε τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ δοῦμε ὅτι εἶναι ἀδύνατο ν᾿ ἀποτελεῖ ἀνθρώπινο ἔργο ἡ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη μέσα σὲ τόσο σύντομο χρονικὸ διάστημα. Καὶ μάλιστα, ὅταν ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ προσκαλεῖ στὴν ἀνώτερη ζωὴ ἀνθρώπους μὲ κακὲς συνήθειες, δούλους τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅμως, ὁ Κύριος κατόρθωσε νὰ ἐλευθερώσει ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ ὄχι μόνο ἐμᾶς, μὰ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Κι αὐτὸ τὸ κατόρθωσε χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει ὅπλα, χωρὶς νὰ ξοδέψει χρήματα, χωρὶς νὰ κινητοποιήσει στρατούς, χωρὶς νὰ προκαλέσει πολέμους. Τὸ κατόρθωσε ξεκινώντας μὲ δώδεκα μόνο μαθητές, ποὺ ἦσαν ἄσημοι, ἀμόρφωτοι, φτωχοί, γυμνοί, ἄοπλοι...
Μὲ τέτοιους ἀνθρώπους κατόρθωσε νὰ πείσει τὰ ἔθνη, νὰ σκέφτονται σωστά, ὄχι μόνο γιὰ τὴν παρούσα ζωή, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ μέλλουσα. Μπόρεσε νὰ καταργήσει προγονικοὺς νόμους, νὰ ξεριζώσει ἀρχαῖες συνήθειες καὶ νὰ φυτέψει νέες. Μπόρεσε ν ἀποσπάσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν εὔκολο τρόπο ζωῆς καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸ δύσκολο. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ κατόρθωσε, ἐνῶ ὅλοι Τὸν πολεμοῦσαν, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶχε ὑπομείνει ἐξευτελιστικὴ σταύρωση καὶ ταπεινωτικὸ θάνατο!
Ἀσφαλῶς δὲν συμβαίνουν αὐτὰ στοὺς ἀνθρώπους. Μᾶλλον τὰ ἀντίθετα συμβαίνουν. Ἐφ᾿ ὅσον δηλαδὴ ζοῦν καὶ εὐδοκιμοῦν οἱ ἴδιοι, τὸ ἔργο τους προοδεύει. Ὅταν ὅμως πεθάνουν, καταστρέφεται μαζί τους ὅ,τι δημιούργησαν. Καὶ αὐτὸ τὸ παθαίνουν ὄχι μόνο οἱ πλούσιοι οὔτε μόνο οἱ ἄρχοντες, ἀλλὰ καὶ οἱ κυβερνῆτες ἀκόμα. Γιατὶ καὶ οἱ νόμοι τους καταλύονται και ἡ μνήμη τους σβήνει και τ᾿ ὄνομά τους ξεχνιέται καὶ οἱ ἔμπιστοι ἄνθρωποί τους παραγκωνίζονται.
Αὐτὰ συμβαίνουν σ᾿ ἐκείνους, ποὺ πρῶτα μ ἕνα νεῦμα κυβέρνησαν λαοὺς καὶ ὁδήγησαν στὸν πόλεμο ὁλόκληρες στρατιές. Σ᾿ ἐκείνους ποὺ καταδίκαζαν σὲ θάνατο καὶ ποὺ ἀνακαλοῦσαν ἐξορίστους.
Στὸν Κύριο ὅμως ἔγινε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Θλιβερὴ ἦταν ἡ κατάσταση τοῦ ἔργου Του πρὶν ἀπὸ τὴ σταύρωση: Ὁ Ἰούδας Τὸν πρόδωσε, ὁ Πέτρος Τὸν ἀρνήθηκε, οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς ἔφυγαν γιὰ νὰ σωθοῦν καὶ πολλοὶ πιστοὶ Τὸν ἐγκατέλειψαν. Μόνος ἔμεινε ἀνάμεσα στοὺς ἐχθρούς. Ὅμως, μετὰ τὴ σφαγὴ καὶ τὸ θάνατο, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι δὲν ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος ὁ Σταυρωμένος, ἔγιναν ὅλα λαμπρότερα, φαιδρότερα, ἐνδοξότερα.
Ὁ Πέτρος, ὁ κορυφαῖος ἀπόστολος, αὐτὸς ποὺ πρὶν ἀπὸ τὴ σταύρωση δὲν ἄντεξε τὴν ἀπειλὴ μιᾶς ὑπηρετριούλας, ἀλλά, μετὰ ἀπὸ τόσες οὐράνιες διδασκαλίες καὶ τὴ συμμετοχή του στὰ θεῖα μυστήρια, εἶπε ὅτι δὲν γνωρίζει τὸν Κύριο, αὐτὸς ὁ ἴδιος, μετὰ τὴ σταύρωση, Τὸν κήρυξε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Ἀναρίθμητα πλήθη μαρτύρων θυσιάστηκαν, γιατὶ προτίμησαν νὰ θανατωθοῦν παρὰ ν᾿ ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό, ὅπως τὸν εἶχε ἀρνηθεῖ ὁ κορυφαῖος ἀπόστολος, τρομοκρατημένος ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ ἑνὸς κοριτσιοῦ. Ὅλες τώρα οἱ χῶρες, ὅλες οἱ πόλεις, τὰ ἐρημικὰ καὶ τὰ κατοικημένα μέρη, τὸν Σταυρωμένο ὁμολογοῦν. Σ᾿ Αὐτὸν πιστεύουν οἱ βασιλιάδες κι οἱ στρατηγοί, οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ ὕπατοι, οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ἐλεύθεροι, οἱ ἀγράμματοι καὶ οἱ μορφωμένοι, οἱ βάρβαροι καὶ τὰ διάφορα ἔθνη τῶν ἀνθρώπων.
Ἀκόμα κι ὁ μικρὸς καὶ ἀσήμαντος ἐκεῖνος τάφος, ποὺ δέχθηκε τὸ αἱμόφυρτο μαρτυρικὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, εἶναι τιμιότερος ἀπὸ χίλια βασιλικὰ παλάτια καὶ σεβαστὸς ἀκόμα καὶ στοὺς βασιλιάδες.
Τὸ παράδοξο μάλιστα εἶναι, ὅτι αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸν Κύριο, συνέβη καὶ στοὺς μαθητές Του. Γιατὶ αὐτοὺς ποὺ περιφρονοῦσαν καὶ φυλάκιζαν, αὐτοὺς ποὺ βασάνιζαν σκληρὰ μὲ ἀναρίθμητα μαρτύρια, αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς ἴδιους, μετὰ τὸ θάνατό τους, τοὺς τιμοῦσαν περισσότερο κι ἀπὸ τοὺς βασιλιάδες.
Καὶ πῶς φαίνεται αὐτὸ; Στὴ Ρώμη, οἱ αὐτοκράτορες καὶ οἱ ὕπατοι καὶ οἱ στρατηγοὶ τὰ πάντα ἐγκαταλείπουν, καὶ τρέχουν νὰ προσκυνήσουν τοὺς τάφους τοῦ ψαρᾶ Πέτρου καὶ τοῦ σκηνοποιοῦ Παύλου. Στὴν Κωνσταντινούπολη, αὐτοὶ ποὺ φοροῦν τὰ στέμματα, θέλουν νὰ ἐνταφιαστοῦν ὄχι κοντὰ στοὺς τάφους τῶν ἀποστόλων ἀλλὰ στὰ πρόθυρα τῶν ναῶν τους. Κι ἔτσι γίνονται οἱ βασιλιάδες θυρωροὶ τῶν ψαράδων! Μάλιστα δὲν ντρέπονται γι᾿ αὐτό, ἀλλὰ καὶ καυχιῶνται. Καυχιῶνται ὄχι μόνο οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀπόγονοί τους.
Ὅταν οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἦσαν μόνο δώδεκα καὶ δὲν ὑπῆρχε στὴ σκέψη κανενὸς ἡ Ἐκκλησία, ὅταν ἀκόμα ἡ ἰουδαϊκὴ συναγωγὴ ἀνθοῦσε καὶ ἡ ἀσεβὴς εἰδωλολατρία κυριαρχοῦσε σ ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν οἰκουμένη, ὁ Κύριος εἶχε προφητέψει: Ἐπὶ ταύτη τῇ πέτρᾳ (δηλαδὴ πάνω στὴν ὁμολογία πίστεως τοῦ Πέτρου) οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,18).
Διαπιστώνεις τὴν ἀλήθεια αὐτῆς τῆς προφητείας; Βλέπεις τὴν ἐκπλήρωσή της; Σκέψου πόσο σημαντικὸ γεγονὸς εἶναι ἡ ἐξάπλωση τῆς Ἐκκλησίας σχεδὸν σ᾿ ὅλη τὴ γῆ μέσα σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα. Σκέψου πῶς ἄλλαξε τὴ ζωὴ τόσων ἐθνῶν καὶ ὁδήγησε στὴν πίστη τόσους λαούς, πῶς κατάργησε προγονικὰ ἔθιμα, πῶς ἀπελευθέρωσε ἀπὸ μακροχρόνιες συνήθειες, πῶς σκόρπισε σὰν σκόνη τὴν κυριαρχία τῆς ἡδονῆς καὶ τὴ δύναμη τῆς ἁμαρτίας, πὼς ἐξαφάνισε σὰν καπνὸ τὴν ἀκάθαρτη τσίκνα τῶν θυσιῶν, τὶς εἰδωλολατρικὲς τελετές, τὶς βδελυκτὲς ἑορτές, τὰ ξόανα, τοὺς βωμοὺς καὶ τοὺς ναούς, πὼς οἰκοδόμησε παντοῦ ἅγια θυσιαστήρια, στὴν πατρίδα μας καὶ στὶς χῶρες τῶν Περσῶν, τῶν Σκυθῶν, τῶν Μαύρων, τῶν Ἰνδῶν. Τί λέω; Ἀκόμα καὶ στὰ Βρετανικὰ νησιά, ποὺ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὴ Μεσόγειο, στὸν ὠκεανό, ἁπλώθηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ χτίστηκαν θυσιαστήρια.
Τὰ λόγια ποὺ τότε ὁ Κύριος διακήρυξε, φύτρωσαν στὶς καρδιὲς ὅλων. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ γεμάτη ἀγκάθια γῆ καθαρίστηκε καὶ δέχτηκε τὸ σπόρο τῆς πίστεως.
Τὸ ἔργο τῆς ἀπελευθερώσεως τόσων λαῶν ἀπὸ μακροχρόνιες αἰσχρὲς συνήθειες, καθὼς καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν εὔκολο στὸν πολὺ δύσκολο, εἶναι πράγματι θαυμαστό, μᾶλλον ὑπερθαύμαστο. Ἀποδεικνύει θεία ἐνέργεια, ἀκόμα κι ἂν κανεὶς δὲν τὸ εἶχε ἐμποδίσει, ἀκόμα κι ἂν ἐπικρατοῦσε εἰρήνη καὶ πολλοὶ τὸ εἶχαν βοηθήσει. Γιατὶ ἡ ἐξάπλωση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐρχόταν σὲ σύγκρουση μόνο μὲ τὴν ἀρχαία συνήθεια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἡδονή, τὸν εὐχάριστο τρόπο ζωῆς. Εἶχε δηλαδὴ δυὸ ἰσχυροὺς ἀντιπάλους, ποὺ τυραννοῦσαν τοὺς ἀνθρώπους: τὴ συνήθεια καὶ τὴν ἡδονή.
Ὅσα εἶχαν πρὶν πολλοὺς αἰῶνες παραλάβει ἀπὸ τοὺς πατέρες, τοὺς παπποῦδες καὶ τοὺς ἀρχαιότερους προγόνους, ἀκόμα κι ὅσα εἶχαν παραλάβει ἀπὸ φιλοσόφους καὶ ρήτορες, ὅλ᾿ αὐτὰ συμφώνησαν νὰ τὰ περιφρονήσουν, πράγμα ἐξαιρετικὰ δύσκολο. Ἔπρεπε ἀκόμα νὰ δεχθοῦν ἕνα νέο τρόπο ζωῆς, καὶ μάλιστα πολὺ δυσκολότερο. Γιατὶ ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν τρυφὴ καὶ ὁδηγοῦσε στὴ νηστεία. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν φιλαργυρία καὶ ὁδηγοῦσε στὴν ἀκτημοσύνη. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν ἀσέλγεια καὶ ὁδηγοῦσε στὴν ἁγνεία. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸ θυμὸ καὶ ὁδηγοῦσε στὴν πραότητα. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸν φθόνο καὶ ὁδηγοῦσε στὴ φιλία. Ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν ἄνετη κι εὐχάριστη ζωὴ καὶ ὁδηγοῦσε στὴ δύσκολη, στὴν τεθλιμμένη», στὴ σκληρή. Καὶ μάλιστα ὁδηγοῦσε σ αὐτὴν ἐκείνους, ποὺ εἶχαν συνηθίσει στὴ ζωὴ τῶν ἀνέσεων. Γιατὶ δὲν ἔγιναν, βέβαια, χριστιανοί, ἄνθρωποι ποὺ ζοῦσαν σ᾿ ἄλλους κόσμους καὶ δὲν εἶχαν ἁμαρτωλὲς συνήθειες, ἀλλὰ ἔγιναν ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν σαπίσει μέσα σ᾿ αὐτὲς καὶ εἶχαν γίνει πιὸ μαλακοὶ κι ἀπὸ τὸν πηλό. Αὐτοὺς κάλεσε νὰ βαδίσουν τὸ δύσκολο, τὸν «τεθλιμμένο», τὸ σκληρὸ καὶ τραχὺ δρόμο. Καὶ τοὺς ἔπεισε νὰ τὸν βαδίσουν!
Πόσους ἔπεισε; Ὄχι μόνο δυὸ ἢ δέκα ἢ εἴκοσι ἢ ἑκατό, ἀλλ᾿ ἀμέτρητους. Καὶ μὲ ποιούς τοὺς ἔπεισε; Μὲ 12 ἀνθρώπους ἀμόρφωτους, ἀκαλλιέργητους, ἄσημους, φτωχούς, χωρὶς περιουσία, χωρὶς σωματικὴ δύναμη, χωρὶς δόξα, χωρὶς λαμπρὴ καταγωγή, χωρὶς εὐφράδεια καὶ ρητορικὴ ἱκανότητα. Μὲ 12 ἀνθρώπους ποὺ ἦσαν ψαράδες, σκηνοποιοί, ἀλλόγλωσσοι. Γιατὶ οὔτε κἂν τὴν ἴδια γλώσσα δὲν εἶχαν μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες. Μιλοῦσαν τὴν ἑβραϊκή, ποὺ ἦταν πολὺ διαφορετικὴ ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἄλλες γλῶσσες. Μ᾿ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς 12 οἰκοδομήθηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ ἁπλώθηκε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.
Καὶ δὲν εἶναι μόνο τοῦτο τὸ θαυμαστό, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅτι αὐτοὶ οἱ λίγοι, οἱ φτωχοί, οἱ ἀμόρφωτοι καὶ περιφρονημένοι, ποὺ βάλθηκαν ν᾿ ἀλλάξουν τὴν ἀνθρωπότητα, δὲν ἔκαναν ἀνενόχλητοι τὸ ἔργο τους. Ἀπὸ παντοῦ ἀντιμετώπιζαν ἀναρίθμητους πολέμους. Τοὺς πολεμοῦσαν σὲ κάθε ἔθνος καὶ σὲ κάθε πόλη. Ἀλλὰ τί λέω γιὰ ἔθνη καὶ πόλεις; Σὲ κάθε σπίτι ξεσηκωνόταν πόλεμος ἐναντίον τους. Ἡ διδασκαλία τους χώριζε πολλὲς φορὲς τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸν πατέρα, τὴ νύφη ἀπὸ τὴν πεθερά, τὸν ἕνα ἀδελφὸ ἀπὸ τὸν ἄλλο, τὸ δοῦλο ἀπὸ τὸν ἀφέντη, τὸν ὑπήκοο ἀπὸ τὸν ἄρχοντα, τὸν ἄνδρα ἀπὸ τὴ γυναίκα καὶ τὴ γυναίκα ἀπὸ τὸν ἄνδρα. Στὴν κάθε οἰκογένεια δὲν πίστευαν ὅλοι ταυτόχρονα, κι ἔτσι οἱ χριστιανοὶ ὑπέμειναν καθημερινὲς διαμάχες, ἀκατάπαυστες ἐχθρότητες, μύριους θανάτους.
Σὰν κοινοὺς ἀντιπάλους καὶ ἐχθροὺς ὅλοι τους πολεμοῦσαν. Τοὺς καταδίωκαν οἱ βασιλιάδες, οἱ ἄρχοντες, οἱ ὑπήκοοι, οἱ ἐλεύθεροι, οἱ δοῦλοι, οἱ ὄχλοι, οἱ πόλεις. Καὶ δὲν καταδίωκαν μόνο τοὺς ἴδιους, ἀλλὰ - πράγμα φοβερὸ - καταδίωκαν ἀκόμα καὶ τοὺς νεόφυτους κατηχουμένους, ἐκείνους δηλαδὴ ποὺ μόλις εἶχαν πιστέψει.
Προξενοῦσε φρίκη καὶ ὀργὴ στοὺς εἰδωλολάτρες ἡ σκέψη νὰ ἐγκαταλείψουν τοὺς βωμούς, νὰ περιφρονήσουν τὶς θυσίες, ποὺ ὅλοι οἱ πατέρες κὰ οἱ πρόγονοί τους τελοῦσαν, καὶ νὰ πιστέψουν στὸν Κύριο. Νὰ πιστέψουν σ᾿ Αὐτὸν ποὺ ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, ποὺ δικάστηκε ἀπὸ τὸν Πιλάτο, ποὺ ἔπαθε ἀναρίθμητα δεινὰ καὶ ἐξευτελισμούς, ποὺ ὑπέμεινε τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο, ποὺ ἐνταφιάστηκε καὶ ἀναστήθηκε.
Τὸ παράδοξο μάλιστα εἶναι, ὅτι ἐνῶ τὰ πάθη τοῦ Κυρίου ἦσαν ἀναμφισβήτητα - πολλοὶ εἶχαν δεῖ τὶς μαστιγώσεις, τὰ χτυπήματα, τὰ φτυσίματα, τὰ ραπίσματα, τὸ σταυρό, τοὺς χλευασμούς, τὸν τάφο, - δὲν συνέβαινε ὅμως τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση. Ὁ Κύριος, μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνάστασή Του, ἐμφανίστηκε μόνο σὲ μαθητές. Παρὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, μιλοῦσαν γιὰ τὴν ἀνάσταση καὶ ἔπειθαν τοὺς λαοὺς καὶ οἰκοδομοῦσαν τὴν Ἐκκλησία. Πῶς; Μὲ ποιόν τρόπο; Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου, ποὺ τοὺς ἔστειλε νὰ κηρύξουν τὸ εὐαγγέλιό Του στὰ ἔθνη. Αὐτὸς ἦταν ποὺ τοὺς ἄνοιξε τὸ δρόμο. Αὐτὸς διευκόλυνε τὸ δύσκολο ἔργο τους. Ἂν δὲν τοὺς βοηθοῦσε ἡ θεία δύναμη, οὔτε κὰν θ᾿ ἄρχιζε ἡ διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ.
Γιατὶ ἐνῶ οἱ τύραννοι ὁπλίζονταν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ στρατιῶτες πρότειναν τὰ ὅπλα τους, ἐνῶ οἱ ὄχλοι μαίνονταν σὰν ἀγριεμένη φωτιά, ἐνῶ ἡ κακὴ συνήθεια ἀντιπαρατασσόταν, ἐνῶ ρήτορες, σοφιστές, πλούσιοι, ἰδιῶτες, ἄρχοντες ξεσηκώνονταν, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πιὸ ἰσχυρὸς κι ἀπὸ φλόγα, ἔκανε στάχτη τ᾿ ἀγκάθια, καθάρισε τοὺς ἀγροὺς κι ἔσπειρε τὸ λόγο τοῦ κηρύγματος. Ἄλλοι ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ρίχνονταν στὶς φυλακές, ἄλλοι ἐξορίζονταν, ἄλλων οἱ περιουσίες δημεύονταν, ἄλλοι φονεύονταν, ἄλλοι διαμελίζονταν. Καὶ μολονότι οἱ χριστιανοὶ ἀντιμετωπίζονταν σὰν κοινοὶ ἐγκληματίες, ὑπομένοντας κάθε εἶδος τιμωρίας, ἀτιμώσεως καὶ διωγμοῦ, ὅλο καὶ περισσότεροι ἔρχονταν στὴν Ἐκκλησία. Μάλιστα, ὄχι μόνο δὲν ἀποθαρρύνονταν οἱ νέοι πιστοὶ ἀπὸ τὰ βασανιστήρια ποὺ ἔβλεπαν νὰ ὑπομένουν οἱ παλαιότεροι, ἀλλὰ γίνονταν προθυμότεροι! Μόνοι τους ἔτρεχαν, ἀβίαστα, εὐγνωμονώντας τοὺς βασανιστές τους. Γίνονταν θερμότεροι στὴν πίστη, βλέποντας τοὺς χειμάρρους τῶν αἱμάτων τῶν πιστῶν.
Εἶδες τὴν ἀσύγκριτη δύναμη Ἐκείνου ποῦ ἔκανε ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ θαύματα; Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ μὴ λυπᾶται κανείς, ὑποφέροντας τέτοια φρικτὰ μαρτύρια; Ὅμως αὐτοὶ χαίρονταν, σκιρτοῦσαν! Αὐτὸ ὁμολογεῖ, σὰν παράδειγμα, ὁ ἅγιος εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς πὼς συνέβαινε καὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους - ὑπέστρεφον ἐκ προσώπου τοῦ συνεδρίου χαίροντες, ὅτι κατηξιώθησαν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ ἀτιμασθῆναι (Πραξ. 5, 41).
Κι ἐνῶ οὔτ᾿ ἕνα τοῖχο δὲν μπορεῖ νὰ χτίσει κανεὶς μὲ πέτρες καὶ ἀσβέστη ὅταν καταδιώκεται, οἱ ἀπόστολοι ἔχτιζαν τὴν Ἐκκλησία σ ὅλη τὴν οἰκουμένη ὑποφέροντας διωγμούς, φυλακίσεις, ἐξορίες καὶ μαρτυρικοὺς θανάτους. Καὶ δὲν τὴν ἔχτιζαν μὲ πέτρες, ἀλλὰ μὲ ψυχές, πράγμα πολὺ δυσκολότερο. Γιατὶ δὲν εἶναι τὸ ἴδιο νὰ χτίζεις ἕνα τοῖχο μὲ τὸ νὰ πείθεις διεφθαρμένες ψυχὲς ν᾿ ἀλλάζουν τρόπο ζωῆς, νὰ ἐγκαταλείπουν τὴ δαιμονικὴ μανία τους καὶ ν᾿ ἀκολουθοῦν τὴ ζωὴ τῆς ἀρετῆς.
Τὸ κατόρθωσαν ὅμως αὐτό, γιατὶ εἶχαν μαζί τους τὴν ἀκαταμάχητη δύναμη τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶχε προφητέψει: Οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18).
Συλλογίσου πόσοι τύραννοι πολέμησαν τὴν Ἐκκλησία καὶ πόσους φοβεροὺς διωγμοὺς ξεσήκωσαν ἐναντίον της... Ὁ Αὔγουστος, ὁ Τιβέριος, ὁ Γάϊος, ὁ Νέρων, ὁ Βεσπασιανός, ὁ Τίτος καὶ ὅλοι οἱ διάδοχοί τους μέχρι τὸ Μέγα Κωνσταντίνο, ὅλοι ἦσαν εἰδωλολάτρες. Καὶ ὅλοι - ἄλλος ἠπιότερα, ἄλλος σκληρότερα - πολεμοῦσαν τὴν Ἐκκλησία. Τὴν πολεμοῦσαν ὅλοι. Κι ἂν μερικοὶ δὲν ξεσήκωναν οἱ ἴδιοι διωγμούς, ὅμως ἡ προσήλωσή τους στὴν εἰδωλολατρία ὑποκινοῦσε στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας ὅσους ἤθελαν νὰ τοὺς κολακέψουν.
Παρόλα αὐτά, τὰ κακόβουλα σχέδια καὶ οἱ ἐπιθέσεις τῶν εἰδωλολατρῶν διαλύθηκαν σὰν ἱστοὶ ἀράχνης, σκορπίστηκαν σὰν σκόνη, ἐξαφανίστηκαν σὰν καπνός. Ἀλλὰ καὶ ὅσα σχεδίαζαν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἔγιναν ἀφορμὴ νὰ προκύψει μεγάλη ὠφέλεια στοὺς χριστιανούς. Γιατὶ δημιούργησαν τὶς χορεῖες τῶν μαρτύρων, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ θησαυρό, τοὺς στύλους, τοὺς πύργους τῆς Ἐκκλησίας.
Βλέπεις λοιπὸν τὴ θαυμαστὴ ἐκπλήρωση τῆς προφητείας; Πραγματικὰ «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Ἀπὸ τὰ παρελθόντα ὅμως, πίστευε καὶ γιὰ τὰ μέλλοντα. Καὶ στὸ μέλλον κανεὶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ νικήσει τὴν Ἐκκλησία. Γιατὶ ἂν δὲν κατόρθωσαν νὰ τὴ συντρίψουν ὅταν ἀριθμοῦσε λίγα μέλη, ὅταν ἡ διδασκαλία της φαινόταν καινούρια καὶ παράξενη, ὅταν τόσοι φοβεροὶ πόλεμοι καὶ τόσοι πολλοὶ διωγμοὶ ἀπὸ παντοῦ ξεσηκώνονταν ἐναντίον της, πολὺ περισσότερο δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τὴ βλάψουν τώρα, ποὺ κυριάρχησε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη, ποὺ κυρίεψε ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ποὺ ἐξαφάνισε τοὺς βωμοὺς καὶ τὰ εἴδωλα, τὶς γιορτὲς καὶ τὶς τελετές, τὸν καπνὸ καὶ τὴν τσίκνα τῶν αἰσχρῶν θυσιῶν.
Πῶς πέτυχαν οἱ ἀπόστολοι ἕνα τόσο μεγάλο, ἕνα τόσο σπουδαῖο κατόρθωμα, ἔπειτα ἀπὸ τόσα ἐμπόδια; Ἀσφαλῶς μὲ τὴ θεϊκὴ καὶ ἀκαταμάχητη δύναμη Ἐκείνου, ποὺ προφήτεψε τὴ δημιουργία καὶ τὸ θρίαμβο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθεῖ, ἐκτὸς κι ἂν εἶναι ἀνόητος καὶ ἐντελῶς ἀνίκανος νὰ σκέφτεται.


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/search/label/%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%AD%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1%20%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD%20%CE%99%CE%B5%CF%81%CF%8C%20%CE%A7%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF#ixzz3JQ2xVhdH

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: Η δίκαιη ανταπόδοση και ανταμοιβή! - Αγίου Νικολάου Βελιμίροβίτς

τοιχογραφία από τον Ι.Ν Αγίου Ιωάννου 
του Χρυσοστόμου Λακατάμειας (Κύπρου)

Τιμωρία και ανταμοιβή! Είναι στα χέρια του Θεού και τα δύο αυτά. Αλλά, όπως ο επίγειος βίος δεν είναι παρά μια σκιά της αληθινής ζωής στους ουρανούς, αντιστοίχως η τιμωρία και η ανταμοιβή είναι μια σκιά μονάχα της αληθινής τιμωρίας και ανταμοιβής στην αιωνιότητα.

Οι κύριοι διώκτες του αγίου του Θεού, Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ήταν ο πατριάρχης Θεόφιλος Αλεξανδρείας και η αυτοκράτειρα Ευδοξία. Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Χρυσοστόμου, πικρότατη, τιμωρία ανέμενε και τους δύο.

Ο μεν Θεόφιλος δαιμονίστηκε, ενώ η Ευδοξία σύντομα αρρώστησε πολύ βαριά με μια ανίατη ασθένεια – όλο το σώμα της γέμισε πληγές από τις οποίες έβγαιναν σκουλήκια. Ήταν τόσο έντονη η δυσωδία που ανέδιδε το σώμα της, ώστε ήταν ανυπόφορο για οποιονδήποτε να περάσει έστω και έξω από το σπίτι της.

Οι ιατροί χρησιμοποιούσαν τα πιο ισχυρά αρώματα και ευωδέστατο θυμίαμα για να περιορίσουν τη φρικτή δυσωδία της κακιάς βασίλισσας, αλλά δεν κατάφερναν τίποτα. Στο τέλος, η Ευδοξία πέθανε μέσα σε φρικτή αγωνία και σήψη. Ακόμη και μετά θάνατον το χέρι του Θεού έπεσε βαρύ επάνω της.

Η κάσα που περιείχε το σαπισμένο σώμα της έτρεμε μέρα και νύχτα επί τριάντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Σταμάτησε, μόνον όταν ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος τέλεσε την ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Κωνσταντινούπολη,

Απεναντίας, δείτε τι συνέβη στον Χρυσόστομο μετά από την κοίμησή του!

Ανταμοιβή! Ανταπόδοση δίκαιη, τέτοια που μονάχα ο Θεός μπορεί να δώσει. Ο Άραβας Επίσκοπος Αδέλτιος, ο οποίος δέχθηκε τον εξόριστο άγιο Χρυσόστομο στην Κουκουσό, προσευχόταν, μετά την κοίμηση του Χρυσοστόμου, στον Θεό να του αποκαλύψει που είχε πάει η ψυχή του αγίου.

Η απάντηση ήλθε, ενώ βρισκόταν σε προσευχή. Ήταν σαν να βρισκόταν έξω απ τον εαυτό του και τον καθοδηγούσε στων ουρανό ένας αστραπόμορφος νέος, ο όποιος του έδει­χνε έναν-έναν τους Ιεράρχες, ποιμένες και διδασκάλους της Εκκλησίας, καλώντας τους με τα ονόματά τους -όμως δεν έβλεπε ανάμεσά τους και τον Ιωάννη.

Υστέρα ο άγγελος του Θεού τον οδήγησε στο πέρασμα έξω απ’ τον Παράδεισο και ο Αδέλτιος επέστρεψε στην κανονική κατάσταση. Όταν ο άγγελος τον ρώτησε γιατί ήταν λυπημένος, ο Επίσκοπος απάντησε ότι λυπόταν, επειδή δεν είχε δει τον αγαπημένο του δάσκαλο Ιωάννη Χρυσόστομο, Ο άγγελος του εξήγησε: «Ουδείς άνθρωπος ενδεδυμένος ακόμη τη σάρκα μπορεί να τον δει, διότι είναι στον Θρόνο του Θεού με τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ».

Ύμνος στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο

Η Εκκλησία δοξάζει τον άγιο Ιωάννη,
τον ενθεότατο Χρυσόστομο!

Του Χριστού τον γενναίο στρατιώτη,
το μέγα καύχημα, την κρηπίδα της Εκκλησίας,
το βάθος του χρυσουργού νου και της καρδίας,
τη χρυσοφθόγγο λύρα του πνεύματος!
Βούτηξε ο Ιωάννης στα βάθη των μυστηρίων του Θεού
και αλίευσε το μαργαριτάρι που λάμπει όπως τα άστρα.

Ο υψιπέτης νους του ανήλθε στο ύψος του ουρανού!
Ως θεοφάντωρ απεκάλυψε την θεία αλήθεια·
και όσα είδε επαληθεύτηκαν στον ρου της ιστορίας.
Όλα τα προσέφερε στον Υιό του Θεού!
Αποκάλυψε σ’ εμάς τη φρίκη της αμαρτίας
αλλά και το εγκαλλώπισμα των αρετών,
που κοσμούν τον άνθρωπο.

Ως τα θεία σαφών, ο άγιος Ιωάννης
μας έδειξε τα πολύτιμα μυστήρια του Θεού,
τους γλυκύτατους θησαυρούς του Παραδείσου.
Ως χρυσορρήμων ερμηνευτής του Ευαγγελίου
και πολέμιος στερρός των αιρέσεων,
ήταν έμπλεως πνευματικής ευφροσύνης
και ζήλου για τον Χριστό,
ως άλλος ευαγγελιστής και απόστολος.
Πολέμησε την αδικία εις βάρος άλλων,
αλλά με ειρήνη δέχθηκε να τον βασανίσουν αδίκως,
όπως κάθε άλλος μάρτυς Χριστού!

Λογιζόταν το μαρτύριό του σφραγίδα της ουρανίου σωτηρίας. 
Αυτός, ο διάκονος του Χριστού ακέραιος ανεδείχθη
και αψευδής ποιμενάρχης των πιστών.

Για τούτο η Εκκλησία αξίως μεγαλύνει
τον πανένδοξό της Χρυσόστομο.
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, τ. 11, Νοέμβριος, σ.123-126) pemptousia.gr 


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/search/label/%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%AD%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1%20%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD%20%CE%99%CE%B5%CF%81%CF%8C%20%CE%A7%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF#ixzz3JQ2R8K4Q

Ιερού Χρυσοστόμου- Απανθίσματα Β΄

 

“Ὁ δάσκαλος ὅμως δέ διδάσκει μόνο μέ λόγια, ἀλλά καί μέ ἔργα, γιατί αὐτή εἶναι ἡ ἄριστη διδασκαλία τοῦ δασκάλου. Γιατί καί ὁ κυβερνήτης, ὅταν βάζει δίπλα του τό μαθητή, τοῦ δείχνει βέβαια πώς νά κρατάει τό τιμόνι, ἀλλά προσθέτει καί λόγια στήν πράξη, καί δέ λέγει μόνο, οὔτε ἐργάζεται μόνο. Τό ἴδιο καί ὁ οἰκοδόμος, ἀφοῦ τοποθετήσει δίπλα του ἐκεῖνον πού θέλει νά μάθει πῶς χτίζεται ὁ τοῖχος, τοῦ δείχνει βέβαια μέ τήν πράξη, τοῦ δείχνει ὅμως καί μέ λόγια. Τό ἴδιο κάνει καί ὁ ὑφαντής καί κεντητής καί χρυσοχόος καί χαλκουργός, καί κάθε τέχνη ἔχει τό δάσκαλό της καί μέ λόγια καί μέ ἔργα. Ἐπειδή λοιπόν καί ὁ Χριστός ἦρθε νά μᾶς διδάξει κάθε ἀρετή, γι’ αὐτό καί λέγει νά κάνουμε καί τά κάμνει ὁ ἴδιος. Γιατί λέγει “ὅποιος ἔκαμε καί δίδαξε, αὐτός θά ὀνομασθεῖ μεγάλος στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν” (Ματθ. ε΄ 19).


«Κι αν ακόμη ξοδέψει κάποιος πολλά χρήματα υπέρ των άλλων, δεν κάνει τίποτε όμοιο προς εκείνον που σώζει μια ψυχή, που την απομακρύνει από την πλάνη και τη χειραγωγεί προς την ευσέβεια. Γιατί εκείνος που προσέφερε χρήματα στον πτωχό, τον απάλλαξε από τη σωματική πείνα. Ενώ αυτός που συντέλεσε στη διόρθωση του αμαρτωλού, τον απάλλαξε από την ασέβεια και παρανομία και έσωσε μια ψυχή από την αιώνια κόλαση… Και για τη σωτηρία ψυχών δεν απαιτούνται χρήματα. Αλλά λόγοι πίστεως και προτροπή θερμή. Μη λοιπόν ραθυμήσουμε, αλλά με όλη μας την προθυμία και το ζήλο ας ελκύσουμε προς το Χριστό τους αδελφούς μας».


 
«…Θέλοντας ο Κύριος να δείξει αφ’ ενός ότι η παρθενία είναι μέγα πράγμα, αλλ’ έχει και μέγα κόπο, αφ’ ετέρου δε να δείξει και της ελεημοσύνης το μεγαλείο και ότι αυτή δεν κατορθώνεται άνευ κόπου, έφερε στον μέσον την παραβολή αυτή, λέγοντας ότι η Βασιλεία των Ουρανών παρομοιάζει με δέκα Παρθένους, και παρομοίασε αυτήν με την αρετή της παρθενίας, η οποία είναι η μεγαλύτερη αρετή. Διότι όλες οι αρετές καλές είναι, αλλά είναι και μικρές, είναι και μεγάλες. Δεν είναι μεγαλύτερη άλλη από την παρθενία ούτε δυσκολότερη, διότι έχει πόλεμο μέγα και παλεύει με την φύση ο άνθρωπος και ποτέ δεν αναπαύεται, αλλά έχει πάντοτε μάχη, και ειρήνη ποτέ δεν έχει. Θέλετε να μάθετε πόσο πέλαγος είναι η παρθενία; Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ήλθε στον κόσμο και όρισε να κρατούμε όλες τις άλλες αρετές, για την παρθενία όμως δεν είπε να την κρατούμε υποχρεωτικώς, αλλά εάν κάποιος θελήσει, ή άνδρας ή γυναίκα, να κατορθώσει τη παρθενία με το θέλημά του για την αγάπη του Χριστού, θα τον στεφανώσει με τους Μάρτυρες…


»Όμως καλή μεν και μεγάλη αρετή είναι η παρθενία, αλλά άνευ της ελεημοσύνης τίποτα δεν ωφελεί η παρθενία. Οι φρόνιμες Παρθένες είχαν την παρθενία, αλλά είχαν και την ελεημοσύνη σαν δύο φτερά, οι δε άφρονες είχαν την παρθενία, την μεγάλη αρετή, τον μέγα κόπο κατόρθωσαν, αλλά τον μικρό κόπο, δηλαδή την ελεημοσύνη, δεν την έκαμαν. Γι’ αυτό τις Παρθένες εκείνες, οι οποίες δεν είχαν την ελεημοσύνη, τις επονόμασε ο Κύριος μωρές και άφρονες. Τούτο το κακό κάνουν και σήμερα μερικοί άνθρωποι, άνδρες ή γυναίκες, οι οποίοι κατορθώνουν αρετές μεγάλες, όμως καταφρονούν τις μικρές…
»Γι’ αυτό και οι φρόνιμες Παρθένες θυμήθηκαν και γέμισαν τα αγγεία τους με έλαιο. Ποια αγγεία; Τις κοιλιές των φτωχών, την ένδυση των γυμνών, την παραμυθία των ορφανών. Θυμήθηκαν, ότι η «πίστη χωρίς των έργων νεκρά εστί» (Ιακ. β΄26). Διότι ο αετός με ένα φτερό δεν μπορεί να πετάξει υψηλά. Γι’ αυτό έκαναν μεσίτες προς τον Κύριο τους φτωχούς. Οι πεινώντες τρέφονταν και οι λαμπάδες των λύχνων ήταν πολύ αναμμένες. Οι φτωχοί ευχαριστούσαν και ο Νυμφίος ερχόταν. Η Ελεημοσύνη σπέρνονταν και ο Νυμφίος, τον οποίο περίμεναν, ευτρεπιζόταν. Οι μωρές όμως στεκόντουσαν, κρατώντας τις λαμπάδες των λύχνων χωρίς έλαιο, και φαινόντουσαν από τον Νυμφίο από μακριά. Πως; Διότι ένα και μόνο είχαν κατόρθωμα. Δηλαδή την παρθενία είχαν, την δε ελεημοσύνη και φιλανθρωπία δεν είχαν, την μεν τιμή του σώματος είχαν, την δε φιλοξενία απεστράφησαν. Ποιο ήταν το τέλος; Αργοπορώντας του Νυμφίου, νύσταξαν οι Παρθένες και κοιμόντουσαν, δηλαδή άργησε να έρθει ο Νυμφίος και αυτές νύσταξαν, κοιμήθηκαν, δηλαδή πέθαναν…
»Και λοιπόν ήρθε τότε η ώρα της των νεκρών αναστάσεως… Εν καιρώ μεσονυκτίου ήρθε το φως, ο Νυμφίος. Τότε οι φρόνιμες προϋπάντησαν τον Νυμφίο και ήρθαν με αυτόν στους γάμους και τότε κλείσθηκε η θύρα του νυμφικού οίκου… Και επιθυμούσαν οι άφρονες να προϋπαντήσουν και αυτές τον Νυμφίο, διότι γι’ αυτό αρνήθηκαν τα καλά του κόσμου και την δόξα και αποδέχθηκαν την θλίψη, την στεναχώρια, την παρθενία. Επειδή όμως δεν είχαν ελεημοσύνη, βρήκαν κλεισμένη την ουράνια Βασιλεία… ‘‘Αμήν λέγω ημίν, ούκ οίδα υμάς’’.
»Αν λοιπόν οι Παρθένες με το να μην είχαν την φιλοπτωχία, διώχθηκαν από τον φοβερό Κριτή, εμείς οι αμαρτωλοί ποια ελπίδα έχουμε, αφού ούτε παρθενία έχουμε, ούτε ελεημοσύνη;»


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/search/label/%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%AD%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1%20%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD%20%CE%99%CE%B5%CF%81%CF%8C%20%CE%A7%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF#ixzz3JQ11b2I4